Legislator Case Law & Legislation
2202/2018 AI generated

2202/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2202/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2202/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Keywords

AI generated
psychological trauma commitment to a psychiatric hospital mental health status psychiatric evidence duress by threat sexual act with a prisoner
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2202 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2202/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλο, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ.-Χ. του Δ. κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61-62/2018 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Δ. Χ. του Κ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζηϊωάννου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 10232/19-9-2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1224/2018.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I)Η από 19-9-2018 αίτηση-δήλωση (αρ.πρ. 10232/2018) του Ν. Μ. - Χ. του Δ., για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 61-62/2018 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.

II)Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 33 παρ. 1 Ν. 2172/1993, με το οποίο καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου.

Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου του ΠΚ, προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διατάξεως απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή την επιβολή πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως.

Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της σταθμίσεως των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτήν, χωρίς να φθάνει μέχρι του σημείου ώστε να προκαλεί διατάραξη της συνειδήσεως, η οποία επιφέρει στέρηση της ικανότητας ή μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κατά τα άρθρα 34 και 36 του Π.Κ.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.

Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης , που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 61- 62/2018 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα, μεταξύ άλλων, ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις 1) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, 2) παράνομης οπλοφορίας και 3) οπλοχρησίας και τον καταδίκασε, για μεν την πρώτη πράξη, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, ενώ για τις λοιπές δύο πράξεις σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο δέχθηκε (καθ' ο μέρος η απόφαση αφορά τον αναιρεσείοντα), κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 31-3-2013 και περί ώρα 05.00' οι κατηγορούμενοι μετέβησαν με αυτοκίνητο στην επί της οδού ...

στο ... ισόγεια κατοικία, όπου διέμενε με την οικογένειά του ο Γ. Χ.. Αφού στάθμευσαν το όχημα τους έξω από την οικία αυτή, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Ν. Μ. (αναιρεσείων) και Α. Μ.), αδέρφια μεταξύ τους, κρατώντας ο πρώτος ένα πιστόλι τύπου Tokarev και ο δεύτερος κυνηγετική καραμπίνα, εισήλθαν μέσα στην οικία με βίαιο τρόπο, σπάζοντας και αποκολλώντας την εξωτερική πόρτα της.

Προηγουμένως, ο Ν. Μ. (αναιρεσείων) πυροβόλησε απ' το προαύλιο προς το εσωτερικό της οικίας. Σκοπός της πράξης τους αυτής ήταν n αναζήτηση του Γ. Χ., με τον οποίο οι εν λόγω δυο κατηγορούμενοι είχαν προσωπικές διαφορές με αφορμή μια κοινή φίλη τους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να διαπληκτιστούν δύο φορές σε προγενέστερο χρόνο.

Όμως, ο Γ. Χ. απουσίαζε εκείνη τη στιγμή από την οικία, στην οποία βρίσκονταν πολλά μέλη της οικογένειας Χ. και μεταξύ αυτών και ανήλικα παιδιά. Μετά τη βίαιη είσοδο τους στην οικία, ο μεν Α. Μ. συγκέντρωσε όλα τα μέλη της οικογένειας σε κάποιο σημείο του σαλονιού, ώστε να ελέγχει τις κινήσεις τους και μόνο n Ρ.

Ν., κρατώντας στην αγκαλιά της τη μικρή αδερφή της, έντρομη έτρεξε προς το δωμάτιο που κοιμόταν ο αδερφός της Κ. Χ.. Εκεί την ακολούθησε ο Ν. Μ.(αναιρεσείων), ο οποίος προβάλλοντας το πιστόλι που κρατούσε στον Κ. Χ. το ρώτησε απειλητικά πού βρίσκεται ο αδερφός του Γ. Μόλις όμως ο Κ. Χ. του απάντησε ότι δε γνωρίζει, ο Ν.

Μ. (αναιρεσείων), από απόσταση ενός περίπου μέτρου, τον πυροβόλησε τρεις φορές με την πρώτη να τον πετυχαίνει στο στήθος, ενώ, όταν n Ρ. Ν. προσπάθησε να τον εμποδίσει, την τράβηξε από τα μαλλιά και ταυτόχρονα σε έξαλλη κατάσταση, αφού και πάλι ρώτησε τον Κ. Χ. και πήρε και πάλι αρνητική απάντηση, τον πυροβόλησε ακόμη δύο φορές.

Τέλος, τον πυροβόλησε και έκτη φορά, όταν τον είδε να σύρετε τραυματισμένος προς το σαλόνι. Καθ' όλη τη διάρκεια των παραπάνω γεγονότων, ο Α. Μ. επιτηρούσε τα λοιπά μέλη της οικογένειας σημαδεύοντας και απειλώντας τους με την καραμπίνα που κρατούσε, ώστε να μη Αποτολμήσουν αυτοί να επέμβουν και να ματαιώσουν τον ανθρωποκτόνο σκοπό του αδερφού του Ν.

Χ., (αναιρεσείων). Αμέσως μετά το παραπάνω τραγικό συμβάν, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι βγήκαν από το σπίτι ακολουθούμενοι από τη μητέρα του Κ. Χ., για την οποία ο Ν. Μ. (αναιρεσείων), (αναιρεσείων) είπε στον Α. Μ. να τη σκοτώσουν και αυτήν ώστε να προκαλέσουν το Γ. Χ., που αναζητούσαν, να εμφανιστεί. Τότε, όμως, επενέβη ο Ε.

Τ., ο οποίος ευρισκόμενος στην αυλή τους ματαίωσε το σκοπό τους αυτό, το γεγονός δε αυτό κατατέθηκε από τα αδέρφια του θύματος Μ. Ν. και Α. Ν.. Ακολούθησε η διακομιδή του Κ. Χ. στο Γ.Ν. ..., όπου νοσηλεύτηκε αυτός διασωληνωμένος σε καταστολή σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, τελικώς, όμως, εξαιτίας των πολλαπλών τραυμάτων του και ιδίως του τραύματος στο θώρακα, υπέστη πολυοργανική ανεπάρκεια, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του την 11.4.2013.

Οι κατηγορούμενοι Ν. Μ. (αναιρεσείων) και Α. Μ. απολογούμενοι κατέθεσαν ότι αιτία των όσων συνέβησαν υπήρξε η σχέση του του δεύτερου από αυτούς με μία γυναίκα (τη μάρτυρα Υ. Κ. του Μ.), την οποία διεκδικούσε και ο αδερφός του θύματος Γ. Χ.. Μάλιστα, αναφέρθηκαν εκτενώς για βίαια επεισόδια, που έλαβαν χώρα μεταξύ τους πριν από μερικές ημέρες.

Όμως, η διαφορά του Γ. Χ. με τους δύο κατηγορούμενους αδερφούς (Ν. Μ. (αναιρεσείων) και Α. Μ.) για το ποιος θα έχει ερωτική σχέση με τη συγκεκριμένη γυναίκα, καθώς και οι εξαιτίας της διαφοράς αυτής διαπληκτισμοί έστω και βίσιοι, μεταξύ του Γ. Χ. και του Ν. Μ., (αναιρεσείοντος) που προηγήθηκαν, είναι αδιάφοροι και από νομική και ουσιαστική άποψη, καθόσον αφορά στον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ένδικη ανθρωποκτόνος πράξη έγινε υπό συνθήκες βρασμού ψυχικής ορμής του Ν.

Μ.. Και τούτο διότι, έστω και είναι αληθινός ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι υπέστη "άγριο ξυλοδαρμό" εκ μέρους του Γ. Χ. την προηγούμενη ημέρα, καμία ευθύνη δεν είχε γι' αυτό ο θανών Κ. Χ., ο οποίος, ας σημειωθεί, ούτε καν γνώριζε την Υ. Κ., ούτε άλλη διαφορά είχε με τους δύο αδερφούς κατηγορουμένους. Εξάλλου προς επίρρωση του ίδιου αυτοτελούς ισχυρισμού (συνδρομή βρασμού ψυχικής ορμής) γίνεται επίκληση ότι ο Γ.

Χ. βιντεοσκόπησε εξευτελιστική για το Ν. Μ. σκηνή του ξυλοδαρμού του και ότι τη σχετική βιντεοταινία αναζητούσε αυτός στην οικία της οικογένειας Χ.. Όμως, ούτε αυτό ασκεί έννομη επιρροή σχετικώς, δεδομένου ότι ο θανών ούτε συμμετείχε στον επικαλούμενο ξυλοδαρμό του Ν. Μ. (αναιρεσείοντος), ούτε ποτέ βιντεοσκόπησε το ξυλοδαρμό αυτόν.

Τέλος, ενόψει της μη εμπλοκής του θανόντος Κ.υ Χ. σε οποιαδήποτε διένεξη μεταξύ του του Γ. Χ. και των δύο αδερφών κατηγορουμένων, ούτε και η επικαλούμενη κατάσταση μέθης των τελευταίων μπορεί να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό τους περί της ένδικης ανθρωποκτονίας σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο ...

την 31-3-2013 και περί ώρα 05.20 ενεργώντας με πρόθεση Με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσαν περισσότερα από ένα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α στον ως άνω τόπο και χρόνο με πρόθεση σκότωσε άλλον, ευρισκόμενος σε ψυχική ηρεμία, τόσο κατά την απόφαση όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον Κ.

Χ. του Σ. Ν. και της Δ. Χ., γεν. 11-02-1990, αφού εισήλθε στην οικία που διέμενε ο τελευταίος και σε δωμάτιο αυτής επί της οδού ..., με σκοπό να τον σκοτώσει, επιτέθηκε σ' αυτόν και κρατώντας ένα πιστόλι τύπου TOKAREV διαμετρήματος 7,62 mm, πυροβόλησε εναντίον του τουλάχιστον έξι (6) φορές από κοντινή απόσταση, με αποτέλεσμα να του προξενήσει ένα διαμπερές τραύμα στο αριστερό ημιθωράκιο που του προκάλεσε ρήξη του αριστερού πνεύμονα, ένα τραύμα στο αριστερό πόδι, ένα τραύμα στο δεξί πόδι, ένα τραύμα στο αριστερό χέρι και ένα τραύμα στην αριστερή κοιλιακή χώρα και εν τέλει πολυοργανική ανεπάρκεια, εκ της οποίας ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε ο θάνατος αυτού.

Τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης του, βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, Β έφερε παράνομα και συγκεκριμένα χωρίς την άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του όπλο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. ΙΑ του Ν. 2168/1993. Ειδικότερα, έφερε ένα πιστόλι τύπου TOKAREV διαμετρήματος 7,62 mm, χωρίς την άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του, όπως περιγράφεται ανωτέρω στην υπό στοιχεία Α πράξη, p με πρόθεση χρησιμοποίησε όπλο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.

ΙΑ του Ν. 2168/1993, για να διαπράξει κακούργημα. Ειδικότερα, διέπραξε το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως αναφέρεται ανωτέρω αναλυτικά στο στοιχείο Α πράξη". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των όρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικό κενό, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.

Ια, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 ΠΚ και 1, παρ. 1 εδ. β', 10 παρ. 1,13α, 14, 16 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου . Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Κι αυτό διότι, με ιδιαίτερες σκέψεις και την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια θεμελιώνεται η κατάφαση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της Ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και η ανυπαρξία "βρασμού ψυχικής ορμής", με λεπτομερή παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και καταδεικνύουν τον προς τούτο δόλο του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε επίγνωση ότι ο θανών Κ.

Χ. δεν είχε καμία ευθύνη για τον τυχόν ξυλοδαρμό την προηγούμενη μέρα, ούτε βιντεοσκόπησε το εν λόγω ξυλοδαρμό.

Συνεπώς, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ , με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν .

Ill) Από τις διατάξεις των όρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.

δ1 του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του παρεχόμενου στον κατηγορούμενο από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε.

Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το όρθρο 358 ΚΠΔ).

Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της (σελ. 54-55), μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και η από 29-5-2013 υπεύθυνη δήλωση, καθώς και φωτογραφίες, στις οποίες γίνεται αριθμητική αναφορά (3,6,3).

Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών και του είδους αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους ή του συντάκτη τους, αφού, ειδικότερα τα έγγραφα αυτά με την ανάγνωση του κειμένου τους (στην περίπτωση της υπεύθυνης δήλωσης) και της επίδειξης τους (στην περίπτωση των φωτογραφιών) στο ακροατήριο, χωρίς να προβληθεί καμία αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης (σελ.56 πρακτικών), κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον αναιρεσείοντα και στην παρισταμένη κατά την ανάγνωση συνήγορο του, οπότε αυτός άκουσε το περιεχόμενο τους και είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων αυτών στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη.

Επομένως, ορθώς το Εφετείο συνεκτίμησε και τα προαναφερθέντα αναγνωσθέντα έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου συναφής λόγος αναιρέσεως του αιτούντος , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένα η ταυτότητά τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV) Όπως προαναφέρεται, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο όρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως.

Η προβολή των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης να γίνεται και προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικό περιστατικό, που απαιτούνται κατά νόμο^ για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Όταν δε προτείνεται ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού απαιτείται επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του όρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, β, γ, δ και ε, που συνίστανται στο "α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", β) "το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, "δ) το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και "ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του".

Ειδικότερα, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της εννόμου τάξεως και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικό θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας.

Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.

Περαιτέρω, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικό να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης, η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξεως του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς - αιτήματα αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και δ' του ΠΚ, διαλαμβάνοντας, ως προς την πρώτη ελαφρυντική περίσταση (πρότερο έντιμο βίο), κατά λέξη, τα ακόλουθα "Έως τον χρόνο που τέλεσε την πράξη του έζησε μια απόλυτα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην …, όντας το δεύτερο παιδί αχό τα τρία αδέρφια μιας οικογένειας βιοπαλαιστών, η οποία και του εμφύτευσε από την αρχή της ζωής τόσο τις ηθικές αξίες της εργασίας και της δημιουργίας οικογένειας και αυτός ήταν ο λόγος που ο κατηγορούμενος επέλεξε πολύ νωρίς να δημιουργήσει με τον πρώτο του έρωτα, οικογένεια και να εργάζεται νυχθημερόν για να μη τους λείψει τίποτα, χωρίς ποτέ να έχει καταφύγει σε παράνομους τρόπους εξεύρεσης χρημάτων.

Η ζωή του πρώτου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντα) μέχρι και την ημέρα που συνέβη το τραγικό συμβάν που είχε ως αποτέλεσμα να απολέσει την ζωή του το τραγικό θύμα, ήταν αφιερωμένη στην οικογένεια του και στην εργασία του, ενώ ουδέποτε είχε καταδικασθεί για το παραμικρό αδίκημα, ούτε για μια απλή παράβαση ΚΟΚ, όπως αποδεικνύεται και από το λευκό ποινικό του μητρώο".

Περαιτέρω, δε, ως προς τη δεύτερη ελαφρυντική περίσταση (ειλικρινή μετάνοια), ισχυρίσθηκε ο ίδιος κατά την απολογία του, αλλά και η συνήγορος του, ότι ζήτησε "ένα μεγάλο συγγνώμη" " απ' τους οικείους του θύματος και ότι βοήθησε τις διωκτικές αρχές στη διελεύκανση του εγκλήματος. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι αφού δεν εκτίθενται επαρκή προς τούτο περιστατικά για τη θεμελίωσή τους.

Το δικαστήριο της ουσίας, επομένως, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών αυτών, απάντησε εκ περισσού και τους απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία "Ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του εδ. α', επικαλέστηκε ότι έχει καθαρό ποινικό μητρώο και ότι μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης του υπήρξε από μικρό παιδί βιοπαλαιστής στη ζωή και αφότου δημιούργησε οικογένεια εργάζεται νυχθημερόν και εντίμως για την ανατροφή των παιδιών του.

Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για την αναγνώριση του εν λόγια ελαφρυντικού, δε συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, δηλαδή n θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του, αν και αποδείχθηκε ότι πριν από την πράξη του έλαβαν χώρα περιστατικά, κατά τα οποία έκανε αυτός χρήση όπλου (διαπληκτισμοί με το Γ.

Χ.) και, όπως είπε και κατά την απολογία του "Είναι το έθιμό μας να έχουμε όπλα". Ως προς τη συνδρομή του στοιχείου του εδ. δ', επικαλέστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος ότι μετά την πράξη του εξέφρασε την απόλυτα ειλικρινή συγνώμη και λύπη του γι' αυτό που συνέβη και ότι βοήθησε

τις διωκτικές αρχές να διευκολύνουν τις ακριβείς συνθήκες τέλεσης του θανατηφόρου συμβάντος. Όμως και ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, ουδέποτε ζήτησε συγνώμη από τους συγγενείς του θύματος, αντίθετα αυτοί κατέθεσαν ότι τους απειλούσε και ενόσω ακόμη ήταν κρατούμενος στη φυλακή, ενώ ούτε τις αστυνομικές αρχές βοήθησε, αφού πάντοτε απέδιδε, αλλά και κατά την απολογία του ισχυρίστηκε, ότι το έγκλημά του έγινε εξαιτίας της απόπειρας του θύματος να κάνει χρήση όπλου εναντίον του, πράγμα όμως που δεν αποδείχθηκε". Επομένως, το δικαστήριο, απορρίπτοντας τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς του ως άνω αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

V) Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δαπάνη της νομίμως παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ και 176,183 ΚΠολΔ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-9-2018 αίτηση - δήλωση (αρ.πρ. 10232/2018) του Ν. Μ. - Χ., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γ.Κ.Κ. ..., για αναίρεση της απόφασης 61-62/2018 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης

Επιβάλλει στον αναιρεσειοντα την πληρωμή των δικαστικών εξόδων που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και της δαπάνης της νομίμως παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχεται στα πεντακόσια (500)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ