Legislator Case Law & Legislation
2203/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against a court council ruling due to lack of grounds and inadmissible personal appearance request.

Case Number 2203/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for personal appearance and their appeal against a Council of Appeal ruling. The appellant argued for personal presence and raised grounds including absolute nullity and prosecutorial participation, but the court found the appeal arguments insufficient and the personal appearance request baseless. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484, 485, 519, 523 of the Code of Criminal Procedure; The request for personal appearance before the Supreme Court Council is inadmissible if the grounds are fully set out in the written appeal, and the prosecutor's proposal to the Council does not constitute a ground for absolute nullity as they do not participate in the voting decision.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure Supreme Court Council absolute nullity prosecutor participation personal appearance request legal costs inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 484 of the Code of Criminal Procedure
Article 485 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 523 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
Article 14 of the Code of Criminal Procedure
Article 88 of the Constitution
Article 6 of the ECHR

Cited Case Law

AI generated
AP 859/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2203 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2203/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή και Γρηγόριο Μάμαλη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 35/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Το Συμβούλιο Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 705/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 282/7.6.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την νομοτύπως, εμπροθέσμως και συνεπώς παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1, ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου..., από 7 Μαρτίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως κατά του υπ΄αριθμ. 35/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτομεν τα εξής:

Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος εγένετο εν μέρει κατ΄ουσίαν δεκτή η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά υπ΄αριθμ. 1655/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, μετερρυθμίσθη εν μέρει το εκκαλούμενον βούλευμα και παρεπέμφθη αυτός εις το ακροατήριον δια να δικασθή δι΄απάτην, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 73.000 ευρώ (άρθρον 386 παρ. 1 και 3 εδ. β΄ Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων δια της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεώς του, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α΄, β΄ και δ΄ λόγους α) απολύτου ακυρότητος, β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας.

ΙΙ. Το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών προς παροχήν διασαφήσεων (άρθρα 309 παρ. 2 και 485 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Π.Δ.) πρέπει να απορριφθή ως ουσιαστικώς αβάσιμον, αφού εις την προαναφερθείσαν αίτησιν αναιρέσεως εκτίθενται με σαφήνειαν και πληρότητα αι πλημμέλειαι που αποδίδονται δια των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως εις το πληττόμενον βούλευμα (Α.Π. 859/2004 Ποιν Δικ 2004 σελ. 1057 κ.ά.).

ΙΙΙ. Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. α΄, 484 παρ. 1 στοιχ. α΄, 485 παρ. 1 και 523 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις το δικαστικόν συμβούλιον, εις το οποίον ο ΄Αρειος Πάγος, αφού ανήρεσε, παρέπεμψε προς νέαν συζήτησιν την υπόθεσιν, αποκλείεται η συμμετοχή των δικαστών, που εξέδωσαν το αναιρεθέν βούλευμα, ιδρυομένου άλλως λόγου αναιρέσεως δι΄απόλυτον ακυρότητα ένεκεν κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου (Α.Π. 1366/1999 Ποιν Δικ 2000 σελ. 113 κ.ά.).

Η θέσπισις της διατάξεως του άρθρου 523 Κ.Π.Δ. που απαγορεύει την τοιαύτην συμμετοχήν, σκοπεί εις την εξασφάλισιν της αμεροληψίας των δικαστών που θα κρίνουν εκ νέου την υπόθεσιν. Τούτο άλλωστε προκύπτει και εκ της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ που κάμνει λόγον δι΄ ανεξάρτητον και αμερόληπτον δικαστήριον.

Περαιτέρω εκ των διατάξεων των άρθρων 27, 32 παρ. 2, 43, 47 κ.λ.π. προκύπτει, ότι ο εισαγγελεύς έχει ενεργόν και σημαντικήν συμβολήν εις την απονομήν της δικαιοσύνης (Α.Π. 555/2005 με σύμφωνον αγόρευσίν μας Πραξ Λογ ΠΔ 2005 σελ. 1 κ.ά.). Τυγχάνει κοινώς γνωστόν, ότι σημαντικός αριθμός υποθέσεων κρίνεται εις πρώτον και δεύτερον βαθμόν δικαιοδοσίας εντός των πλαισίων της εισαγγελικής αρμοδιότητος, χωρίς ποτέ να ασχοληθούν με αυτάς τα δικαστήρια, όπως προκύπτει εκ των άρθρων 43, 47, 48, 245 παρ. 4 κ.λ.π.

του Κ.Π.Δ., όπως και εκ των άρθρων 82 παρ. 5 και 9, 113 παρ. 5 κ.λ.π. του Π.Κ. (Α. Ζύγουρα, Επί της επικειμένης αναθεωρήσεως του Συντάγματος, Πραξ Λογ ΠΔ 2006 σελ. 206). Εξ άλλου είναι γνωστόν, ότι τα δικαστικά συμβούλια εις ποσοστόν 90% περίπου αναφέρονται καθολικώς εις την εισαγγελικήν πρότασιν, η οποία ενσωματώνεται εις το βούλευμα και αποτελεί την αιτιολογίαν αυτού (Α.Π. 1381/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 246 κ.ά.).

Επομένως η διάταξις του άρθρου 523 Κ.Π.Δ., εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχήν της δικαίας δίκης και απαιτεί το αμερόληπτον του δικαστηρίου, καταλαμβάνει αναμφιβόλως και τον εισαγγελέα (πρβλ Α.Π. 236/2005, 1344/2001 Πραξ Λογ ΠΔ 2005 σελ. 13, 2001 σελ. 163 αντιστ. κ.ά., Εγκ. Εισ Εφ Αθ 3/1999, Δ.

Συμεωνίδου, Συμμετοχή του ιδίου εισαγγελέως εις την μετ΄αναίρεσιν διαδικασίαν;, Υπερ 1999 σελ. 1460 και 1471 επ. αντιστ., Α. Ζύγουρα, Το ενιαίον και αδιαίρετον της εισαγγελίας και η δικαία δίκη, Αρμ 2001 σελ. 287, αντιθ. Α.Π. 1744/2005, 560/1998 Ποιν Δικ 2005 σελ. 128, 1998 σελ. 714 αντιστ. κ.ά.).

Τούτο καθίσταται περισσότερον εμφανές, εάν ληφθή υπ΄όψιν ότι, εφ΄όσον εις το δικαστικόν συμβούλιον εις το οποίον παρεπέμφθη υπό του Αρ. Πάγου η υπόθεσις μετέχει ο ίδιος εισαγγελεύς, κατά κανόνα αντιγράφει την ενσωματωθείσαν εις το αναιρεθέν βούλευμα πρότασίν του, προσαρμόζων αυτήν εντός των πλαισίων της αναιρετικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου.

Ακολούθως και το δικαστικόν συμβούλιον υπό διάφορον σύνθεσιν, ως επί το πλείστον αναφέρεται εις την πρότασιν αυτήν του εισαγγελέως, η οποία αποτελεί και την αιτιολογίαν του βουλεύματός του. Δηλαδή η αιτιολογία του βουλεύματος αποτελείται εκ της προτάσεως ενός δικαστικού προσώπου, που όμως είχε συμμετάσχει και εις το προηγούμενον δικαστικόν συμβούλιον, το βούλευμα του οποίου ανηρέθη.

Δια του τρόπου όμως αυτού καταστρατηγείται το αμερόληπτον του δικαστηρίου που θεσπίζει η διάταξις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και καταρρακώνεται η υπό της διατάξεως αυτής θεσπιζομένη αρχή της δικαίας δίκης. ΄Ενεκεν αυτού, τόσον υπό της Συντακτικής όσον και υπό της Αναθεωρητικής Επιτροπής του σχεδίου του νέου Κ.Π.Δ., έχει προταθή ο αποκλεισμός της ασκήσεως έργων εισαγγελέως εις την μετ΄αναίρεσιν διαδικασίαν, υπό του εισαγγελέως που συμμετέσχεν εις την έκδοσν του αναιρεθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως.

Εξ άλλου υπό των αυτών Επιτροπών έχει προταθή και ο αποκλεισμός της ασκήσεως των έργων του εισαγγελέως, κατά την εκδίκασιν των ασκηθέντων κατ΄αποφάσεως ή βουλεύματος ενδίκων μέσων, υπό του εισαγγελέως που συμμετέσχεν εις την έκδοσιν αυτών (Α. Ζύγουρα, ενθ΄ανωτ.).

Ταύτα γίνονται δεκτά και υπό του ΕΔΔΑ. Συγκεκριμένως υπό του ΕΔΔΑ (υποθ. Huber κατά Ελβετίας, αποφ. της 23/10/1990, Series a, no 188) εκρίθη, ότι ο εισαγγελεύς που διέταξε την προσωρινήν κράτησιν του κατηγορουμένου στερείται αμεροληψίας, αφού ενδέχεται μεταγενεστέρως να είναι ο εισαγγελεύς του δικαστηρίου που θα εκδικάση την σχετικήν υπόθεσιν (Γ. Μακρή, Η προδικαστική στέρησις της ελευθερίας, Ποιν Χρ ΝΣΤ΄ σελ. 100 επ., ιδία σελ. 109 σημ. 47). Είναι αδύνατον αυτά τα νέα δεδομένα να αγνοηθούν, εκτός εάν θέλη κανείς να εθελοτυφλή. Αι αγκυλώσεις της νομολογίας και η εμμονή της εις λύσεις που είχον δοθή εις το παρελθόν, που όμως δεν ανταποκρίνονται εις την σημερινήν πραγματικότητα, δεν προάγει την επιστήμην του δικαίου. Κατ΄ακολουθίαν εκ των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. α΄, 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ , 485 παρ. 1, 523 Κ.Π.Δ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ προκύπτει, ότι εις το δικαστικόν συμβούλιον, εις το οποίον ο ΄Αρειος Πάγος, αφού ανήρεσε, παρέπεμψε προς νέαν συζήτησιν την υπόθεσιν, αποκλείεται η συμμετοχή του εισαγγελέως, που συμμετέσχεν εις το δικαστικόν συμβούλιον που εξέδωσε το αναιρεθέν βούλευμα, ιδρυομένου άλλως λόγου αναιρέσεως δι΄απόλυτον ακυρότητα ένεκεν κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου.

IV. Περαιτέρω εκ των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 Συντ., 32 παρ. 1 και 4, 138 παρ. 2, 139 και 306 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι το βούλευμα στερείται ειδικής αιτιολογίας, εφ΄όσον το δικαστικόν συμβούλιον αναφέρεται εις πρότασιν εισαγγελέως, με την οποίαν αυτός αναφέρεται εις προγενεστέραν πρότασίν του ενσωματωθείσαν εις αναιρεθέν βούλευμα, αφού μετά του αναιρεθέντος βουλεύματος εξαφανίζεται και η εμπεριεχομένη εις αυτό εισαγγελική πρότασις (Α.Π. 1527/2000, 1367/1999, 1103/1995, Ποιν Δικ 2001 σελ. 325, 2000 σελ. 113, Ποιν Χρ ΜΣΤ΄ σελ. 243 αντιστ. κ.ά., αντιθ. Α.Π. 507/2005 Π Λογ 2005 σελ. 470).

V. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών Πειραιώς, δια του υπ΄αριθμ. 221/2003 βουλεύματός του, με καθολικήν αναφοράν εις την ενσωματωθείσαν εις αυτό πρότασιν της Αντεισαγγελέως Εφετών Κωνσταντίνας Γκίκα, απέρριψε την έφεσιν του κατηγορουμένου ... κατά του υπ΄αριθμ. 1655/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και επεκύρωσε το βούλευμα τούτο, που παρέπεμψεν αυτόν εις το ακροατήριον δια να δικασθή δια απάτην, εκ της οποίας η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσόν των 73.000 ευρώ, κατ΄εξακολούθησιν και κατ΄επάγγελμα.

Κατόπιν ασκηθείσης υπό του κατηγορουμένου αναιρέσεως ο ΄Αρειος Πάγος, δια της υπ΄αριθμ. 1494/2005 αποφάσεώς του, ανήρεσε το εφετειακόν βούλευμα και παρέπεμψε την υπόθεσιν προς νέαν κρίσιν εις το άνω Συμβούλιον Εφετών. Εις το Συμβούλιον τούτο μετέσχε και πάλιν η ιδία Αντεισαγγελεύς Εφετών Κωνσταντίνα Γκίκα.

Η συμμετοχή της ήτο ανεπίτρεπτος, συμφώνως προς όσα ελέχθησαν, γενομένη κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. α΄, 523 Κ.Π.Δ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη απόλυτος ακυρότης λόγω κακής συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον δια της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως βούλευμα.

Πέραν όμως τούτου το ανωτέρω Συμβούλιον ανεφέρθη, κατά τα μνημονευόμενα εις το βούλευμα αυτό σημεία, εις την ενσωματωθείσαν εις αυτό πρότασιν της ανωτέρω Εισαγγελέως. Πλην όμως και η εν λόγω Εισαγγελεύς, δια της προτάσεώς της αυτής είχεν αναφερθή συμπληρωματικώς εις την προγενεστέραν πρότασίν της, εις την οποίαν είχε κάνει καθολικήν αναφοράν το ανωτέρω Συμβούλιον και είχεν ενσωματωθή εις το εκδοθέν υπ΄αριθμ. 221/2003 βούλευμά του, το οποίον όμως ανηρέθη.

Εν όψει της αναιρέσεώς του εξηφανίσθη και η ενσωματωθείσα εις αυτό εισαγγελική πρότασις και ήτο ανεπίτρεπτος η συμπληρωματική αναφορά εις αυτήν υπό της άνω Εισαγγελέως. Τοιουτοτρόπως το πληττόμενον βούλευμα διέλαβεν ελλιπή και όχι σύμφωνον με τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ. ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν.

Κατ΄ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθή το πληττόμενον βούλευμα, κατά τους βασίμους λόγους αναιρέσεως α) απολύτου ακυρότητος και β) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Δικαστικόν Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων Δικαστών και Εισαγγελέως.

Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθή η από 7 Μαρτίου 2006 αίτησις του αναιρεσείοντος ... περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου υμών προς παροχήν διασαφήσεων.

ΙΙ. Να αναιρεθή το υπ΄αριθμ. 35/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

ΙΙΙ. Να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων Δικαστών και Εισαγγελέως, εκτός των πρότερον συμμετασχόντων εις αυτό.- Αθήνα 30 Μαΐου 2006 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου για παροχή διασαφήσεων (άρθρα 309 παρ. 2 και 485 παρ. 1, 3 και 4 Κ.Π.Δ.), πρέπει, να απορριφθεί, ως ουσιαστικώς αβάσιμο, αφού στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πλημμέλειες που αποδίδονται με τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως στο πληττόμενο βούλευμα.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μελλοντικής εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτούμενων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία απ' αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεσή τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα.

Ετσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο θα υπήρχαν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονταν και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούσαν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.

Όμως, τελείται μία πράξη απάτης, όταν συνεπεία της άπαξ προκληθείσας πλάνης ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες και σε διάφορους χρόνους επιζήμιες πράξεις. IV. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας. V. Επίσης, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχτηκε ότι από τα αναφερόμενα σ' αυτό αποδεικτικά μέσα, προκύπτουν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Στον Πειραιά και εντός του χρονικού διαστήματος από μηνός Ιανουαρίου 2000 μέχρι και μηνός Ιανουαρίου 2001, με σκοπό να αποκομίσει ο κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η δε προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.

Ειδικότερα, εντός του χρονικού διαστήματος από μηνός Ιανουαρίου μέχρι και μηνός Μαρτίου 2000 και υπό την ιδιότητά του ως δήθεν εκπροσώπου της εδρεύουσας, κατά το καταστατικό της, στη ... εταιρίας με την επωνυμία "SEA SPRAY MARITIME LTD", στην πραγματικότητα, όμως, ατομικά, αφού η ανωτέρω εταιρία ανήκε στην ιδιοκτησία του, δεδομένου ότι τυγχάνει ο μοναδικός της μέτοχος, μετέβη στα επί της..., γραφεία της εγκατεστημένης νομίμως στην Ελλάδα και εδρεύουσας στη...

εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "DOVANKO MARINE INC." και προκειμένου να πετύχει με ευνοϊκούς όρους την κατάρτιση σύμβασης έργου επισκευής του πλοίου "...", ήδη μετονομασθέντος σε "...", πλοιοκτησίας του, παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της εταιρίας αυτής, ότι είναι γόνος πλούσιας οικογένειας και πετυχημένος επιχειρηματίας με έντονη οικονομική δραστηριότητα στο χώρο της ναυτιλίας και στην κατασκευή μεγάλων κτιρίων, με πολύ μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, που του επιτρέπει να εκπληρώνει ανά πάσα στιγμή τις οικονομικές υποχρεώσεις του.

Συγκεκριμένα, παρέστησε ψευδώς, ότι διαθέτει μεγάλες χρηματικές καταθέσεις σε τράπεζες και ακίνητη περιουσία αξίας πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, ήτοι μονοκατοικία με μεγάλο οικόπεδο στο ..., πολυτελές διαμέρισμα στην οδό ..., μεγάλο κτήμα στην ..., ένα οικόπεδο στον οικισμό δικαστών στο ... και άλλα.

Με τις ως άνω παραστάσεις του, οι οποίες εν γνώσει του ήταν ψευδείς, αφού ούτε γόνος πλούσιας οικογένειας, ούτε πετυχημένος και φερέγγυος επιχειρηματίας με άνεση πληρωμής ήταν, ούτε πολύ μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία είχε, αφού τα μοναδικά ακίνητα που είχε στην κυριότητά του ήταν ένα μικρό γραφείο 33 τ.μ.

στην οδό ..., το 1/4 αξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου στην ..., το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος στην οδό ..., το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου στο ... και το 1/5 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού στην ..., ενώ όλα τα ως άνω ακίνητα ήταν βεβαρημένα με εμπράγματα βάρη (γεγονός που απέκρυψε) και επί πλέον εγγυώμενος προσωπικά για την απόλυτη φερεγγυότητα, τόσο της ως άνω πλοιοκτήτριας εταιρίας του, που στην πραγματικότητα ήταν αυτός ο ίδιος, όσο και της δικής του, πέτυχε να συνομολογήσει με την προαναφερόμενη εγκαλούσα εταιρία "DOVANKO MARINE INC." τους πιο κάτω ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής της εργολαβικής αμοιβής για την επισκευή του ως άνω πλοίου, με τους οποίους (όρους) η εργολάβος συμφωνούσε μόνο με τους παλαιούς και αποδεδειγμένα φερέγγυους πελάτες της, ήτοι:

καταβολή μόνο του 50% της εργολαβικής αμοιβής πριν αποπλεύσει το υπό επισκευή πλοίο από τα ναυπηγεία της πόλεως ..., όπου εκπρόκειτο να επισκευασθεί, και αποπληρωμή της υπόλοιπης αμοιβής σε τρεις δόσεις και δη του 10% μετά από 30 ημέρες, του 20% μετά από 60 ημέρες και του υπολοίπου τιμήματος σε 90 ημέρες. Ετσι, περί τα μέσα Νοεμβρίου του 2000, όταν η επισκευή του πλοίου είχε τελειώσει και, ενώ, η αμοιβή για τις εν γένει επισκευαστικές εργασίες και ανταλλακτικά ανήλθε συνολικά στο ποσό των 1.469.902 δολλαρίων ΗΠΑ, επιτράπηκε η αποχώρηση αυτού από τα ως άνω ναυπηγεία με την καταβολή από μέρους του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα εταιρία του ποσού των 840.000 δολλαρίων ΗΠΑ, χωρίς μάλιστα να ζητηθεί από αυτήν εμπράγματη ασφάλεια ή προσωπική εγγύηση φερέγγυου ποσώπου για το υπόλοιπο της αμοιβής, παρά μόνον η εκ μέρους του παροχή τραπεζικών επιταγών εκδόσεώς του, οι οποίες δόθηκαν χάριν εξοφλήσεως του υπολοίπου της αμοιβής.

Επί πλέον, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Ιανουαρίου του 2001, προκειμένου να αποφύγει ποινική ευθύνη του για τραπεζική επιταγή ποσού 280.000 δολλαρίων ΗΠΑ, την οποία είχε εκδώσει και παραδώσει αυτός στην εργολήπτρια - εγκαλούσα εταιρία, χάριν εξοφλήσεως μέρους του υπολοίπου της αμοιβής και η οποία ήταν πληρωτέα στην Ελλάδα εντός του μηνός Φεβρουαρίου 2001, πέτυχε να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους της ως άνω εταιρίας να του την επιστρέψουν με την αιτιολογία ότι δήθεν τα κεφάλαιά του ήταν κατατεθειμένα σε τράπεζα της Αγγλίας, τους παρέδωσε δε αντί αυτής άλλη επιταγή που ήταν πληρωτέα στην ως άνω χώρα, στην οποία η έκδοση επιταγής δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη.

Στη συνέχεια, τόσο η ως άνω επιταγή όσο και άλλη ισόποση δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησής τους, αυτός δε απέφυγε την ποινική του ευθύνη. Με την ανωτέρω απατηλή του συμπεριφορά επεδίωκε αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος, αντίστοιχο της ζημίας που υπέστη η περιουσία της εργολήπτριας - εγκαλούσας εταιρίας, η οποία ζημιώθηκε κατά το ποσό των 629.902 δολλαρίων ΗΠΑ (πλέον τόκων και εξόδων), που αποτελεί το υπόλοιπο της συμφωνηθείσης αμοιβής της για την επισκευή του προαναφερόμενου πλοίου "..." και που δεν έχει εξοφλήσει μέχρι σήμερα, ενώ, αν η εν λόγω εταιρία δεν είχε πεισθεί στις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του, δεν θα είχε καταρτίσει την επίμαχη σύμβαση έργου με τους προαναφερόμενους ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής της αμοιβής, ούτε θα είχε επιτρέψει στο ως άνω πλοίο να αποπλεύσει από τα ναυπηγεία της ...

πριν εξοφληθεί πλήρως η παραπάνω αμοιβή. Ακολούθως, έκανε εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο μεταρρύθμισε εν μέρει και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς (για Κακουργήματα) Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να δικαστεί για απάτη σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος της εδρεύουσας στη...

και εγκατεστημένης στην Ελλάδα Εταιρίας με την επωνυμία "DOVANKO MARINE INC" , από την οποία η προξενηθείσα στην παθούσα ζημία και το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο αναιρεσείων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 386 παρ. 1β-α και 3β του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια, με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.

Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τον αναιρεσείοντα ατομικώς και όχι με την ιδιότητά του, ως εκπροσώπου της εδρεύουσας στη ... εταιρίας με την επωνυμία "SEA SPRAY MARITIME LTD", με την αναφορά στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι αυτός δεν συνηλλάγη με την εγκαλούσα υπό την ανωτέρω ιδιότητα του εκπροσώπου της παραπάνω εταιρίας, η οποία ήταν μόνο στα χαρτιά, αλλά ατομικώς, καθόσον η ως άνω εταιρία και αυτός ήταν το ίδιο πράγμα, αφού η εταιρεία ανήκε όπως προαναφέρθηκε στον ίδιο, ο οποίος ήταν ο μοναδικός της μέτοχος.

Περαιτέρω, αιτιολογείται η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ, αφενός μεν της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της προκληθείσας, συνεπεία της συμπεριφοράς του αυτής, πλάνης στους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρίας "DOVANKO MARINE INC" και αφετέρου, μεταξύ της προκληθείσας ως άνω πλάνης από τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος και της περιουσιακής ζημίας της εγκαλούσας, συνεπεία της οποίας (ως άνω) η εγκαλούσα εταιρεία προέβη στη συνιστώσα την περιουσιακή βλάβη, διάθεση με την σύναψη της από 20.3.2000 συμβάσεως έργου με τους αναφερόμενους στο σκεπτικό, ευνοϊκούς όρους, ως προς την αποπληρωμή της εργολαβικής αμοιβής στην οποία (σύναψη συμβάσεως) η εγκαλούσα δεν θα προέβαινε, εάν δεν είχε παραπειστεί από τις εν γνώσει του αναιρεσείοντος ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του, ως προς τη φερεγγυότητα, τόσο του ίδιου, όσο και της φερομένης ως εκπροσωπουμένης από αυτόν ως άνω εταιρίας.

Επίσης, προσδιορίζεται το ύψος της προξενηθείσας στην εγκαλούσα ζημίας, ανερχομένης στο ποσό των 560.000 δολαρίων ΗΠΑ, που ήταν η αξία των επίμαχων δυο ακάλυπτων επιταγών, που εξέδωσε ο αναιρεσείων σε διαταγή της εγκαλούσας. Η αναφορά των επιταγών αυτών στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος και μάλιστα της αντικαταστάσεως της μιας εξ αυτών, που είχε εκδοθεί και ήταν πληρωτέα στην Ελλάδα, με άλλη ισόποση επιταγή πληρωτέα σε τράπεζα της Αγγλίας, όπου η έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη, προς αποφυγή της ποινικής του ευθύνης, αφού προηγουμένως έπεισε τους υπαλλήλους της εγκαλούσας, ότι τα δήθεν κεφάλαιά του ήταν κατατεθειμένα στην πληρώτρια αγγλική τράπεζα, δεν δημιουργεί αντίφαση, ούτε στην ίδια την αιτιολογία του βουλεύματος, ούτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, αφού, όπως από το σύνολο του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό του βουλεύματος προκύπτει, η διαπραχθείσα από τον αναιρεσείοντα απάτη, για την οποία παραπέμπεται να δικαστεί, δεν συνδέεται με την έκδοση των επιταγών αυτών, ούτε με την αντικατάσταση της μιας, που είχε εκδοθεί και ήταν πληρωτέα στην Ελλάδα, με την άλλη, που ήταν πληρωτέα στην Αγγλία, δοθέντος μάλιστα ότι, για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η επέλευση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας, στην έννοια της οποίας δεν υπάγεται η αποφυγή της ποινικής ευθύνης του δράστη, η οποία σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στην περιουσιακή ζημία του παθόντος, αλλά απλώς η αναφορά των περιστατικών αυτών γίνεται διηγηματικώς.

Τέλος, δεν συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η συμπληρωματική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμά του πρόταση της αντεισαγγελέως Εφετών, ως προς ορισμένα σημεία αυτής και συγκεκριμένα: α) ως προς το σημείο της τέλεσης απάτης κατ' εξακολούθηση, που δέχεται ότι δεν πρόκειται για απάτη κατ' εξακολούθηση, αλλά για απάτη, που τελέστηκε εφάπαξ, με ενιαία και όχι εξακολουθητική συμπεριφορά, β) ως προς το σημείο της συναλλαγής του αναιρεσείοντος με την εγκαλούσα εταιρία, που δέχεται ότι αυτός δεν συνηλλάγη με την εγκαλούσα με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της εταιρίας "SEA SPRAY MARITIME LTD" αλλά ατομικώς, καθόσον η τελευταία ήταν στα χαρτιά, αυτός και εκείνη ήταν το ίδιο πράγμα, αφού ήταν ο μοναδικός της μέτοχος και ανήκε στην ιδιοκτησία του και γ) ως προς το σημείο, που δέχεται ότι αυτός εγγυήθηκε, τόσο για την δική του φερεγγυότητα, όσο και για τη φερεγγυότητα της ανωτέρω εταιρίας.

Τα τρία αυτά σημεία αναφέρονται αποκλειστικώς και αυτοτελώς στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δεν συμπληρώνονται από την ενσωματωμένη στο αναιρεθέν υπ' αριθμ. 221/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, εισαγγελική πρόταση. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με το δεύτερο από αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτος και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.

VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 519 και 523 ΚΠΔ, οι οποίες αφορούν την αναίρεση κατά αποφάσεων και εφαρμόζονται αναλόγως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στα βουλεύματα, με την πρώτη των οποίων προβλέπεται η παραπομπή της υποθέσεως για νέα συζήτηση σε ομοειδές και ισόβαθμό δικαστήριο, άλλο από εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε και με τη δεύτερη ορίζεται, ότι στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ένορκος και δικαστής από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, προκύπτει ότι δεν συνιστά κακή σύνθεση του μετ' αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου η υποβολή προτάσεως και συμμετοχή σ' αυτό του εισαγγελέως, που είχε υποβάλει την πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκδώσει το βούλευμα που αναιρέθηκε, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' έφεση μετά την αναίρεση της απόφασης ή του βουλεύματος, προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης ή του αναιρεθέντος βουλεύματος, οπότε δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα αυτών και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. α' ή 484 παρ. 1 περ. α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της απόφασης ή του βουλεύματος.

Ο Εισαγγελέας, όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός κατά το άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβουλίου, όπου περιορίζεται απλώς να προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου ή την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή την απαλλαγή του από την κατηγορία κλπ, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης ή του βουλεύματος, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ψήφο ου δικαστή, ούτε η τοιαύτη συμμετοχή του προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης και απαιτεί την εκδίκαση της υπόθεσης από αμερόληπτο δικαστή, αφού, όπως προαναφέρθηκε αυτός δεν συμπράττει με την ψήφο του στην έκδοση της απόφασης ή του βουλεύματος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, λόγω συμμετοχής στο Συμβούλιο που το εξέδωσε, της αντεισαγγελέως Εφετών, η οποία έχει υποβάλει πρόταση στο ίδιο Συμβούλιο, που είχε εκδώσει το βούλευμα που αναιρέθηκε, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, επειδή δε, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Μαρτίου 2006 αίτηση του ... για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, καθώς και την υπό ιδίαν ημερομηνία αίτηση του ίδιου για αναίρεση του υπ' αριθ. 35/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2006.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ