2201/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2201/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια κλοπή ενεργείας του ηλεκτρισμού, επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ρεύματος στον μετρητή με την δια τεχνικών μέσων καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση & αυτόν (μετρητή της ...), η οποία παρέχει προνομιακώς ηλεκτρικό ρεύμα στους συμβαλλόμενους με αυτή, ώστε αυτός (μετρητής), να δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος καθ' εκάστη χρονική περίοδο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2201 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2201/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλο, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καφύρα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 806/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 9515/5-9-2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1162/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I)Η από 5-9-2018 αίτηση-δήλωση (αρ.πρ. 9515/2018) του Ε. Κ. του Γ., για αναίρεση της απόφασης 806/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω II)
Κατά την παράγραφο I του όρθρου 372 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε την παρ. 2 του αυτού όρθρου κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ενέργεια του ηλεκτρισμού, του ατμού και κάθε άλλη ενέργεια.
Από τις διατάξεις αυτές, δια των οποίων προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από το* δράστη, με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ'αυτόν, αυτογνωμόνως, χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα επ' αυτού ιδιοκτήμονος, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του.
Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ' αυτού κατοχής από τον δράστη ή τρίτον προς τον σκοπό της παρανόμου ιδιοποιήσεως του. Αποτελεί δε κλοπή και η καθ' οιονδήποτε τρόπο αφαίρεση ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση της.
Τέτοια κλοπή ενεργείας του ηλεκτρισμού, επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ρεύματος στον μετρητή με την δια τεχνικών μέσων καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση & αυτόν (μετρητή της ...), η οποία παρέχει προνομιακώς ηλεκτρικό ρεύμα στους συμβαλλόμενους με αυτή, ώστε αυτός (μετρητής), να δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος καθ' εκάστη χρονική περίοδο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικό στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικό περιστατικά τόσο αναλυτικό και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ" αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι υπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτό.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικό μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα.
Αλλά δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενό, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 806/2018 απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για κλοπή κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ηλεκτρικής ενέργειας) και τον καταδίκασε, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.δ' του ΠΚ (ειλικρινούς μετάνοιας), σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, με τριετή αναστολή.
Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής το δικαστήριο , μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.Ε." Η εταιρεία αυτή διατηρεί και εκμεταλλεύεται επιχείρηση-κατάστημα σούπερ μάρκετ, κείμενο στο ..., επί της..., το οποίο ηλεκτροδοτείται από τη "... Α.Ε." μέσω της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό 7/13...9-01 και χρησιμοποιεί το μετρητή ηλεκτρικής ενέργειας με αριθμό κατασκευής ...87. Ο κατηγορούμενος όμως, προκειμένου να μην καταβάλλει η προαναφερόμενη επιχείρησή του ολόκληρο το οφειλόμενο αντίτιμο για την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος, κατά το χρονικό διάστημα από 25-2012 έως 9-10-2013, αφαιρούσε καθημερινά ηλεκτρική ενέργεια από το δίκτυο της "....
Α.Ε.", με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής της. Συγκεκριμένα, αφού έκοψε τις σφραγίδες του μετρητή και τα καλώδια των δευτερευόντων των μετασχηματιστών εντάσεως της 1ης και 2ης φάσης (R και S φάσεως) στην έξοδο του κιβωτίου δοκιμών προς το μετρητή, με αποτέλεσμα να μην καταγράφονται τα 2/3 της καταναλισκομένης από την επιχείρησή του ηλεκτρικής ενέργειας, καίτοι στην πραγματικότητα γινόταν κατανάλωση αυτής, αφαιρούσε με τον τρόπο αυτό από το δίκτυο της "....
Α.Ε." ηλεκτρική ενέργεια, την οποία ιδιοποιούνταν παράνομα, το ύψος δε της ιδιοποιηθείσας με αυτόν τον τρόπο ηλεκτρικής ενέργειας ανέρχεται για το προαναφερόμενο διάστημα σε 639.760 Kwh συνολικά και η αξία αυτής ανέρχεται συνολικά στο χρηματικό ποσό των 97.802,34 ευρώ και είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε ο κατηγορούμενος με τις μερικότερες πράξεις του.
Την ως άνω περιγραφόμενη κατάσταση την διαπίστωσαν οι τεχνικοί της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." ("... Α.Ε."), κατά την επιτόπια αυτοψία που πραγματοποίησαν στη μετρητική διάταξη της εν λόγω ηλεκτρικής παροχής, στις 9-10- 2013. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, που είναι αυτή της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο, στη συνέχεια. Κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Στο ... (...-θέση "..."), κατά το χρονικό διάστημα από 25.01.2012 έως 09.10.2013, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και δη, αυτού της κλοπής, αφαίρεσε από την κατοχή άλλου (....) ξένο ολικά κινητό πράγμα (ως τέτοιο θεωρείται κατά το νόμο και η ηλεκτρική ενέργεια) με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του, το αντικείμενο δε της ανωτέρω κλοπής στο οποίο απέβλεπε ο κατηγορούμενος με τις μερικότερες πράξεις του, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συγκεκριμένα, όντας νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.Ε.", η οποία ήταν ο συμβεβλημένος με τη .... χρήστης της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αριθμό 7/...769-01 και του μετρητή με αριθμό ...87 και η οποία ηλεκτροδοτείτο από την ανωτέρω παροχή, έκοψε τα καλώδια των δευτερευόντων των μετασχηματιστών εντάσεως 1ης και 2ης φάσης στην έξοδο του κιβωτίου δοκιμών προς το μετρητή, με αποτέλεσμα να μην καταγράφονται τα 2/3 της καταναλισκομένης από την επιχείρησή του ηλεκτρικής ενέργειας, καίτοι στην πραγματικότητα γινόταν κατανάλωση αυτής, και έτσι, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, αφαίρεσε από την κατοχή της ....
ηλεκτρική ενέργεια 639.760 kwh, ιδιοκτησίας της, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη, ενενήντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων δύο ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (97.802,34 ευρώ), με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του, διέλαβε σ' αυτήν την, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικό, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν πράγματι την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες τα συνήγαγε, καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς και έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14,26 παρ. 1.α',27,79, 98,372 παρ.
Ια, 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στην καταφατική περί της ενοχής του κατηγορουμένου δικαιοδοτική του κρίση.
Εκτίθενται σ' αυτή, ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή η αφαίρεση από την εξουσίαση της ... ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς τη συναίνεσή της, δια τεχνικής επεμβάσεως στο κιβώτιο του μετρητή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ώστε αυτός να δείχνει λιγότερες μονάδες και συγκεκριμένα το 1/3 του από την επιχείρηση αναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος.
Ότι την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, τέλεσε ο κατηγορούμενος, που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της δικής του επιχείρησης [ανώνυμης εταιρείας], που ήταν συμβεβλημένη ως χρήστης με την ... γεγονότα άλλωστε που δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος κατά την απολογία του τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ' έφεση (ούτε διέλαβε άλλωστε σχετικό περί τούτου λόγο έφεσης), αποδεχόμενος, μάλιστα, πέραν της εταιρικής και την ατομική του ευθύνη, ως δράστη της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, την οποία απέδωσε, δήθεν, στην πρόθεση του να εξοικονομήσει ηλεκτρική ενέργεια.
Ότι στην πράξη αυτή προέβη με την συνδρομή ηλεκτρολόγου, κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-2012 έως 9-10-2013, που ανακαλύφθηκε από υπάλληλο ελεγκτή της .... Ότι η αξία της αφαιρεθείσας ηλεκτρικής ενέργειας, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανέρχεται στο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 97.802,34 ευρώ . Ότι στην πράξη αυτή οδηγήθηκε με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα τα 2/3 της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, από την επιχείρηση του(σούπερ- μάρκετ), τα οποία δεν καταγράφονταν η κατανάλωση στον μετρητή της ...
με την τεχνική του παρέμβαση σ' αυτόν. Δηλαδή, ο δόλος του κατηγορουμένου ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αυτός ετέλεσε και διαπιστώνεται στην απόφαση από την πραγμάτωση των περιστατικών που προαναφέρθηκαν και συνεπώς, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κύρια επί της ενοχής, στην οποία εμπεριέχεται και αυτή που αφορά το δόλο.
Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία. καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ενώ, τέλος, οι λοιπές εκτενείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορρριφθούν ως απαράδεκτες III)
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα, όπως η περίπτωση δ1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν 3904/2010.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενος επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997, "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για ποινικές υποθέσεις, στην έννοια της δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται επί πλέον και το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος ωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.
Η παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αιτιώμενος ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητάς του δηλαδή ότι το δικαστήριο τον αντιμετώπισε μεροληπτικά και τον κήρυξε ένοχο, αν και υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες για την ενοχή του.
Όμως, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού, όπως αυτό προαναφέρθηκε, προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του κατηγορούμενο, γιατί από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε η ενοχή του και όχι γιατί αυτός δεν κατόρθωσε να αποδείξει την αθωότητα του. Ούτε, εξάλλου, από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης προέκυψε αμφιβολία, ως προς την ενοχή του, ώστε αυτή να ερμηνευθεί υπέρ της αθωότητάς του, όπως αυτός αβάσιμα διατείνεται.
Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. και δ του ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας, η οποία επήλθε λόγω παραβιάσεως του από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 13/1974) τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV)Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2018 αίτηση-δήλωση (αρ.πρ. 9515/2018) του Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 806/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ