Legislator Case Law & Legislation
2201/2007 AI generated

2201/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2201/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2201 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2201/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2201 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2201 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2201/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε -Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος :X1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Στυλιανός Χατζηδάκης.

Της αναιρεσιβλήτου :Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ" την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ξενοφών Κουτσιμπογεώργος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.11.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1454/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3546/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 7.6.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 5.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 2496/1997, στην ασφάλιση για λογαριασμό τρίτου ο μεν λήπτης της ασφαλίσεως βαρύνεται με όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο, ο δε ασφαλισμένος έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον λήπτη της ασφαλίσεως, εφόσον έχει λάβει γνώση της συμβάσεως και έχει τη δυνατότητα να τις εκπληρώσει. Από τη σαφή διατύπωση της διατάξεως προκύπτει ότι η "γνώση της συμβάσεως" αφορά μόνο τις υποχρεώσεις του λήπτη της ασφαλίσεως, όπως είναι η υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίστρου και τα διάφορα ασφαλιστικά βάρη, και δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη δέσμευση του ασφαλισμένου από όρους της συμβάσεως που ρυθμίζουν άλλα θέματά της ασφαλίσεως, όπως ο όρος ομαδικού ασφαλιστηρίου που συνήψε ο εργοδότης-λήπτης της ασφαλίσεως για την ασφάλιση των εργαζομένων-ασφαλισμένων, κατά τον οποίο εργαζόμενοι που απουσιάζουν για λόγους υγείας κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ασφαλίσεως δεν δικαιούται ασφαλίσματος για το μέχρι την επάνοδό τους στην υπηρεσία του λήπτη της ασφαλίσεως χρονικό διάστημα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε απορριπτέα την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, στρεφόμενος κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ζητούσε την καταβολή ασφαλίσματος, ως ασφαλισμένος δυνάμει συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως, που είχε συναφθεί μεταξύ της αντιδίκου του και του εργοδότη του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ) - λήπτη της ασφαλίσεως, και είχε ως αντικείμενο την ασφάλιση των εργαζομένων στον τελευταίο. Το Δικαστήριο δε οδηγήθηκε στην κρίση αυτή δεχόμενο ότι η σύμβαση περιείχε όρο, σύμφωνα με τον οποίο εργαζόμενοι που απουσιάζουν για λόγους υγείας κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της ασφαλίσεως δεν δικαιούνται ασφαλίσματος για το μέχρι την επάνοδό τους στην υπηρεσία χρονικό διάστημα, ο δε ενάγων κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα απουσίαζε από την υπηρεσία του στον ΟΤΕ με αναρρωτική άδεια λόγω ασθενείας. Σημειωτέον ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ανωτέρω όρος δεσμεύει τον ενάγοντα, παρόλο ότι δεν είχε λάβει γνώση αυτού, διότι από το κείμενο φυλλαδίου που του είχε γνωστοποιηθεί έλαβε "το έναυσμα" να προστρέξει στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και να ενημερωθεί. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, αν και με σφαλερή αιτιολογία, οδηγήθηκε σε ορθό διατακτικό και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 2496/1997, η οποία, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ο δε πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή τη κατά παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου παραδοχή πραγματικών περιστατικών που ανάγονται σε τέτοιο ισχυρισμό δεν ιδρύουν τους αναιρετικούς λόγους των αριθμ. 8 και 20 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ αντιστοίχως, αφού ο μη νόμιμος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, τόσον ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν είχε λάβει γνώση του προαναφερομένου όρου του ασφαλιστηρίου, όσο και ο έκτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 λόγος, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη για την πλημμέλεια της κατά παραμόρφωση εγγράφου, ήτοι του εντύπου με τον τίτλο "Ομαδική Ασφάλιση Προσωπικού", παραδοχής πραγματικών περιστατικών, αναγομένων στον ίδιο ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είναι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, με νόμιμος και συνεπώς δεν έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Εξάλλου, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί πρωτοδίκως ο ισχυρισμός πρέπει να είχε προταθεί με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων εφέσεως και όχι με τις προτάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση της αναιρεσίβλητης που στηριζόταν στον σχετικό με τον προαναφερόμενο όρο του ασφαλιστηρίου ισχυρισμό της, παρόλο που αυτός (ισχυρισμός) δεν προβλήθηκε προφορικώς πριν από την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο και δεν έγινε σχετική αναφορά στα πρακτικά της δίκης, αλλά προβλήθηκε μόνο με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου), έτσι δε υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες αφενός της λήψεως υπόψη πραγμάτων μη (παραδεκτώς) προταθέντων (άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ) και αφετέρου της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ). Οι λόγοι όμως αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, η σχετική παράβαση προτάθηκε από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως αναιρεσείοντα όχι με λόγο εφέσεως, περιεχόμενο στο δικόγραφο της εφέσεως, αλλά με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, ενώ εξάλλου η εν λόγω παράβαση δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Σύμφωνα με το άρθρο 335 του Κ.Πολ.Δ, αντικείμενο αποδείξεως, άρα και δικαστικής Ομολογίας, κατά τα άρθρα 352 και 353 του Κ.Πολ.Δ, αποτελούν μόνο πραγματικά γεγονότα και όχι έννομες σχέσεις. Άρα, ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του επικληθείσα από τον αναιρεσείοντα δικαστική ομολογία της αντιδίκου του, περιεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της, περί του ότι αυτός (αναιρεσείων) ήταν δικαιούχος κάθε ασφαλιστικής περιπτώσεως, άρα και της επίδικης, και δεν συνέτρεχε περίπτωση απαλλαγής της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το φερόμενο ως περιεχόμενο ομολογίας δεν ανάγεται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς δεν επρόκειτο για αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα για το επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο της διακριτικής ομολογίας..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.6.2006 αίτηση του X1 για αναίρεση της 3546/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ