Legislator Case Law & Legislation
2202/2007 AI generated

2202/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2202/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάστηκε, και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό η υπαγωγικό σφάλμα, αλλά επί πλέον πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά πού δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Legislator headnote

AI generated

2202/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, για την πλημμέλεια αυτή δεν αναφέρονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα της αγωγής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2202 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2202/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων :1)Χ1 και 2) Χ2, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Φώτης Φωτόπουλος.

Της αναιρεσιβλήτου : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αναστάσιος Ρόζος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 87/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 432/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από16.7.2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 5.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως τους, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάστηκε, και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό η υπαγωγικό σφάλμα, αλλά επί πλέον πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά πού δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά, κατ' άρθρο 578 του ΚΠολΔ, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 32/1996, 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 939, 941 § 2 και 944 του ΑΚ έκρινε νόμιμη, και στη συνέχεια δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή διαρρήξεως της γενόμενης στις 11.8.2000 γονικής παροχής του πρώτου αναιρεσείοντος προς τους κατιόντες του δεύτερο αναιρεσείοντα και το μη μετέχοντα στην παρούσα δίκη τρίτο εναγόμενο ....., ενώ ήταν μη νόμιμη, αφενός μεν, διότι κατά την ημέρα της απαλλοτριώσεως αυτής δεν είχαν αποκτήσει, ο μεν πρώτος αναιρεσείων την ιδιότητα του οφειλέτη, η δε αναιρεσίβλητη την ιδιότητα του δανειστή, αφετέρου δε, διότι εφόσον από το χρόνο της απαλλοτριώσεως έως την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει έτος δεν ίσχυε, όπως δέχθηκε το Εφετείο, το τεκμήριο της γνώσεως από τους υπέρ των οποίων έγινε η μεταβίβαση κατιόντες του.

Όμως, για την πλημμέλεια αυτή δεν αναφέρονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα της αγωγής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αόριστοι και ως τέτοιοι απαράδεκτοι.

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εν όψει αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο που δίκασε, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν δέχθηκε ως νόμιμους και ουσιαστικά βάσιμους τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως και αποδυναμώσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για διάρρηξη της γενόμενης απαλλοτριώσεως ως καταδολιευτικής, περί αποσβέσεως της εγγυήσεως και περί ακυρότητας της παραιτήσεως από την ένσταση διζήσεως και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος και επομένως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προβάλλουν, ότι τους παραπάνω ισχυρισμούς, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ και στους οποίους στηρίζεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, τους πρότειναν, ως όφειλαν, νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και ότι μετά την παραδοχή της αγωγής από το πρωτόδικο δικαστήριο τους επανέφεραν νομίμως στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

3. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι λαμβάνονται κατ' εξαίρεση υπόψη χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη, και επιπλέον να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία της αγωγής προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη και απαράδεκτη την αγωγή, αφού δεν αναφέρονταν σε αυτή α) όλα τα επί μέρους κονδύλια της συμβάσεως ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού από το άνοιγμά του έως και το κλείσιμο του ή τουλάχιστον από την τελευταία αναγνώριση έως και το οριστικό κλείσιμο του, και β) η αξία χωριστά της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας των ακινήτων της γονικής παροχής και τα ποσοστά αυτών.

Ωστόσο, ο λόγος αναιρέσεως αυτός, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται, ότι τον περί αοριστίας της αγωγής παραπάνω ισχυρισμό τους, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, πρότειναν, όπως όφειλαν, νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και ότι μετά την παραδοχή της αγωγής από το πρωτόδικο δικαστήριο τον επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος.

4. Επειδή, μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.6.2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 432/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ