Supreme Court dismisses appeal on grounds of non-exhausted facts and insufficient reasoning under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court properly considered all submitted arguments. The appellant claimed the appellate court ignored a promise regarding contract formalization, but the court found the lower court had explicitly rejected this claim as unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not quash a judgment merely because it rejected a submitted argument, provided the lower court considered the argument and gave reasons for its rejection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2203 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2203/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Τομαράς.
Των αναιρεσιβλήτων :1) Ψ1, 2) ....., 3) ....., 4) ....., ατομικά και ως νομίμων εκπροσώπων της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ/Ξ ΕΡΓΟΥ .... που εδρεύει στο .... και 5) της κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κ/Ξ ΕΡΓΟΥ ..... που εδρεύει στο .... και εκπροσωπείται νόμιμα, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Ευφροσύνη Δημητρακοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9.1.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 306/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3573/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26.7.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 5.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, αποτελούντα δε πράγμα, ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι οι αναιρεσίβλητοι μέχρι τη ματαίωση της κατάρτισης του οριστικού μεταβιβαστικού συμβολαίου τη διαβεβαίωναν, πως θα καταρτίζονταν η σύμβαση αυτή σύμφωνα με τους όρους του από Φεβρουάριο 2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, που προτάθηκε νομίμως με την αγωγή και ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατουσίαν. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πράγματα που προτάθηκαν και δεν υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 14 § 1 του ν. 2.915/2001, ο χρόνος έναρξης της ισχύος του Α' Κεφαλαίου (άρθρα 1 έως 21) του οποίου ορίστηκε, με το άρθρο 15 του ν. 2.943/2001, από 1.1.2002, του άρθρου 341 του ΚΠολΔ, που προέβλεπε την έκδοση αποφάσεως, με την οποία διατάσσονται αποδείξεις, και τη με το άρθρο 17 § 2 του ίδιου ν. 2.915/2001, τροποποίηση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται πλέον ως λόγος αναιρέσεως, προκειμένου περί αποφάσεων που δημοσιεύτηκαν υπό την ισχύ του ν. 2.915/2001, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει απόδειξη, για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς να διατάξει αποδείξεις.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως υπό την ως άνω αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δημοσιεύτηκε, όπως και η πρωτόδικη, υπό την ισχύ του ν. 2.915/2001, δεν ιδρύεται και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι αυτού που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα εξής : Ο Δήμος .... προκήρυξε δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση οικοπέδου, κειμένου στη περιφέρειά του και στη θέση "...." επί της συμβολής των οδών....., ο οποίος, μετά ματαίωση, ορίστηκε για τις 11.2.2001.
Μερικές ημέρες πριν το διαγωνισμό, η ενάγουσα, που ενδιαφερόταν για την αγορά διαμερίσματος και είχε πληροφορηθεί το ενδιαφέρον των εναγομένων για την απόκτηση του οικοπέδου, τους πρότεινε, προκειμένου να μη συμμετάσχει στον πλειοδοτικό διαγωνισμό, να της πωλήσουν σε συμφέρουσα τιμή ένα διαμέρισμα της υπό ανέγερση οικοδομής.
Ενόψει της καταστάσεως αυτής οι εναγόμενοι, φοβούμενοι ότι η συμμετοχή της στο διαγωνισμό θα είχε ως συνέπεια την άνοδο του προσφερομένου τιμήματος, ήλθαν σε συμφωνία με την ενάγουσα και υπεγράφη μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, το από Φεβρουαρίου 2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου ανέλαβαν την υποχρέωση, εφόσον κατακυρωθεί σε αυτούς το ακίνητο, να της μεταβιβάσουν, μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ένα διαμέρισμα του 5ου ορόφου της υπό ανέγερση οικοδομής, επιφάνειας 115,30 μ2, δυο θέσεις σταθμεύσεως και μία αποθήκη, αντί συνολικού τιμήματος 80.000.000 δραχμών.
Μετά την αγορά του οικοπέδου από το Δήμο ...... με το δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό και τη συνένωση άλλων τριών οικοπέδων, ιδιοκτησίας τρίτων, με αυτό, υπεγράφη μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολήπτριας κοινοπραξίας το υπ' αριθ. ..... προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε η ανέγερση επί του ενιαίου όλου οικοπέδου συγκροτήματος δύο ανεξαρτήτων οικοδομών, αποτελούμενων από πέντε ορόφους, υπόγειο, ισόγειο και δώμα, για δε την ανοικοδόμηση αυτών εκδόθηκε στις ....
η υπ' αριθ. ....οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας ...., με βάση την οποία άρχισαν οι εργασίες ανοικοδομήσεως. Ακολούθως, στις .... υπεγράφη η υπ' αριθ. ..... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού κτιριακού συγκροτήματος της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντιγόνης Γκέκα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι τον Οκτώβριο του 2002 η ενάγουσα ζήτησε από τους εναγομένους να της μεταβιβάσουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, σύμφωνα με τους όρους του από Φεβρουαρίου 2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να προβούν στη μεταβίβαση, επικαλούμενοι ότι, λόγω ακυρότητας του συμφωνητικού, δεν υπέχουν τέτοια υποχρέωση και της πρότειναν να της μεταβιβάσουν το διαμέρισμα με έκπτωση 10% επί της πραγματικής αξίας του.
Τελικά, η ενάγουσα δέχθηκε την πρόταση τους και στις 25.10.2002 ανέθεσε στο δικηγόρο της να προβεί στον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας και σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη μεταβίβαση. Πράγματι, ο τελευταίος παρέλαβε από τους εναγομένους τους τίτλους του ακινήτου προς έλεγχο, καθώς και σχέδιο συμβολαίου πωλήσεως, το οποίο, κατ' εντολή των εναγομένων, είχε συντάξει η συμβολαιογράφος Αντιγόνη Γκέκα.
Επίσης, μεταξύ του πρώτου εναγομένου, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, και της ενάγουσας υπογράφηκε η από 11.11.2002 δήλωση φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, την οποία η τελευταία υπέβαλε την ίδια ημέρα στη Δ.Ο.Υ. .... και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο μεταβιβάσεως ακινήτων. Μετά τέσσερις ημέρες, και συγκεκριμένα στις 15.11.2002, η ενάγουσα επέδωσε στους εναγομένους την από 14.11.2002 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, με την οποία, αφού ανέφερε, εκτός άλλων, ότι προκειμένου να εκτελέσει τους όρους του από Φεβρουαρίου 2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, έδωσε εντολή στις 25.10.2002 στο δικηγόρο της να προβεί στον έλεγχο των τίτλων και ότι, ενώ αυτή προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς εκπλήρωση των όρων αυτού, ο πρώτος των εναγομένων της δήλωσε ότι υπαναχωρεί της συμφωνίας, γιατί η αξία των προς μεταβίβαση οριζοντίων ιδιοκτησιών ήταν ανώτερη της συμφωνηθείσας, τους κάλεσε, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από της επιδόσεως της εξωδίκου, να προσέλθουν στην προαναφερόμενη συμβολαιογράφο για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου πωλήσεως.
Σε απάντηση αυτής οι εναγόμενοι της επέδωσαν στις 21.11.2002 την από 20.11.2002 εξώδικη απάντηση - πρόσκληση και δήλωση, στην οποία ανέφεραν, εκτός άλλων, ότι η διαπραγμάτευση μεταβιβάσεως του διαμερίσματος δεν βασίστηκε στο νομικά ανενεργό ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά στη συμφωνία τους να της μεταβιβάσουν το διαμέρισμα με έκπτωση 10% επί της αγοραίας αξίας του και ότι προσφέρονταν να προβούν στη μεταβίβαση με τον όρο αυτό, η δε προσφορά τους ίσχυε για δέκα το πολύ ημέρες από την επίδοση του εξωδίκου.
Επακολούθησε η από 26.11.2002 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία της ενάγουσας, που επιδόθηκε στους εναγομένους την ίδια ημέρα, στην οποία ανέφερε, εκτός άλλων, ότι ο ισχυρισμός τους για αγορά του διαμερίσματος με τίμημα μικρότερο της αγοραίας αξίας του κατά 10% είναι αναληθής και ότι θα προέβαινε άμεσα σε όλες τις νόμιμες ενέργειες προς αποκατάσταση της ζημίας (θετικής και αποθετικής), που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά τους.
Μάλιστα στην εν λόγω εξώδικη απάντηση ανέφερε, ότι το μόνο που δήλωσε ο δικηγόρος των εναγομένων στο δικηγόρο της ήταν ότι "ο Ψ1 θέλει να τηρήσει τα συμφωνηθέντα (δηλαδή το από Φεβρουαρίου 2001 ιδιωτικό συμφωνητικό), αλλά αντιδρούσαν οι υπόλοιποι της κοινοπραξίας, καθώς και κάποιοι αφανείς χρηματοδότες του έργου.
Ενόψει αυτών, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν αποδεικνύεται, πως μετά την - υπογραφή της ανωτέρω άκυρης συμφωνίας, λόγω μη τηρήσεως του απαιτουμένου τύπου, οι εναγόμενοι επέδειξαν συμπεριφορά που να ενισχύσει την πίστη της ενάγουσας, ότι θα καταρτισθεί η σύμβαση πωλήσεως, ούτε της παρείχαν διαβεβαιώσεις περί τηρήσεως των συμφωνηθέντων.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι βάσει του εν λόγω συμφωνητικού, το μεταβιβαστικό συμβόλαιο θα καταρτιζόταν μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας και μολονότι η τελευταία εκδόθηκε στις ...., από την ημερομηνία αυτή μέχρι τον Οκτώβριο του 2002 δεν αποδεικνυόταν, ότι η ενάγουσα ζήτησε από τους εναγομένους να συμπράξουν στην κατάρτιση του συμβολαίου μεταβιβάσεως, ούτε ότι προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την υλοποίηση της άκυρης συμφωνίας.
Η ίδια ισχυρίζεται με την αγωγή της, ότι στις 24.10.2002 ο πρώτος εναγόμενος της πρότεινε να προχωρήσουν στην υλοποίηση του συμφωνητικού και ότι μετά την πρόταση αυτή και αφού προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειας για τη μεταβίβαση των οριζοντίων ιδιοκτησιών και στην πληρωμή στις 11.11.2002 του αναλογούντος φόρου μεταβιβάσεως, ο πρώτος των εναγομένων, αν και κλήθηκε προφορικά στις 11, 12 και 13.11.2002 και στη συνέχεια γραπτά με την από 14.11.2002 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, που προαναφέρθηκε, να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο, αρνήθηκε, υπαναχωρώντας από τη συμφωνία.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός ελέγχεται αβάσιμος και η λογική εξήγηση είναι ότι ο ανωτέρω εναγόμενος, ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, παρέδωσε τους τίτλους προς έλεγχο και τη δήλωση φόρου μεταβιβάσεως ενόψει της μεταβιβάσεως του ακινήτου με τίμημα μειωμένο κατά 10% της αγοραίας αξίας του, πράγμα που αναφέρεται και στην εξώδικη απάντηση του, και δεν καθίσταται πιστευτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι μέχρι την 11.11.2002, που της παρέδωσε τη δήλωση του φόρου μεταβιβάσεως, ήταν σύμφωνος με την υλοποίηση των όρων του ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι την ίδια ημέρα, αφού είχε ήδη καταβληθεί ο φόρος, αρνήθηκε να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ενόψει και του ότι από την κατάρτιση της άκυρης συμφωνίας μέχρι την επικαλούμενη πρόταση περί υλοποιήσεως αυτής (24.10.2002) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του ενός και μισού έτους και αν πράγματι μέχρι τότε, αλλά και μέχρι την 11.11.2002, υπήρχε τέτοια πρόθεση, όπως διατείνεται η ενάγουσα, δεν θα άλλαζε γνώμη την ίδια ημέρα και μάλιστα αμέσως μετά την καταβολή του φόρου μεταβιβάσεως.
Αντίθετα, η εξέλιξη των γεγονότων καταδεικνύει ότι, μετά την ολοκλήρωση των προαναφερομένων ενεργειών, η ενάγουσα επανήλθε στην απαίτησή της για τήρηση των όρων της άκυρης συμφωνίας αναφορικά με το τίμημα της πωλήσεως. Εξάλλου, η αναφορά στο προαναφερόμενο εξώδικο της, πως δηλώθηκε στο δικηγόρο της, ότι αντιδρούσαν τα μέλη της κοινοπραξίας, εκτός του πρώτου, για την υλοποίηση του συμφωνητικού, αναιρεί τον ισχυρισμό της, ότι υπήρχαν διαβεβαιώσεις, ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση.
Έτσι, οι εναγόμενοι, με την έως τότε στάση τους, δεν διαβεβαίωσαν την υποψήφια αγοράστρια - ενάγουσα, ότι η τυπική, με την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, τελείωση της συμβάσεως θα γινόταν οπωσδήποτε, σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους. Ενόψει των συνθηκών, που προαναφέρθηκαν, κάτω από τις οποίες υπογράφηκε το άκυρο συμφωνητικό, και του γεγονότος ότι μετά την κατάρτιση αυτού δεν παρείχαν διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα, ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση, ούτε εκ των ενεργειών τους άφησαν να διαφανεί κάτι τέτοιο, η συμπεριφορά τους δεν αντίκειται στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη.
Σε αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν μπορεί να περιληφθεί ούτε η απλή ματαίωση της σύμβασης, αφού, αν γινόταν κάτι τέτοιο δεκτό, θα περιοριζόταν απαραδέκτως η από την έλλειψη του απαιτουμένου τύπου δημιουργούμενη ακυρότητα και η ελευθερία, που πρέπει να διατηρούν οι διαπραγματευόμενοι κατά το στάδιο αυτό".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το ότι, οι ενάγοντες μετά την κατάρτιση του άκυρου ιδιωτικού συμφωνητικού δεν παρείχαν διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα, ότι θα καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση, ούτε εκ των ενεργειών τους άφησαν να διαφανεί κάτι τέτοιο και έτσι η συμπεριφορά τους δεν αντέκειτο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη, και στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε το αίτημα της αγωγής για την καταβολή αποζημιώσεως (αρνητικού διαφέροντος), διέλαβε πλήρεις και σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, τις οποίες δεν συνιστά η παραδοχή, ότι μέχρι τον Οκτώβριο του 2001, η μεν ενάγουσα δεν υπέβαλε αίτημα, ούτε προέβη σε κάποια ενέργεια για την τήρηση των συμφωνημένων, οι δε εναγόμενοι δεν επέδειξαν συμπεριφορά που να ενισχύει την πίστη της ενάγουσας για τη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως, ούτε διαβεβαίωσαν την ίδια για την τήρηση των συμφωνημένων με το άκυρο ιδιωτικό συμφωνητικό, διότι μέχρι τις 31.7.2002 η υλοποίηση της συμφωνίας αυτής δεν ήταν εφικτή, αφού δεν είχε καταρτισθεί η πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συγκροτήματος δύο ανεξάρτητων οικοδομών.
Επομένως, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 297 και 298 του ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω υπάρξεως ελλιπούς αιτιολογίας, πλήττει την από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ως άνω εκτίμηση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 § 1 του ΚΠολΔ), Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.7.2006 αίτηση του ......, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3.573/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ