2201/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1099/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1779/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-1-2014 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2201/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί, ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ.1§1 ν.1082/1980, 1§2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1§§1 και 2 α.ν.539/1945, 3§16 ν.4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν.133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί που απασχολούνται με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλ.
Full text
Απόφαση 2201 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2201/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ., έως και 37) Α. Λ.-Κ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνη Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.) ως καθολικού διαδόχου νυν καταργηθέντων λόγω ενοποίησης Ταμείων ΤΕΒΕ, Τ.Α.Ε. και ΤΣΑ" που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1099/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1779/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-1-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (A) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (AΠ 373/2013).
Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί, ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ.1§1 ν.1082/1980, 1§2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1§§1 και 2 α.ν.539/1945, 3§16 ν.4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν.133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί που απασχολούνται με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλ.
με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1166/2012). (B) Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89§§1-4 ν. 2084/1992 (α) οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι στερούνται του αναγκαίου προσωπικού για την είσπραξη των οφειλόμενων από τους υποχρέους ασφαλιστικών εισφορών μπορούν, με απόφαση των διοικητικών συμβουλίων τους, να αναθέτουν σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, την είσπραξη των εν λόγω εσόδων τους (β) η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μίσθωσης έργου και η αμοιβή του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων, όχι ανώτερο από 4% επί των εισπραττομένων ποσών (γ) η διαδικασία ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της σύμβασης έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών, το είδος και το ύψος της εγγύησης που καταβάλλει ο ανάδοχος, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου και κάθε άλλη λεπτομέρεια ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (δ) για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις αποφάσεις της παραγράφου 3 εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ.
του Α.Κ. και του άρθ. 15§§1 εδ.β', 2 και 3 του ν. 1735/1987. Ειδικότερα, με τις τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζεται ότι (α) στην σχετική απόφαση (ανάθεσης δηλ. με σύμβαση μίσθωσης έργου της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών) προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να εκτελεσθεί, το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό αμοιβής του αναδόχου κλπ., καθώς και ότι το έργο αφορά εργασίες που δεν ανάγονται στον κύκλο καθηκόντων του οικείου φορέα (β) στην σύμβαση μίσθωσης έργου περιλαμβάνεται απαραίτητα ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή με βάση το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων φορολογικό στοιχείο, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για ασφάλιση του αναδόχου σε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ότι η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας και ότι απαγορεύεται η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μίσθωσης έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους.
Κατ' επακολουθήσασα νομοθετική μεταβολή ορίσθηκε με το άρθ. 6 ν. 2527/1997, ότι (α) για την σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγουμένη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων υπουργών, στην οποία καθορίζεται, πλην άλλων, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου (β) σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, για την σύναψη δε αυτής απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (γ) ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, όπως αυτοδικαίως άκυρη είναι και ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικά κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου.
Στην συνέχεια με το άρθ. 78 ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθ. 6 ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες και η είσπραξη των εισφορών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθ. 89 ν. 2084/1992. (Γ) Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών) ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλ' αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αορίστου χρόνου), κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθ. 559 αριθ.1 ή 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, τούτο δε, η δυνατότητα δηλ.
του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν την έναρξη της ισχύος την 18-4-2001του αναθεωρημένου άρθ.103 του Συντάγματος με την προσθήκη σ' αυτό των παραγράφων 7 και 8 και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ (Πλ Ολ ΑΠ 8/2011, Ολ ΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 720/2013, 1166, 1164/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη από 27-12-2002 (και με αριθ.κατ.1841/2002) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και κατ' εκτίμηση αυτής, οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το ν.π.δ.δ. ΤΕΒΕ, το οποίο διαδέχθηκε ως καθολικός διάδοχός του το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), οι 1ος-10ος την 29-4-1991, οι 11ος-25η την 18-9-1993, οι 26ος-29η την 20-10-1995, οι 30η-34ος την 12-9-1996 και οι 35ος-37ος την 18-5-1991, με συμβάσεις διαρκείας ενός έτους, που ανανεώθηκαν διαδοχικά, μέχρι την κατάταξή τους την 4-12-2000, 22-2-2001 και 23-4-2001 σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με πανομοιότυπες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, χαρακτηριζόμενες όλες απ' αυτό προσχηματικά και καταχρηστικά ως συμβάσεις έργου, ως επιμελητές εισπράξεων των οφειλομένων σ' αυτό ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και καθυστερουμένων, μαζί με τα τέλη καθυστέρησης, καθώς και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών Ελλάδος, έναντι αμοιβής 2% επί του ύψους των πραγματοποιουμένων εκάστοτε εισπράξεων και 10% επί της εισφοράς της εγγραφής για κάθε έναν απογραφόμενο επαγγελματία ή βιοτέχνη, ότι συμφωνήθηκε επίσης ότι (α) τις υπηρεσίες τους αυτές θα παρέχουν κάθε ένας εντός ορισμένης περιοχής, εισπράττοντες τις ασφαλιστικές εισφορές των σ' αυτή εγκατεστημένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, ανερχομένων πάντοτε σε 500 και άνω, συγχρόνως δε απέγραφαν και τους μη απογεγραμμένους επαγγελματίες και βιοτέχνες της περιοχής αυτής (β) κάθε πρωί θα παραλαμβάνουν από τα κεντρικά γραφεία του Ταμείου ένσημα ίσης αξίας προς τις αποδιδόμενες απ' αυτούς εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας (γ) υποχρεούνται να μεταβαίνουν καθημερινά στα καταστήματα των ασφαλισμένων προς είσπραξη των εισφορών, δύο φορές τουλάχιστον τον μήνα σε κάθε έναν και κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες (δ) η είσπραξη των ως άνω εισφορών και πόρων θα συντελείται με πωλήσεις στους ασφαλισμένους ενσήμων, με άμεση επικόλληση αυτών στο ασφαλιστικό βιβλιάριο εκάστου, κατά την εκεί αναφερομένη διαδικασία (ε) θα συντάσσουν στην συνέχεια ονομαστικά κατάσταση των καταβαλλόντων εισφορές, ως και δελτίο αγοράς ενσήμων, τα οποία θα παραδίδουν το πρωί της επομένης στα ως άνω κεντρικά γραφεία μαζί με τις πραγματοποιηθείσες εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας (στ) η απογραφή των μη απογεγραμμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών θα γίνεται με την σύνταξη ειδικών δελτίων, υποβαλλομένων και αυτών στο Ταμείο, με κατάσταση συντασσομένη απ' αυτούς και περιλαμβάνουσα τα στοιχεία των δυστροπούντων περί την καταβολή των εισφορών τους ασφαλισμένων και τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες διήλθαν από τα καταστήματά τους (ζ) θα συμμορφώνονται προς τις εγκύκλιες διαταγές και οδηγίες του ως άνω Ταμείου (εργοδότη τους), θα δέχονται απροφασίστως και οποτεδήποτε έλεγχο των οργάνων του, θα καταβάλλουν συνεχή και επισταμένη επιμέλεια στην εκτέλεση της εργασίας τους, υποχρεούνται να διέρχονται τακτικά από την περιοχή της αρμοδιότητάς τους, δεν έχουν το δικαίωμα υποκατάστασης, υποχρεούνται να παρίστανται στο δικαστήριο ως μάρτυρες στις μηνύσεις του ΤΕΒΕ κατά των ασφαλισμένων του τομέα τους και (η) το ΤΕΒΕ θα δικαιούται να καταγγείλει αζημίως τις συμβάσεις τους σε περίπτωση αδικαιολόγητης βραδύτητας περί την εκτέλεση του έργου τους, παράβασης οιουδήποτε όρου της σύμβασης κλπ., ότι κατά τα προεκτεθέντα προς εκπλήρωση των όρων των συμβάσεων έπρεπε ν' απασχολούνται καθημερινά και καθ' όλες τις πρωινές, τουλάχιστον, ώρες λειτουργίας των καταστημάτων, υποκείμενοι στον, και πράγματι ασκούμενο, έλεγχο των οργάνων του ως άνω εργοδότη τους, προς τον σκοπό δε αυτόν τους υποχρέωνε να προσέρχονται κάθε πρωί στα γραφεία του την ίδια ώρα έναρξης της εργασίας των τακτικών (μονίμων) υπαλλήλων του, να "κτυπούν" κάρτα προσέλευσης και να εργάζονται επί δίωρο μέσα στα γραφεία, απασχολούμενοι με την τρέχουσα εργασία, λόγω έλλειψης μονίμου προσωπικού, ότι, όταν το 1997 άλλαξε ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και γινόταν πλέον με επιταγές διά των ΕΛΤΑ, τους τοποθέτησε στη εσωτερική υπηρεσία των γραφείων στα μηχανογραφικά τμήματα και απασχολούνταν πλέον με εξαρτημένη εργασία, όμοια με αυτήν των μονίμων υπαλλήλων του, με το ίδιο συγκεκριμένο ωράριο εργασίας της υπηρεσίας, η δε προσέλευση και αποχώρησή τους ελέγχονταν με το βιβλίο παρουσίας και αποχώρησης, στο οποίο υπέγραφαν, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι, ότι κατά τα ανωτέρω συνδέονταν με το ως άνω Ταμείο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και δη εξαρχής αορίστου χρόνου, καθόσον ειδικότερα οι ενάγοντες, τελούντες υπό τις οδηγίες, την επίβλεψη και τον έλεγχο του εργοδότη τους ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο της εργασίας τους, εκτελούσαν εργασία όμοια με των μονίμων και των αορίστου χρόνου υπαλλήλων, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, που τους είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ και επικουρικά στο ΤΕΑΠΟΚΑ, όπως και τους μονίμους υπαλλήλους του, παρά ταύτα, όμως, με τον σκοπό να τους αποστερήσει από τα δικαιώματα που συνδέονται με την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χαρακτήρισε τις συμβάσεις τους ως "μίσθωσης έργου" και συνακόλουθα δεν τους κατέβαλε, μέχρι την κατάταξή τους ως άνω σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κανένα ποσό για αποδοχές και επίδομα αδείας και επιδόματα εορτών, αν και σύμφωνα με το άρθ.17§8 εδ.β' ν. 2839/2000 ο χρόνος των συμβάσεων έργου των κατατασσομένων στις οργανικές αυτές θέσεις λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ότι το εναγόμενο οφείλει σε κάθε έναν ενάγοντα για τα έτη 1999 και 2000, με βάση την πραγματική ως άνω φύση των συμβάσεών τους, αλλά και ευθέως από το νόμο, άλλως ως αποζημίωση λόγω παρανομίας των οργάνων του, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (α) για αποδοχές και επίδομα αδείας το ποσό των 2.641,24 € και (β) για επιδόματα εορτών το αυτό των 2.641,24€, και συνολικά το ποσό των 5.282,48€ στον κάθε έναν, με την επίκληση δε των περιστατικών αυτών ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο, (2) Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο επί της αγωγής αυτής, με την προσβαλλομένη 1779/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει κατά την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων δέχθηκε, ότι "επί συμβάσεων μισθώσεως έργου, που συνήφθησαν κατ' εφαρμογή του άρθ. 89 του ν. 2084/1992 από φορείς κοινωνικής ασφάλισης με ιδιώτες, στους οποίους ανατέθηκε η είσπραξη οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, οι συμβάσεις αυτές έχουν πάντοτε, κατά νομοθετική επιταγή, τον χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, ακόμη και αν ο ανάδοχος παρέχει πράγματι εξαρτημένη εργασίας και συνεπώς, αφού δεν επιτρέπεται από το νόμο διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών, δεν μπορεί να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτών ως συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας", στην συνέχεια δε και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου εναγομένου εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή κατά την γενομένη δεκτή πρωτοδίκως κύρια βάση της (καθώς και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό).
Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επίμαχες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους κατά νομοθετική επιταγή ως συμβάσεων μίσθωσης έργου, κατ' ορθό και επιτρεπτό, ως εκ του χρόνου κατάρτισής τους και του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνονται, νομικό χαρακτηρισμό μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, τούτο όμως δεν ερευνάται στο ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (η οποία σε σχέση με την αρχικά 32η ενάγουσα ασκείται από τους κληρονόμους της) κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αυτής από το άρθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρινίσεις (και δη υπολογισμό των οφειλομένων στους αναιρεσείοντες για τις παραπάνω αιτίες ποσών) στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθ.580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ.65§1 ν.4139/2013) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1779/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλος δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ