2202/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 306/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1269/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-2-2014 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2202/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β', όπως αυτό προστέθηκε με το άρθ.62 ν. 4139/2013, ΑΠ 969/2014). (Β) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1269/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ.
Full text
Απόφαση 2202 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2202/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Σ., έως και 46) Σ. Σ., κατοίκων ... . Εκ των ανωτέρω οι με α.α. αναίρεσης 2ος, 4ος και 39ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όλοι οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνη Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.) ως καθολικού διαδόχου νυν καταργηθέντων λόγω ενοποίησης Ταμείων ΤΕΒΕ, Τ.Α.Ε. και ΤΣΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 306/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1269/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-2-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 62 εδ. α', 73, 159 αριθ.2, 160 αριθ.1, 536 αριθ.1 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθ.536 αριθ.1 ΚΠολΔ που βρίσκεται στην ζωή και κατά συνέπεια αναίρεση που ασκήθηκε στο όνομα προσώπου, το οποίο κατά τον χρόνο άσκησης (δηλ.
κατάθεσης, άρθ. 495 ΚΠολΔ) αυτής είχε ήδη πεθάνει, είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή, αναγομένη σε έλλειψη της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (ΑΠ 658/2012, 1197, 537, 448/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 1269/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε την 26-2-2014 (βλ.
με αριθ. 21/2014 έκθεση που συνέταξε η αρμόδια γραμματέας του Πρωτοδικείου Αθηνών), ενώ η 4η αναιρεσείουσα Ε. Α. πέθανε την 9-12-2010, όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη με επίκληση από 22-9-2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξεν ο ληξίαρχος Πειραιά. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον μέρος της ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα αυτήν είναι απορριπτέας ως απαράδεκτη, δεν τίθεται δε θέμα διακοπής της δίκης λόγω θανάτου αυτής και η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του συζύγου και των δύο τέκνων αυτής ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της (με αριθ.
πρωτ. .../2010 πιστοποιητικό του Δήμου Πειραιά), που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, για συνέχιση της δίκης εκ μέρους αυτών, στερείται εννόμων συνεπειών (ΑΠ 658/2012).
ΙΙ. (Α) Από τις διατάξεις των άρθ.108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν συμμετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, δηλ. με πληρεξούσιο δικηγόρο έχοντα πληρεξουσιότητα χορηγηθείσα με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση της υπογραφής του παρέχοντος την πληρεξουσιότητα από αρμόδια προς τούτο αρχή (άρθ. 94§1, 96§§1 και 2, 104 ΚΠολΔ, ΑΠ 30/2013) το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης και αν μεν της συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.
δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός από τους διαδίκους την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπουμένους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους νόμιμα κλητευθέντες και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς του λοιπούς (άρθ.576§3 εδ.
β', όπως αυτό προστέθηκε με το άρθ.62 ν. 4139/2013, ΑΠ 969/2014). (Β) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 1269/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ.
ΟΑΕΕ απορρίφθηκε (ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, αλλά και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων με αντικείμενο αξιώσεις κάθε ενός απ' αυτούς από την απασχόλησή τους στο αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) με συμβάσεις όχι έργου, όπως χαρακτηρίζονταν, αλλά, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εξαρτημένης εργασίας, προσδιορίσθηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στη αρχή της απόφασης αυτής. (2) Κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ήταν απόντες και δεν παραστάθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο οι 2ος και 39η αναιρεσείοντες, και επισπεύδοντες, με τους άλλους αναιρεσείοντες, την συζήτηση της αίτησης.
Δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι αυτοί είχαν παράσχει σχετική πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο και των λοιπών αναιρεσειόντων να επισπεύσει την συζήτηση στο όνομα και για λογαριασμό και αυτών, ούτε ότι οι μη παριστάμενοι ως άνω αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή το αναιρεσίβλητο.
Επομένως, πρέπει ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης, ενώ ως προς τους λοιπούς, υφισταμένης, κατά τα προεκτεθέντα, μεταξύ αυτών και των απόντων αναιρεσειόντων απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και το Δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
ΙΙΙ. (A) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (AΠ 373/2013).
Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί, ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 1§1 ν. 1082/1980, 1§2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1§§1 και 2 α.ν. 539/1945, 3§16 ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί που απασχολούνται με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλ.
με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1166/2012) (B) Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89§§1-4 ν. 2084/1992 (α) οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι στερούνται του αναγκαίου προσωπικού για την είσπραξη των οφειλόμενων από τους υποχρέους ασφαλιστικών εισφορών μπορούν, με απόφαση των διοικητικών συμβουλίων τους, να αναθέτουν σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, την είσπραξη των εν λόγω εσόδων τους, (β) η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μίσθωσης έργου και η αμοιβή του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων, όχι ανώτερο από 4% επί των εισπραττομένων ποσών, (γ) η διαδικασία ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της σύμβασης έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών, το είδος και το ύψος της εγγύησης που καταβάλλει ο ανάδοχος, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου και κάθε άλλη λεπτομέρεια ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, (δ) για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις αποφάσεις της παραγράφου 3 εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ.
του Α.Κ. και του άρθ. 15§§1 εδ.β', 2 και 3 του ν. 1735/1987. Ειδικότερα, με τις τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζεται ότι (α) στην σχετική απόφαση (ανάθεσης δηλ. με σύμβαση μίσθωσης έργου της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών) προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να εκτελεσθεί, το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό αμοιβής του αναδόχου κλπ, καθώς και ότι το έργο αφορά εργασίες που δεν ανάγονται στον κύκλο καθηκόντων του οικείου φορέα, (β) στην σύμβαση μίσθωσης έργου περιλαμβάνεται απαραίτητα ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή με βάση το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων φορολογικό στοιχείο, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για ασφάλιση του αναδόχου σε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ότι η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας και ότι απαγορεύεται η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μίσθωσης έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους.
Κατ' επακολουθήσασα νομοθετική μεταβολή ορίσθηκε με το άρθ. 6 ν. 2527/1997, ότι (α) για την σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγουμένη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων υπουργών, στην οποία καθορίζεται, πλην άλλων, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, (β) σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, για την σύναψη δε αυτής απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία, (γ) ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, όπως αυτοδικαίως άκυρη είναι και ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικά κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου.
Στην συνέχεια με το άρθ. 78 ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθ. 6 ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες και η είσπραξη των εισφορών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθ. 89 ν. 2084/1992. (Γ) Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών) ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλ' αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αορίστου χρόνου), κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθ. 559 αριθ.1 ή 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, τούτο δε, η δυνατότητα δηλ.
του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν την έναρξη της ισχύος την 18-4-2001του αναθεωρημένου άρθ.103 του Συντάγματος με την προσθήκη σ' αυτό των παραγράφων 7 και 8 και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ (Πλ ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 720/2013, 1166, 1164/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την ένδικη από 15-12-2002 (και με αριθ. κατ. 1534/2002) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και κατ' εκτίμηση αυτής, οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το ν.π.δ.δ. ΤΕΒΕ, το οποίο διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχός του το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), οι 1ος-38η την 19-4-1991, η 39η την 12-3-1992, η 40η την 3-9-1992, ο 41ος την 4-12-1994 και 42η-466ος την 8-3-1995 με συμβάσεις διαρκείας ενός έτους, που ανανεώθηκαν διαδοχικά, μέχρι την κατάταξή τους την 4-12-2000 σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με πανομοιότυπες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, χαρακτηριζόμενες όλες απ' αυτό προσχηματικά και καταχρηστικά ως συμβάσεις έργου, ως επιμελητές εισπράξεων των οφειλομένων σ' αυτό ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και καθυστερουμένων, μαζί με τα τέλη καθυστέρησης, καθώς και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών Ελλάδος, έναντι αμοιβής 2% επί του ύψους των πραγματοποιουμένων εκάστοτε εισπράξεων και 10% επί της εισφοράς της εγγραφής για κάθε έναν απογραφόμενο επαγγελματία ή βιοτέχνη, ότι συμφωνήθηκε επίσης ότι (α) τις υπηρεσίες τους αυτές θα παρέχουν κάθε ένας εντός ορισμένης περιοχής, εισπράττοντες τις ασφαλιστικές εισφορές των σ' αυτή εγκατεστημένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, ανερχομένων πάντοτε σε 500 και άνω, συγχρόνως δε απέγραφαν και τους μη απογεγραμμένους επαγγελματίες και βιοτέχνες της περιοχής αυτής, (β) κάθε πρωί θα παραλαμβάνουν από τα κεντρικά γραφεία του Ταμείου ένσημα ίσης αξίας προς τις αποδιδόμενες απ' αυτούς εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας, (γ) υποχρεούνται να μεταβαίνουν καθημερινά στα καταστήματα των ασφαλισμένων προς είσπραξη των εισφορών, δύο φορές τουλάχιστον τον μήνα σε κάθε έναν και κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, (δ) η είσπραξη των ως άνω εισφορών και πόρων θα συντελείται με πωλήσεις στους ασφαλισμένους ενσήμων, με άμεση επικόλληση αυτών στο ασφαλιστικό βιβλιάριο εκάστου, κατά την εκεί αναφερομένη διαδικασία, (ε) θα συντάσσουν στην συνέχεια ονομαστικά κατάσταση των καταβαλλόντων εισφορές, ως και δελτίο αγοράς ενσήμων, τα οποία θα παραδίδουν το πρωί της επομένης στα ως άνω κεντρικά γραφεία μαζί με τις πραγματοποιηθείσες εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας, (στ) η απογραφή των μη απογεγραμμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών θα γίνεται με την σύνταξη ειδικών δελτίων, υποβαλλομένων και αυτών στο Ταμείο, με κατάσταση συντασσομένη απ' αυτούς και περιλαμβάνουσα τα στοιχεία των δυστροπούντων περί την καταβολή των εισφορών τους ασφαλισμένων και τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες διήλθαν από τα καταστήματά τους, (ζ) θα συμμορφώνονται προς τις εγκύκλιες διαταγές και οδηγίες του ως άνω Ταμείου (εργοδότη τους), θα δέχονται απροφασίστως και οποτεδήποτε έλεγχο των οργάνων του, θα καταβάλλουν συνεχή και επισταμένη επιμέλεια στην εκτέλεση της εργασίας τους, υποχρεούνται να διέρχονται τακτικά από την περιοχή της αρμοδιότητάς τους, δεν έχουν το δικαίωμα υποκατάστασης, υποχρεούνται να παρίστανται στο δικαστήριο ως μάρτυρες στις μηνύσεις του ΤΕΒΕ κατά των ασφαλισμένων του τομέα τους και (η) το ΤΕΒΕ θα δικαιούται να καταγγείλει αζημίως τις συμβάσεις τους σε περίπτωση αδικαιολόγητης βραδύτητας περί την εκτέλεση του έργου τους, παράβασης οιουδήποτε όρου της σύμβασης κλπ., ότι κατά τα προεκτεθέντα προς εκπλήρωση των όρων των συμβάσεων έπρεπε ν' απασχολούνται καθημερινά και καθ' όλες τις πρωινές, τουλάχιστον, ώρες λειτουργίας των καταστημάτων, υποκείμενοι στον, και πράγματι ασκούμενο, έλεγχο των οργάνων του ως άνω εργοδότη τους, προς τον σκοπό δε αυτόν τους υποχρέωνε να προσέρχονται κάθε πρωί στα γραφεία του την ίδια ώρα έναρξης της εργασίας των τακτικών (μονίμων) υπαλλήλων του, να "κτυπούν" κάρτα προσέλευσης και να εργάζονται επί δίωρο μέσα στια γραφεία, απασχολούμενοι με την τρέχουσα εργασία, λόγω έλλειψης μονίμου προσωπικού, ότι, όταν το 1997 άλλαξε ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και γινόταν πλέον με επιταγές διά των ΕΛΤΑ, τους τοποθέτησε στη εσωτερική υπηρεσία των γραφείων στα μηχανογραφικά τμήματα και απασχολούνταν πλέον με εξαρτημένη εργασία, όμοια με αυτήν των μονίμων υπαλλήλων του, με το ίδιο συγκεκριμένο ωράριο εργασίας της υπηρεσίας, η δε προσέλευση και αποχώρησή τους ελέγχονταν με το βιβλίο παρουσίας και αποχώρησης, στο οποίο υπέγραφαν, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι, ότι κατά τα ανωτέρω συνδέονταν με το ως άνω Ταμείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη εξαρχής αορίστου χρόνου, καθόσον ειδικότερα οι ενάγοντες, τελούντες υπό τις οδηγίες, την επίβλεψη και τον έλεγχο του εργοδότη τους ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο της εργασίας τους, εκτελούσαν εργασία όμοια με των μονίμων και των αορίστου χρόνου υπαλλήλων, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, που τους είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ και επικουρικά στο ΤΕΑΠΟΚΑ, όπως και τους μονίμους υπαλλήλους του, παρά ταύτα, όμως, με τον σκοπό να τους αποστερήσει από τα δικαιώματα που συνδέονται με την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χαρακτήρισε τις συμβάσεις τους ως "μίσθωσης έργου" και συνακόλουθα δεν τους κατέβαλε, μέχρι την κατάταξή τους ως άνω σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κανένα ποσό για αποδοχές και επίδομα αδείας και επιδόματα εορτών, αν και σύμφωνα με το άρθ.17§8 εδ.β' ν. 2839/2000 ο χρόνος των συμβάσεων έργου των κατατασσομένων στις οργανικές αυτές θέσεις λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ότι το εναγόμενο οφείλει σε κάθε έναν ενάγοντα για τα έτη 1999 και 2000, με βάση την πραγματική ως άνω φύση των συμβάσεών τους, αλλά και ευθέως από το νόμο, άλλως ως αποζημίωση λόγω παρανομίας των οργάνων του, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (α) για αποδοχές και επίδομα αδείας το ποσό των 2.641,24 € και (β) για επιδόματα εορτών το αυτό των 2.641,24 €, και συνολικά το ποσό των 5.282,48 € στον κάθε έναν, με την επίκληση δε των περιστατικών αυτών ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο, (2) Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο επί της αγωγής αυτής, με την προσβαλλομένη 1269/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει κατά την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων δέχθηκε, ότι "επί συμβάσεων μισθώσεως έργου, που συνήφθησαν κατ' εφαρμογή του άρθ.89 του ν. 2084/1992 από φορείς κοινωνικής ασφάλισης με ιδιώτες, στους οποίους ανατέθηκε η είσπραξη οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, οι συμβάσεις αυτές έχουν πάντοτε, κατά νομοθετική επιταγή, τον χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, ακόμη και αν ο ανάδοχος παρέχει πράγματι εξαρτημένη εργασίας και συνεπώς, αφού δεν επιτρέπεται από το νόμο διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών, δεν μπορεί να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας", στην συνέχεια δε και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου εναγομένου εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή κατά την γενομένη δεκτή πρωτοδίκως κύρια βάση της (καθώς και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό).
Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επίμαχες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους κατά νομοθετική επιταγή ως συμβάσεων μίσθωσης έργου, κατ' ορθό και επιτρεπτό, ως εκ του χρόνου κατάρτισής τους και του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνονται, νομικό χαρακτηρισμό μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πράγμα που παρέλειψε να ερευνήσει το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς (δηλ. πλην των 2ου, 4ης και 39ης) αναιρεσίβλητους κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αυτής από το άρθ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους λοιπούς (δηλ. πλην των 2ου, 4ης και 39ης) αναιρεσιβλήτους, να παραπεμφθεί ως προς αυτούς η υπόθεση, που έχει ανάγκη διευκρινίσεων, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 65§1 ν. 4139/2013) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2014 αίτηση για αναίρεση της 1269/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την (αρχικά) 4η αναιρεσείουσα Ε. Α..
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της ως άνω αίτησης ως προς τους αναιρεσείοντες 2ο (Λ. Μ.) και 39η (Μ. Μ.).
Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς στο άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ