Appeal dismissed; Supreme Court rejects review of appellate court's factual assessment and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court erred by accepting claims regarding the validity of promissory notes and imposing personal detention, while the respondent contended the appellant had validly acquired the notes through endorsement. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested issues involved the evaluation of evidence and factual circumstances, which fall outside the scope of cassation review under Greek law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 106, 335, 338 of the Code of Civil Procedure: Cassation is not admissible for reviewing the evaluation of evidence or the factual assessment of the case by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2203 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2203/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Καλογερά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου:Ψ χήρας Ω, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 815/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1846/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Μαΐου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 27 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παροχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ'ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προβληθέντα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν ήταν δυνατό νομικά να θεωρηθεί κάτοχος των ένδικων άκυρων επιταγών εξ οπισθογραφήσεως, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δε συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η αγωγική αξίωση την οποία και δέχθηκε το Εφετείο βάση έχει την αδικοπραξία (νόθευση) που συντελέστηκε από την αναιρεσείουσα σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δια της παραδόσεως από την τελευταία στην πρώτη των τριών ένδικων τραπεζικών επιταγών, τις οποίες είχε εκδόσει σε διαταγή της ιδίας και τις είχε μεταβιβάσει σ' αυτή (αναιρεσίβλητη) ύστερα από σχετική μεταξύ τους συμφωνίας, στα πλαίσια διευθέτησης οφειλής της προς τον αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσίβλητης, αφού προηγουμένως τις κατέστησε άκυρες μετά την έκδοσή τους δια της διαγραφής της έντυπης λέξης "επιταγή" από το σώμα τους, αποκρύπτοντας από την ενάγουσα το γεγονός τούτο και όχι την από την επιταγή ευθύνη.
Επίσης απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον ίδιο αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559, καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας (περί του ότι οι επιταγές αφορούν εγγύηση χρέους του συζύγου της ... προς τον αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος όμού μετά του αδερφού του Ζ είχε χορηγήσει τοκογλυφικό δάνειο προς αυτόν και επομένως δεν νομιμοποιούνταν ενεργητικά να ασκήσει την αγωγή η ανιρεσίβλητη) δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, οι οποίοι, μάλιστα, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και αποκρούστηκαν δια της παραδοχής της αγωγής.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι οι δι'αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από μέρους του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Η εναγόμενη -εκκαλούσα Ζ μαζί με το σύζυγό της ..., όφειλαν από σύμβαση δανείου χρήματα προς τον Ω, σύζυγο της ενάγουσας - εκκαλούσας Ψ, ο οποίος απεβίωσε στις 5 -6-1996. Για τη διευθέτηση του χρέους, τον Ιανουάριο 1998 συναντήθηκαν με την εναγομένη στο σπίτι της από πλευράς της ενάγουσας και για λογαριασμό της ο γιός της ...συνοδευόμενος από το θείο του Ζ, αδελφό του αποβιώσαντα πατέρα του.
Κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας η εναγομένη, για εξόφληση αντίστοιχου οφειλόμενου ποσού, εξέδωσε τρεις Τραπεζικές Επιταγές μεταχρονολογημένες δηλαδή τις με αριθμούς ... με φερόμενη ως ημερομηνία έκδοσης την 20-4- 1998 και την με αριθμό ... με φερόμενη ως ημερομηνία έκδοσης την 30-4-1998, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε., στον με αριθμό ...'· λογαριασμό της, ποσού, η κάθε μία, δραχμών 4.450.000, 1.000.000 και 4.450.000, αντίστοιχα, σε διαταγή της εκδότριας, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση, προς την ενάγουσα.
Παρά δε ότι εμφανίστηκαν από την κομίστριά τους εμπρόθεσμα, στις 27-4-1998, στην πληρώτρια Τράπεζα για πληρωμή, δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας. Για τις επιταγές αυτές εκδόθηκε, με αίτηση της ενάγουσας, η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διατάχθηκε η εναγόμενη να της καταβάλει τα ποσά των παραπάνω επιταγών.
Η διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την με αριθμό 110/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από ανακοπή της εναγομένης, επειδή, όπως διαπιστώθηκε, από το σώμα των τριών Τραπεζικών Επιταγών διαγράφηκε η λέξη "επιταγή" και, επομένως, αυτές κατέστησαν άκυρες σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" Η διαγραφή έγινε από την εναγομένη πριν παραδόσει κατά τα παραπάνω προς την ενάγουσα τις επιταγές εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς την έγκριση ή συγκατάθεσή της, χωρίς κανείς να το αντιληφθεί κατά την παραλαβή των επιταγών για λογαριασμό της.
Η εναγομένη παρουσίασε τις επιταγές αυτές ως έγκυρες, αποκρύπτοντας τη νόθευση αυτών με τη διαγραφή της έντυπης λέξης "επιταγή", προκειμένου ν' αποφύγει την πληρωμή τους προς το νόμιμο κομιστή τους. Αξίζει να σημειωθεί, ότι και η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών που, με αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε μετέπειτα, η οποία επιχείρησε να χρησιμοποιήσει μία από τις επιταγές (με αριθμό ...) ως ισχύουσα κατά μετατροπή (άρθρο 182 ΑΚ) ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους (άρθρο 873 ΑΚ), ακυρώθηκε με την με αριθμό 2307/2002 οριστική απόφαση του -Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού έγινε δεκτός ο προταθείς με ανακοπή της εναγομένης λόγος, ότι δεν είχε σκοπό, κατά την έκδοση της επιταγής, να ισχύσει αυτή κατά μετατροπή ως σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης χρέους (όπως μετέπειτα υποστήριξε), γιατί πρόθεσή της ήταν, διαγράφοντας τη λέξη "επιταγή" από το σώμα της, να ακυρώσει τον τίτλο.
Η έλλειψη συναίνεσης της ενάγουσας ενισχύεται και από το γεγονός, ότι η ίδια σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα είχε λόγο να καταφύγει στην έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τους τίτλους των επιταγών και μάλιστα ούτε ο Δικαστής που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής αντιλήφθηκε τη διαγραφή της λέξης "επιταγή" από τους τίτλους .
Από την τέλεση σε βάρος της ενάγουσας, από την εναγομένη, της παραπάνω αδικοπραξίας της νόθευσης, δηλαδή των επιταγών, με τη διαγραφή από τα σώματα αυτών ενός από τα τυπικά τους στοιχεία, μετά τη συμπλήρωσή τους, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους την ενάγουσα εξαπατώντας αυτήν ότι της παρέχει δήθεν έγκυρες καθ' όλα τα στοιχεία επιταγές, για την εξόφληση του προς αυτή χρέους που αναγνώρισε ότι οφείλει, εκδίδοντας τις επιταγές και μεταβιβάζοντας αυτές με οπισθογράφηση προς την ενάγουσα, ζημίωσε αυτήν παράνομα με το ποσό των επιταγών και συνολικά με το ποσό των 29.053,55 €.
Σε βάρος της εναγομένης μετά από την από 9-6-98 μήνυση της ενάγουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη για "πλαστογραφία μετά χρήσεως". Όμως με την με αριθμό 59573/18-9-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ακυρώθηκε το κλητήριο θέσπισμα επειδή δεν περιέχονταν σ' αυτό τα στοιχεία του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠοινΔικ.
Και στη συνέχεια η αξιόποινη πράξη παραγράφηκε. Εξ άλλου, μετά από μήνυση της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας και του παραπάνω Ζ στην οποία εκτίθετο ότι οι παραπάνω επιταγές ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους από δάνειο που είχε λάβει από τον τελευταίο Ζ ο σύζυγός της, ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και συνήθεια κατ' εξακολούθηση (σε βάρος του δεύτερου) της απάτης στο Δικαστήριο (σε βάρος της πρώτης) και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της απάτης (σε βάρος επίσης του δεύτερου).
Ήδη όμως με την με αριθμό 1468/2002 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών αθωώθηκαν από τις παραπάνω πράξεις που τους αποδόθηκαν από την εναγομένη. Η εκκαλούσα - εναγομένη με αντίστοιχο λόγο έφεσης ισχυρίζεται, ότι δεν είχε ποτέ δοσοληψίες με την ενάγουσα, ούτε με τον θανόντα σύζυγό της, του οποίου, σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα δεν απεδέχθη την κληρονομία της οποίας η διεκδικούμενη απαίτηση αποτελεί στοιχείο, αλλά είχε μόνο τοκογλυφικές δοσοληψίες ο σύζυγος της εκκαλούσας - εναγομένης με τον κουνιάδο της ενάγουσας Ζ.
Επομένως προβάλλει ότι, η ενάγoυσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί εναντίον της και να αξιώσει την είσπραξη των ποσών των επιταγών. Όμως, ο ισχυρισμός της αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα έγινε νόμιμη κομίστρια των επιταγών από οπισθογράφηση της εναγομένης έχοντας ως εκ τούτου αυτοτελή αξίωση σε βάρος της, η οποία, θέλοντας, στη συνέχεια, να καταστήσει αδύνατη την είσπραξη των ποσών που ενσωμάτωναν και που με την έκδοση και οπισθογράφηση των επιταγών αναγνώρισε ότι οφείλει στην ενάγουσα διέγραψε από το σώμα αυτών ένα από τα απαραίτητα στοιχεία για την εγκυρότητα των επιταγών, καθιστώντας τις επιταγές άκυρες, χωρίς να το γνωρίζει η κομίστρια αυτών ενάγουσα, και χωρίς να το έχει εγκρίνει αυτή.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δηλαδή τη βαρύτητα της πράξης της εναγομένης και τις συνέπειες από αυτή σε βάρος της ενάγουσας, το πταίσμα αυτής, τη κακή πίστη και αφερεγγυότητά της, τη κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και γενικά τις ιδιαίτερες ως άνω συνθήκες έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα της ενάγουσας, και ως βάσιμο στην ουσία του, και ν' απαγγελθεί κατά της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας 4 μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της αδικοπραξίας.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και αφού δίκασε την υπόθεση δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 29.053,55 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της υπερημερίας της (8-5-1998) και με προσωπική της κράτηση 4 μηνών λόγω της αδικοπραξίας, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο το μεν δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 του Α.Κ. και 1047 του Κ.Πολ.Δ, το δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια γι αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς, κατ' εκτίμηση, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαΐου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1846/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ