2200/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :727/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, η 9/1999 του Εφετείου Πατρών που αναπέμπει για κατ' ουσία εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, 922/1999 προδικαστική και 614/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 540/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Ιουλίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated2200/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 943 παρ. 1 εδ. 8 α' και β' του Α.Κ. "το αποτέλεσμα της διάρρηξης είναι ότι ο τρίτος έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν. Η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών του προσέβαλαν την απαλλοτρίωση". Και ναι μεν με τις διατάξεις των παρ. 2, 6 και 19 του άρθ. 4 του Ν. 2898/1995 που άρχισε να ισχύει από την 4.4.1995 (Φ.Ε.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2200 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2200/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 1) ....., 2) Χ1, 3) Χ2 και 4) Χ3, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Γιάννης Παπαναστασόπουλος.
Του αναιρεσιβλήτου: ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αλκαίος Βγενόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :727/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, η 9/1999 του Εφετείου Πατρών που αναπέμπει για κατ' ουσία εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, 922/1999 προδικαστική και 614/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 540/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Ιουλίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.
Α.Π. 18/1998). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 30/1997 και 28/1997). Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του Α.Κ. συνάγεται ότι οι δανειστές έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν με αγωγή τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίως που έγινε από τον οφειλέτη της προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους, στρεφόμενοι κατ' αυτού και του τρίτου προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, ή μόνο κατά του τελευταίου, και εφ' όσον επί μη χαριστικών απαλλοτριώσεων ο τρίτος αυτός γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτρίωνε προς βλάβη των δανειστών του, γνώση που τεκμαίρεται αν αυτός κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή τέκνο του ή άλλος συγγενής ορισμένου βαθμού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πέρασε ένα έτος από τον απαλλοτρίωση έως την άσκηση της αγωγής, ενώ σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται τέτοια γνώση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 943 παρ. 1 εδ. 8 α' και β' του Α.Κ. "το αποτέλεσμα της διάρρηξης είναι ότι ο τρίτος έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν. Η διάρρηξη ενεργεί μόνο υπέρ των δανειστών του προσέβαλαν την απαλλοτρίωση". Και ναι μεν με τις διατάξεις των παρ. 2, 6 και 19 του άρθ. 4 του Ν. 2898/1995 που άρχισε να ισχύει από την 4.4.1995 (Φ.Ε.Κ.
Α' αριθ. 62/4-4-1995), τροποποιήθηκαν αντίστοιχα οι δικονομικές διατάξεις των άρθρων 936, 953 και 992 του ΚΠολΔ, όσο αφορούν στη ρύθμιση διαδικαστικών θεμάτων εκτέλεσης, που άπτονται του θεσμού της διάρρηξης των καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων, και ειδικότερα: α) στο άρθρο 936 του ΚΠολΔ προστέθηκε τρίτη παράγραφος που έχει ως εξής: "τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ' ού η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά το άρθρο 939 εκ του Α.Κ.
δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη, ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του", β) στο άρθρο 953 παρ. 2 του ΚΠολΔ προστέθηκε τρίτο εδάφιο με βάση το οποίο "οι διατάξεις για την κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη εφαρμόζονται και όταν πρόκειται για κινητά που είχαν μεταβιβασθεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφόσον η κατάσχεση επιβάλλεται από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής κατά τα άρθρα 939 του Α.Κ.", και γ) αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθ. 992 του ΚΠολΔ ως εξής:
Μπορεί να γίνει κατάσχεση ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του οφειλέτη ή εμπραγμάτου δικαιώματος του οφειλέτη επάνω σε ακίνητο. Ακίνητο που έχει μεταβιβασθεί από τον οφειλέτη σε τρίτο κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής κατά το άρθρο 939 επ.
του Α.Κ. αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής των απαλλοτριωτικής πράξης". Με τις διατάξεις αυτές, εφ' όσον η αγωγή του δανειστή διάρρηξης της καταδολιευτικής μεταβίβασης ευδοκιμήσει τελεσίδικα, διαπλάσσεται αυτοδίκαια πλέον η κατάσταση της μη αντιταξιμότητας (απροσβλήτου) εναντίον αυτού, του υπερθεματιστή και των διαδόχων του της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, η οποία ως προς τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ανατρέχει στο χρόνο της απαλλοτρίωσης.
Ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης σε βάρος του οφειλέτη του, μπορεί να κατάσχει το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, στο μέτρο όμως της απαγγελθείσας διάρρηξης, σαν να μην είχε ποτέ αυτό εκφύγει από την περιουσία του οφειλέτη, γι' αυτό και η εκτέλεση πλέον στρέφεται κατά του οφειλέτη, και όχι του αποκτήσαντος τρίτου, ο οποίος είναι ξένος προς την εκτελεστική διαδικασία.
Στο πλαίσιο δε των πιο πάνω δικονομικών ρυθμίσεων, η πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 943 παρ. 1 εδ. α' του Α.Κ., ως προς την καθιερούμενη με αυτήν υποχρέωση του τρίτου "στο να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν", πρέπει πλέον να νοηθεί ως υποχρέωση "να μην αντιτάξει αυτός (τρίτος) την απαλλοτρίωση στο μέτρο της διάρρηξης της κατά του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη και απαιτείται για την ικανοποίηση της απαίτησής του".
Από τα προαναφερθέντα και ιδιαίτερα της τροποποίησης του αρθ. 992 του ΚΠολΔ με την οποία καθιερώθηκε "η σημείωση της απόφασης που απαγγέλει τη διάρρηξη στο περιθώριο της απαλλοτριωτικής πράξης", προκύπτει ότι και με τις νέες πιο πάνω ρυθμίσεις στο δικονομικό πεδίο, η μη αντιταξιμότητα της καταδολευτικής μεταβίβασης (με την έννοια της απροβλήτου και της αντενέργειας), προϋποθέτει αναγκαίως δικαστική παρέμβαση και δικαστική τελεσίδικη διάγνωση της συνδρομής των όρων των διατάξεων των άρθρων 939 επ.
του Α.Κ. συνακόλουθα δε απόφαση που με την έννοια της διάπλασης θα απαγγέλλει τη διάρρηξη. Στο πλαίσιο δε της δικαστικής αυτής διάγνωσης, και μετά την ισχύ του νόμου 2298/1995 και τις πιο πάνω τροποποιήσεις του, όπως και υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, η διάρρηξη διατάσσεται μόνο για το μέρος εκείνο της απαλλοτρίωσης που είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, η δε απαλλοτριωτική πράξη μένει απρόσβλητη για το επί πλέον ποσοστό, ως προς το οποίο ο δανειστής στερείται εννόμου συμφέροντος για τη διάρρηξή του.
Η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται όχι από τις οποιεσδήποτε προσωπικές εκτιμήσεις του επιτυχόντος την διάρρηξη δανειστή, αλλά από τη σχέση του ποσού της απαίτησης που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, και γι' αυτό είναι ανάγκη τα ποσά αυτά ν' αναφέρονται τόσο στην αγωγή, για το κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ ποσοτικό και ποιοτικό ορισμένο της (Α.Π. 1112/2004), όσο και στη δικαστική απόφαση, αφενός κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου με τα στοιχεία εκείνα που ορίζει ο νόμος για τη θεμελίωσή του αγωγικού δικαιώματος (νομική αοριστία), αφ' ετέρου δε κατά το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, σε συνδυασμό με πλήρεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, για τον προσδιορισμό του αναγκαίου μέτρου της διάρρηξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, στην από 30-7-1996 αγωγή του αναιρεσίβλητου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπησή της προκύπτει, αυτός εκθέτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν κατά το 1/2 συγκύριος ενός ακινήτου εμβαδού 1.805,70 τ.μ., το οποίο σε τρία επί μέρους αυτοτελή τμήματα μεταβίβασε στις 9.1.1995 κατά ψιλή κυριότητα και πλήρη αντίστοιχα με γονική παροχή στους τρίτη και τέταρτο των αναιρεσειόντων τέκνα του, και με δωρεά εν ζωή στην δεύτερη αναιρεσείουσα σύζυγό του, και ειδικότερα:
α) με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, νόμιμα μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου δύο τμημάτων του ακινήτου εμβαδού 419 και 399 τ.μ. αντίστοιχα στον τέταρτο αναιρεσείοντα γιό του Χ3, και β) με το υπ' αριθ. ....
συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς της ίδιας συμβ/φου νόμιμα επίσης μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας στην καθεμιά, δηλαδή στη δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσα αντίστοιχα σύζυγο και κόρη του Χ1 και Χ2, το υπολειπόμενο τμήμα εμβαδού 987,70 τ.μ., όπου υπάρχει ισόγειος οικοδομή εμβαδού 160 τ.μ.
Με την αιτιολογία δε ότι στις απαλλοτριώσεις αυτές προέβη ο πρώτος αναιρεσείων, οφειλέτης του (αναιρεσίβλητου), με σκοπό τη βλάβη του, και ειδικότερα για να μην εισπράξει αυτός την σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος απαίτησή του από διαταγή πληρωμής, που ανερχόταν μαζί με τους τόκους στο ποσό των 14.081.567 δρχ., και ότι το σκοπό αυτό του απαλλοτριώσαντος πρώτου αναιρεσείοντος, γνώριζαν οι λοιποί αναιρεσείοντες ως αποκτήσαντες, που είναι τέκνα και σύζυγός του, η δε υπόλοιπη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της αξίωσης του αναιρεσίβλητου, ζήτησε ο τελευταίος τη διάρρηξη όλων των πιο πάνω μεταβιβάσεων (δύο γονικές παροχές και μία δωρεά εν ζωή), ώστε να εισπράξει την απαίτησή του με αναγκαστική εκτέλεση.
Επί της αγωγής αυτής το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει της υπ' αριθ. 758/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του εφεσιβλήτου κατά του πρώτου εκκαλούντος, ο τελευταίος υποχρεώθηκε να καταβάλλει στον ως άνω εφεσίβλητο το ποσό των 13.645.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων.
Η παραπάνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την υπ' αριθ. ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η τραπεζική αυτή επιταγή εκδόθηκε από τον πρώτο εκκαλούντα λευκή κατά το ποσό και την ημερομηνία εκδόσεως, με τη συμφωνία να την συμπληρώσει ο εφεσίβλητος, σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί η εν λόγω επιταγή, με το ποσό που αντιστοιχούσε στο σύνολο των προς αυτόν οφειλών του ως άνω εκκαλούντος, προερχομένων από διάφορες οικονομικές διευκολύνσεις του προς τον τελευταίο κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1989 έως το έτος 1993, δεδομένου ότι διατηρούσαν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις.
Με βάση τη συμφωνία τους αυτή, ο εφεσίβλητος συμπλήρωσε την ανωτέρω επιταγή την 11.10.1995 με το ποσό στο οποίο ανέρχονταν συνολικά οι παραπάνω οφειλές του πρώτου εκκαλούντος. Κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, ασκήθηκε ανακοπή από τον ως άνω εκκαλούντα, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 9/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και έτσι η εν λόγω διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
Ο πρώτος εκκαλών ήταν κύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου : α) ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού 419 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας .... και εντός του οικισμού της, β) ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εμβαδού 399 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια θέση και γ) μιας ισόγειας ημιτελούς οικοδομής, επιφάνειας 160 τ.μ., κτισμένης σε οικόπεδο, εμβαδού 987,70 τ.μ., που βρίσκεται επίσης στην παραπάνω θέση.
Ο ως άνω εκκαλών, την 9.1.1995, μεταβίβασε τα ακίνητα αυτά στους υπόλοιπους εκκαλούντες, ως ακολούθως: 1) Τα υπό στοιχεία α' και β' ακίνητα κατά ψιλή κυριότητα στον τέταρτο εκκαλούντα γιο του, που τότε ήταν ανήλικος, δυνάμει του υπ' αριθ. ..... συμβολαίου γονικής παροχής της συμ/φου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα και 2) το υπό στοιχείο γ' ακίνητο κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και κατά πλήρη κυριότητα στην τρίτη εκκαλούσα θυγατέρα του και κατά το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου και κατά πλήρη κυριότητα στη δεύτερη εκκαλούσα σύζυγό του, δυνάμει του υπ' αριθ. .....
συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, αντιστοίχως, της ίδιας συμ/φου, που κι' αυτό μεταγράφηκε νόμιμα. Οι απαλλοτριωτικές αυτές πράξεις έγιναν από τον πρώτο εκκαλούντα με πρόθεση βλάβης του εφεσιβλήτου δανειστή του και συγκεκριμένα με το σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεώς του κατ' αυτού, καθόσον γνώριζε ότι με τις μεταβιβάσεις αυτές θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε να είναι αδύνατη η ικανοποίηση της εν λόγω απαιτήσεως του ως άνω δανειστή του, όπως και έγινε, αφού από την επιβληθείσα κατάσχεση, με την επίσπευση του εφεσιβλήτου, επί της οικίας του, που βρίσκεται στο ....., δεν ικανοποιήθηκε η προαναφερόμενη απαίτηση του τελευταίου, λόγω υπάρξεως προηγούμενων υποθηκών επ' αυτού υπέρ της ΑΤΕ (βλ.
και τον προσκομιζόμενο 2275/11.12.2002 πίνακα κατάταξης της συμ/φου Φαρών Θεοδόση Λάλου), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω εκκαλών έχει και άλλη μη βεβαρημένη ακίνητη περιουσία από την κατάσχεση της οποίας είναι δυνατή η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η τρίτη των εκκαλούντων, θυγατέρα του πρώτου εκκαλούντος, γνώριζε ότι η γενόμενη προς αυτήν μεταβίβαση, σκόπευε στη ματαίωση της ικανοποιήσεως της παραπάνω απαιτήσεως του εφεσιβλήτου, αφού διέμενε μαζί με τους γονείς της, είχε αρμονικές σχέσεις μ' αυτούς και συζητούνταν στο οικογενειακό περιβάλλον τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο πρώτος των εκκαλούντων πατέρα της.
Η γνώση του τέταρτου εκκαλούντος ότι η γενόμενη προς αυτόν μεταβίβαση είχε τον ανωτέρω σκοπό, θα κριθεί από το πρόσωπο των δύο πρώτων εκκαλούντων γονέων του, που τον εκπροσωπούσαν κατά την ως άνω δικαιοπραξία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της ήταν ανήλικος. Για τον πρώτο δε εκκαλούντα δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, γιατί αυτός είναι ο μεταβιβάσας το ακίνητο προς τον ανήλικο γιο του, ενώ η γνώση της δεύτερης εκκαλούσας ότι η γενόμενη μεταβίβαση σκόπευε στη μη ικανοποίηση της απαιτήσεως του εφεσιβλήτου, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτή ως σύζυγος γνώριζε τις οικονομικές δυσχέρειες του ως άνω εκκαλούντος, αφού συζητούσε μαζί του το θέμα τούτο και προσπαθούσαν να βρουν τρόπο αντιμετωπίσεώς του.
Συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις διάρρηξης των γενόμενων ως άνω μεταβιβάσεων, η οποία (διάρρηξη) δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία απ' αυτές, καθόσον δεν είναι δυνατόν εκ των προτέρων να είναι γνωστό το ποσό του εκπλειστηριάσματος που θα επιτευχθεί από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό και υπάρχει κίνδυνος σε τέτοια περίπτωση να μην ικανοποιηθεί και πάλι η ανωτέρω απαίτηση του εφεσιβλήτου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης για διάρρηξη των πιο πάνω εκποιητικών συμβάσεων είναι νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της. Με το πιο πάνω όμως περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά της η αγωγή του αναιρεσίβλητου είναι (νομικά) αόριστη, αφού δεν περιέχονται σ' αυτήν όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 του Α.Κ.
απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για την ένδικη διάρρηξη, και ειδικώτερα δεν περιέχεται σ' αυτήν το κατά τα ανωτέρω αναγκαίο στοιχείο της αξίας των τριών απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε η διάρρηξη, ώστε να προκύψει στη συνέχεια το μέτρο και η σχέση μεταξύ της αξίας των τριών μεταβιβασθέντων ακινήτων και του ύψους της απαίτησης του αναιρεσίβλητου, της οποίας επιδιωκόταν η ικανοποίηση μέσω της ζητούμενης διάρρηξης.
Με το ν' αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη, χωρίς ν' αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα και τη ζητούμενη έννομη προστασία με την έννοια της διάρρηξης, την αναφορά σ' αυτήν και της αξίας των ένδικων ακινήτων του χρόνου της άσκησής της, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία και παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των προαναφερομένων άρθρων 939 και 943 του Α.Κ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση, πρέπει να γίνει δεκτός, ως παραδεκτός και βάσιμος. Εξ άλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και απαγγέλθηκε η διάρρηξη των ένδικων εκποιητικών συμβάσεων και για τα τρία ακίνητα, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939 και 943 του Α.Κ.
Ειδικότερα, οι αιτιολογίες αυτές είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, με το να μη αναφέρουν την αξία καθενός από τα τρία μεταβιβασθέντα ακίνητα κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, ώστε αφ' ενός μεν δεν είναι δυνατό να κριθεί αν έπρεπε να διαρρηχθούν όλες οι δικαιοπραξίες ως καταδολιευτικές, ή μία από αυτές στο σύνολό της ή εφόσον έπρεπε να διαρρηχθούν όλες μεν αλλά κατά το ποσοστό που θα επαρκούσε για την απαίτηση του αναιρεσίβλητου κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, αφ' ετέρου δε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς το μέτρο και την αναλογία μεταξύ της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και του ύψους της απαίτησης του επιδιώκοντος τη διάρρηξη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 540/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ