Legislator Case Law & Legislation
2202/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for fraud due to lack of admissible grounds and proper reasoning.

Case Number 2202/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on fraud charges. The appellant argued the lower court failed to provide the specific reasoning required by the Constitution and Code of Criminal Procedure, and claimed errors in evidence evaluation. The court rejected these claims, finding the Second Instance Court had adequately explained the facts and legal basis for its conviction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; The appeal against a conviction is inadmissible if the grounds raised do not constitute a violation of the required specific reasoning or if the substantive judgment on evidence is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal against conviction specific reasoning requirement Code of Criminal Procedure evidence evaluation review fraud conviction

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Articles 45, 94(1), 98 and 386(1)(a), 3(a) of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2202 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2202/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή και Γρηγόριο Μάμαλη Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένηςΧ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 995/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Ζ και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαϊου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1032/2004.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 349/17-8-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ την 90/28-5-06 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένηςΧ, κατά του 995/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις αυτής και του συγκατηγορούμενού της Ζ, κατά του πρωτόδικου 5737/02 βουλεύματος του Συμβουλίου Αθηνών, επικύρωσε τούτο και παραπέμπει αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 45,94 παρ.1,98 και 386 παρ.1α, 3α ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.

2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον ειδικό πληρεξούσιο, δικηγόρο Αντ. Αλσάντο, της κατηγορουμένης, στην οποία ο νόμος δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το βούλευμα την παραπέμπει για κακούργημα, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, που έγινε σ' αυτήν μεν προσωπικά με θυροκόλληση στις 18-5-04, στην αντίκλητο δικηγόρο της δε Ανδρ. Νάκκα στις 19-5-04, [βλ. σχετικές εκθέσεις ... και ..., αντίστοιχα]. Η έκθεση συντάχθηκε από το γραμματέα ... με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, οι οποίοι συνίστανται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων,[άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ. β, δ ΚΠΔ].

Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσες απ' αυτήν, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της.

3-Ουσιαστικός έλεγχος Α-Νομικές διατάξεις.

α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [ΑΠ. 19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ. 01/1225, ΠΧΡ. 02/402, ΠΛΟΓ. 01/1693].

β-Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.

Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. γ-Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 398 αντίστοιχα).

Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, [καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι 1) Χ και 2) Ζ με σκοπό να αποκομίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος συναποφάσισαν και τέλεσαν σε βάρος του παθόντος Ψ στην Αθήνα και στους κατωτέρω χρόνους τις εξής αξιόποινες πράξεις:

Κατά το πρώτο 15ήμερο του 95 παρέστησαν στον παθόντα ότι η πρώτη απ' αυτούς έχει υπό την κυριότητά της μεγάλη ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να καταβάλει για λογαριασμό τους και συνεπώς λόγω δανείου τους προς αυτούς, το χρηματικό ποσό των 7.900.000 δρχ στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο [ΝΑΤ] προκειμένου να χορηγήσει τούτο άδεια σκοπιμότητας στην ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, τα συμφέροντα της οποίας αυτοί εκπροσωπούσαν, για τη δρομολόγηση Ε/Γ-Υ/Γ πλοίων της γραμμής Λαυρίου- Κέας- Κύθνου και έτσι τον έπεισαν να καταβάλει τούτος στο ΝΑΤ το ανωτέρω χρηματικό ποσό, με το οποίο ζήμιωσαν την περιουσία του, καθόσον αληθινό ήταν ότι αυτή δεν διέθετε καμία ακίνητη περιουσία που να εξασφάλιζε την αντίστοιχη απαίτησή του και του παρέστησαν το αντίθετο εν γνώσει ψευδώς με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομα το ανωτέρω χρηματικό ποσό.

Κατά το δεύτερο 15ήμερο του 95 παρέστησαν στον ανωτέρω παθόντα ότι η πρώτη απ' αυτούς έχει υπό την κυριότητά της μεγάλη ακίνητη περιουσία και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να εγγυηθεί για λογαριασμό τους το χρηματικό ποσό των δεκαπέντε εκατομμυρίων δρχ.[15.000.000] στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς [ΟΛΠ], προκειμένου να παραχωρήσει στην ομόρρυθμη εταιρία υπό την επωνυμία ...

ΟΕ, τα συμφέροντα της οποίας αυτοί εκπροσωπούσαν, [αφού η πρώτη ήταν αφανής εταίρος της], τη χρήση του αναψυκτηρίου του σταθμού επιβατών στον προβλήτα του ... [DOCK 10] και έτσι τον έπεισαν να παράσχει στον ΟΛΠ εγγύηση μέσω τη Ιονικής Τράπεζας, για το ποσό τούτο, με το οποίο ζήμιωσαν την περιουσία του, καθόσον αληθινό ήταν ότι αυτή δεν διέθετε καμία ακίνητη περιουσία που να εξασφάλιζε την αντίστοιχη απαίτησή του και του παρέστησαν το αντίθετο εν γνώσει ψευδώς με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομα το ανωτέρω χρηματικό ποσό.

Στις 15-1-96 παρέστησαν στον ανωτέρω παθόντα ότι η ... είχε υπό την κυριότητά της μεγάλης αξίας ακίνητο και ότι η πρώτη απ' αυτούς είχε τη δυνατότητα να του παράσχει εμπράγματη ασφάλεια επ' αυτού και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να εγγυηθεί για λογαριασμό τους το χρηματικό ποσό των δέκα εκατομμυρίων δρχ [10.000.000] στη Τράπεζα Αττικής προκειμένου να χορηγήσει στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία ΠΑΡΚ ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΕΠΕ, τα συμφέροντα της οποίας αυτοί εκπροσωπούσαν, ισόποσο δάνειο, και έτσι τον έπεισαν να χορηγήσει στην εταιρία αυτή εγγύηση μέσω της ΤΡΑΠΕΖΑΣ Αττικής για το ποσό τούτο, με το οποίο ζημίωσαν την περιουσία του, καθόσον αληθινό ήταν ότι η ...

δεν διέθετε καμία ακίνητη περιουσία που να εξασφάλιζε την αντίστοιχη απαίτησή του και του παρέστησαν το αντίθετο εν γνώσει ψευδώς με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομα το ανωτέρω χρηματικό ποσό.

Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ότι πληρούται η ειδική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, που τελέσθηκε απ' αυτούς κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, καθόσον τέλεσαν αυτήν κατόπιν συναπόφασης με κοινές ψευδείς παραστάσεις τους προς στον παθόντα και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν το ένα και το αυτό αδίκημα τούτο. Περαιτέρω, έκρινε ότι η απάτη τελέσθηκε απ' αυτούς κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει τόσον σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος όσον και ροπή τους προς τέλεση αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, και ότι το σκοπούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος ή περιουσιακή ζημία που απέβλεπαν ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των τριανταδύο εκατομμυρίων εννεακοσίων χιλιάδων [32.900.000] δρχ, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.

Στη συνέχεια, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής τους και ότι ορθά το Συμβούλιο Πλημμ/κών Αθηνών τους παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ.στ,45,60,94 παρ.1,98 και 386 παρ.1,3α ΠΚ, και για το λόγο τούτο απέρριψε εν μέρει την έφεσή τους και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.

Γ-Κριτική αξιολόγηση.

Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών αφενός μεν διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της απάτης, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης ότι οι κατηγορούμενοι έδρασαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ότι το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.

καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ 98 και 386 παρ.1α,3α ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, αφετέρου δε τις ουσιαστικές αυτές διατάξεις τις ερμήνευσε και τις εφάρμοσε ορθώς, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι εσφαλμένα το βούλευμα δέχθηκε τα γεγονότα ότι αυτή υπήρξε αφανής εταίρος της εταιρίας ...

ΟΕ, ότι παρέπεισε τον παθόντα να παράσχει εγγύηση του ποσού των 15.000.000, ότι ο συγκατηγορούμενός της Ζ έδρασε για λογαριασμό της, ότι παρέπεισε και τούτος τον παθόντα να παράσχει εγγύηση του ποσού των 15.000.000 δρχ, ότι από την επανειλημμένη τέλεση της απάτης προκύπτει ροπή της προς τέλεσή της ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, και, τέλος, ότι το συνολικό περιουσιακό όφελος ανέρχεται στο ποσό των 32.900.000 δρχ, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες γιατί υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης εφαρμογής βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.

4-Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το βούλευμα πάσχει γιατί δεν αναφέρει τα άρθρα του ουσιαστικού νόμου που εφάρμοσε, ανεξαρτήτως ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθόσον τα άρθρα αυτά αναφέρονται στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο το Συμβούλιο Εφετών ρητά αναφέρεται, η έλλειψη αυτή δεν προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως.

3-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη, ανερχόμενη στο ποσό των 210 Ε.

ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 90/28-5-06 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένηςΧ, κατά του 995/04 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και Β-Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στον παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μελλοντικής εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτούμενων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης.

ΙΙ.Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του Ν.2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν.2943/2001).

Η τελευταία αυτή διάταξη, μετά την κατά τα προεκτεθέντα αντικατάστασή της, είναι, εν όψει του οριζομένου πλέον ελαχίστου ποσού του επιδιωκόμενου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας, επιεικέστερη και εφαρμόζεται αναδρομικώς κατά το άρθρο 2 του ΠΚ, για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν.2721/1999, του οποίου η ισχύς ήρχισε στις 3-6-1999.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 13 εδ.στ΄του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996 προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος κατ΄επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτού, οία υπάρχει και επί του εγκλήματος που τελείται κατ΄εξακολούθηση, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για επί μέρους ομοειδείς εγκληματικές πράξεις, οι οποίες έχουν αυτοτέλεια και συνδέονται μεταξύ τους με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου), υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος.

ΙΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ΄του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν ιδρύει, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας.

ΙV.Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ένώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί, λόγο αναιρέσεως κατ΄άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' του ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε και να μην έχει το βούλευμα νόμιμα βάση.

V.Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ΄είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίες) προέκυψαν τα εξής περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι 1) Χ και 2) Ζ, με σκοπό να αποκομίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, συναποφάσισαν και τέλεσαν σε βάρος του παθόντος, Ψ, στην Αθήνα και στους κατωτέρους χρόνους, τις εξής αξιόποινες πράξεις: Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου 1995, εν όψει του ότι ο εγκαλών στις 19-6-1995 είχε ιδρύσει με τον Ζ, ο οποίος στην πραγματικότητα ενεργούσε για λογαριασμό της Χ, την εταιρία "ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και του ότι, για τη χορήγηση στην εταιρία των αδειών σκοπιμότητας για τη δρομολόγηση Ε/Γ-Υ/Γ πλοίων στη γραμμή Λαυρίου-Κέας-Κύθνου, ήταν απαραίτητη η καταβολή εισφοράς υπέρ του Ν.Α.Τ., ύψους 7.900.000 δρχ.

με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομα περιουσιακό όφελος, δηλαδή, να μη καταβάλουν αυτοί το ως άνω ποσό, και να βλάψουν την περιουσία του εγκαλούντος, παρέστησαν σ'αυτόν εν γνώσει του ψευδώς, ότι εκείνοι είχαν ήδη διαθέσει αντίστοιχο ποσό προς κάλυψη άλλων αναγκών της εταιρίας, ότι οι διαπραγματεύσεις που είχαν αρχίσει με την ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ

έχουν προχωρήσει και η εταιρία θα έπαιρνε δάνειο 1.000.000 δολλαρίων για την αγορά υδροπτερύγων, ότι η Χ διαθέτει μεγάλη οικογενειακή ακίνητη περιουσία και ότι αυτή θα προσέφερε στην Τράπεζα για την εμπράγματη εξασφάλισή της ένα οικογενειακό ακίνητο στη ..., αξίας άνω των 600.000.000 δραχμών και έτσι έπεισαν τον εγκαλούνται και κατέβαλε αυτός στις 18-12-1995 το ανωτέρω ποσό στη συνεργάτρια της Χ, η οποία το κατέθεσε αυθημερόν στην Ιονική Τράπεζα και εκείνη με τη σειρά της στο ΝΑΤ, ενώ η αλήθεια, την οποία, αν γνώριζε ο εγκαλών, δεν θα είχε καταβάλει τα χρήματα, ήταν, ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν διαθέσει κανένα ποσό για τις ανάγκες της εταιρίας, ότι οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν προχωρήσει και ότι η εκκαλούσα δεν είχε οικογενειακό ακίνητο να διαθέσει προς εξασφάλιση της τράπεζας, με αποτέλεσμα να βλάψουν την περιουσία του εγκαλούντος κατά το ανωτέρω ποσό, καθόσον οι προσπάθειες για δανειοδότηση της εταιρίας δεν τελεσφόρησαν και στο μεταξύ επήλθε ρήξη στις σχέσεις των εταίρων που είχε ως συνέπεια την ανάκληση των αδειών σκοπιμότητας και την εντεύθεν εκ του νόμου απώλεια της εισφοράς υπέρ του ΝΑΤ, με αντίστοιχη δική τους ισόποση και παράνομη ωφέλεια.

Επίσης, στις 15 Ιανουαρίου 1996, ενόψει του ότι η κατηγορουμένη στις 11-1-1996 έχοντας άμεση ανάγκη χρημάτων, για λογαριασμό της εταιρίας της "ΠΑΡΚ ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΕΠΕ" είχε ζητήσει από τη Τράπεζα Αττικής για λογαριασμό της εταιρείας του εγκαλούντος "ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", θέτοντας η ίδια στην αίτηση την υπογραφή του και σε χρέωση του λογαριασμού της εταιρείας, την έκδοση εγγυητικής επιστολής ύψους 10.000.000 δραχμών υπέρ της εταιρίας "...

ΟΕ", πράγμα το οποίο και πέτυχε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 476/11/168/11-1-1996 εγγυητικής επιστολής και του ότι ο εγκαλών αρνήθηκε να προσυπογράψει την αίτηση και να νομιμοποιήσει την ανωτέρω ενέργειά της, με σκοπό να αποκομίσει η Χ παράνομο περιουσιακό όφελος, δηλαδή να μην υποχρεωθεί να καταβάλει η ίδια το ποσό της εγγυητικής επιστολής και να βλάψουν την περιουσία του εγκαλούντος, του παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς, ότι τα χρήματα είναι εξασφαλισμένα και ότι μπορεί να του παράσχει η Χ εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου της ..., το οποίο διαχειρίζεται η ίδια, συντάσσοντας μάλιστα, για να καταδείξει το βάσιμο των προτάσεών της και σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αναγνώριζε ότι ο εγκαλών είχε καταβάλει συνολικά το ποσό των 70.000.000 δραχμών περίπου και έτσι έπεισαν τον εγκαλούντα να προσυπογράψει και αυτός την αίτηση για την έκδοση της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής, ενώ η αλήθεια, την οποία, αν γνώριζε ο εγκαλών, δεν θα υπέγραφε την αίτηση και θα αξίωνε την άμεση καταβολή των 10.000.000 δρχ.

ήταν ότι η ... δεν ήταν κυρία του προσφερόμενου προς εγγραφή εμπράγματης ασφάλειας ακινήτου και μάλιστα οι τίτλοι της ήταν πλαστοί, με αποτέλεσμα να βλάψουν την περιουσία του εγκαλούντος κατά το ποσό της εγγυητικής επιστολής, γιατί αυτός αναγκάσθηκε και πλήρωσε την εγγυητική επιστολή με αντίστοιχη, ισόποση και παράνομη ωφέλεια της κατηγορουμένης, Χ.

Περαιτέρω, στα τέλη Αυγούστου 1995, αφού ανέφεραν στον εγκαλούντα, Ψ, με τον οποίο στις 19-6-1995 είχαν ιδρύσει την εταιρεία "ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ότι η Χ ήταν αφανής εταίρος στην εταιρία "... Ο.Ε.", καλυπτόμενη από τον εταίρο ..., ότι η εν λόγω εταιρεία είχε αναδειχθεί πλειοδότρια σε διαγωνισμό του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π.) για την παραχώρηση της χρήσης του αναψυκτηρίου του σταθμού επιβατών στον προβλήτα ... (DOCK 10) και ότι για την υπογραφή της σχετικής σύμβασης έπρεπε να κατατεθεί στον Ο.Λ.Π.

εγγυητική επιστολή ύψους 15.000.000 δρχ. για την ακριβή τήρηση των όρων της σύμβασης, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια (Χ) παράνομο περιουσιακό όφελος, δηλαδή να μην καταθέσει αυτή την ως άνω εγγυητική επιστολή, και να βλάψουν την περιουσία του εγκαλούντος, του ζήτησαν να τους εξυπηρετήσει με μια δική του εγγυητική επιστολή, παριστάνοντας του αμφότεροι εν γνώσει τους ψευδώς, ότι η εξ αυτών Χ είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση δικής της εγγυητικής επιστολής, αλλά καθυστερούσε η Τράπεζά της, ότι αυτή διέθετε μεγάλη οικογενειακή ακίνητη περιουσία στις περιοχές ...

και της ... και ότι ήθελε την εγγυητική επιστολή να της δείξει σε αρμόδιο πρόσωπο του Ο.Λ.Π. προκειμένου να παραταθεί για λίγο ο χρόνος υπογραφής της συμβάσεως και ακολούθως, θα του την επέστρεψε και έτσι τον έπεισαν να ζητήσει αυτός από την Ιονική Τράπεζα την έκδοση εγγυητικής επιστολής υπέρ της εταιρίας "...

ΟΕ" ύψους 15.000.000 δραχμών, την οποία στη συνέχεια παρέδωσε στην εκκαλούσα και την οποία αυτή αντί να τη δείξει την κατέθεσε στον Ο.Λ.Π., ενώ η αλήθεια, την οποία αν γνώριζε ο εγκαλών, δεν θα ζητούσε την έκδοση της εγγυητικής επιστολής ήταν, ότι η Χ δεν διέθετε καθόλου ακίνητη περιουσία, δεν είχε προβεί σε καμία κίνηση για την έκδοση δικής της εγγυητικής επιστολής και ήθελε την εγγυητική επιστολή του εγκαλούντος να την καταθέσει στον Ο.Λ.Π.

όπως και πράγματι την κατέθεσε, για να υπογραφεί η σχετική σύμβαση, με αποτέλεσμα να βλάψουν την περιουσία του εγκαλούντος κατά το ποσό της εγγυητικής επιστολής, καθόσον αυτή, στη συνέχεια κατέπεσε, λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων, με αντίστοιχη, ισόποση και παράνομη ωφέλεια της κατηγορουμένης, Χ. Από την ως άνω επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει, το μεν σκοπός των κατηγορουμένων για πορισμό εισοδήματος το δε, σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, ενώ το συνολικό όφελός τους και η συνολική ζημία του εγκαλούντος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών και ειδικότερα ανέρχεται στο ποσό των 32.900.000 δραχμών (7.900.000+10.000.000+15.000.000).

Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και τη παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για ιδιαίτερα διακεκριμένη απάτη, την οποία τέλεσε από κοινού και κατ'εξακολούθηση, με την επιβαρυντική περίσταση, ότι διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.

στ', 27 παρ.2, 45 και 386 παρ.1β-α και 3α του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε, με άρθρο 1 παρ.11 του Ν.2408/1996 και στη συνέχεια, με άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχτηκε εσφαλμένα ότι η αναιρεσείουσα α) υπήρξε αφανής εταίρος στην εταιρία "...

ΟΕ", καλυπτόμενη από τον εταίρο, ..., β) παρέπεισε το μηνυτή να εκδώσει εγγυητική επιστολή, ύψους 15.000.000 δραχμών, την οποία χρησιμοποίησε η ίδια για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, γ) ότι η παραπάνω εγγυητική επιστολή κατέπεσε με βλάβη του εγκαλούντος και αντίστοιχη δική της ωφέλεια, δ) ότι ο συγκατηγορούμενός της, Ζ ενεργούσε για λογαριασμό της και ε) ότι η αναιρεσείουσα για λογαριασμό της εταιρίας "ΠΑΡΚ ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΕΠΕ", δήθεν συμφερόντων της, ζήτησε από την Τράπεζα Αττικής για λογαριασμό της εταιρίας του εγκαλούντος "ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΕ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", θέτοντας μάλιστα στην αίτηση την υπογραφή του και πέτυχε την έκδοση υπέρ της εταιρίας "...

ΟΕ" εγγυητικής επιστολής, ύψους 10.000.000 δραχμών, την οποία πλήρωσε ο εγκαλών με αντίστοιχη ισόποση και παράνομη ωφέλεια δική της και όχι της εταιρίας "... ΟΕ", πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

VΙ.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β' και δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με το δεύτερο από αυτούς, με την επίκληση, κατ΄επίφαση ελλείψεως της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι, πρέπει, να απορριφθούν, επειδή δε, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Μαίου 2004 αίτηση της Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 995/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ