Legislator Case Law & Legislation
2200/2006 AI generated

2200/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2200/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2200/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2200 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2200/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 3218/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και πους το ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θεόδωρο Τσίρα.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2103/2005.

Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 155 παρ. 1α και β του ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος.

Ως λαθρεμπορία, θεωρείται, κατά τη παράγραφο 2 περ. ζ του ίδιου άρθρου (155) και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχει εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή, καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα.

Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Τέλος κατά το άρθρο 118 παρ. 5 του ίδιου νόμου (2960/2001), ως λαθρεμπορία χαρακτηρίζεται και η διαφυγή με οποιονδήποτε τρόπο ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του νόμου αυτού, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων.

ΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφοράς τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

ΙΙΙ. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3218/18-10-2005 απόφασής του, ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, "ως ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στο ....

αφ' ενός διέθεσε στην κατανάλωση 359.962 λίτρα πετρελαίου κίνησης, για τα οποία δεν διέθετε παραστατικά νόμιμης αγοράς, κατοχής και καταβολής στο Δημόσιο των αναλογούντων επιβαρύνσεων, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το Δημόσιο 42.308.601 δραχμές ή 124.163,17 ευρώ, αφ'ετέρου κατείχε εντός δύο δεξαμενών προς διάθεση στην εσωτερική αγορά ως πετρελαίου κίνησης 6.450 λίτρα αποχρωματισμένου πετρελαίου θέρμανσης αποσκοπώντας να καρπωθεί τη διαφορά μεταξύ ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, στερώντας, έτσι, το Δημόσιο από διαφυγόντες δασμούς και επιβαρύνσεις 755.209 δρχ.

ή 2224,83 ευρώ. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται κατά το υποκειμενικό και αντικειμενικό της στοιχείο και, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου των προβλεπομένων και τιμωρουμένων από τα άρθρα 98 ΠΚ, 118 παρ.5, 155 παρ. 1β-2ζ, 157 παρ. 1β περ.

γ, 159 παρ. 1 εδ. δ, 160 παρ. 1-2, του Ν. 2960/2001, πράξεων λαθρεμπορίας, πράξεις τις οποίες τέλεσε εντός του χρονικού διαστήματος από 9-8-1999 έως 16-12-2000 (διάθεση στην κατανάλωση των 359.962 λίτρων πετρελαίου, χωρίς νόμιμα παραστατικά) και στις 16/12/2000 (κατοχή των 6450 λίτρων αποχρωματισμένου πετρελαίου θέρμανσης), με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από διαφυγόντες δασμούς και λοιπές επιβαρύνσεις το συνολικό ποσό των 126.388 ευρώ.

Για τις πράξεις αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως δέκα τριών (13) μηνών, την εκτέλεση της οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δεν έσφαλε με το να εφαρμόσει τις διατάξεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001), οι οποίες είναι επιεικέστερες των αντιστοίχων διατάξεων του Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος" (100 παρ. 1θ, 102 παρ. 1β περ.

γ, 105, παρ. 1,107) που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως των πιο πάνω αδικημάτων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα στην προκείμενη περίπτωση η μερική επανάληψη του διατακτικού στο σκεπτικό και η παραπομπή σ' αυτό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, διότι στην εξεταζόμενη περίπτωση το διατακτικό, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας, κατ' εξακολούθηση, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.

Ειδικότερα, η γνώση του αναιρεσείοντος για την προέλευση, ως λαθρεμπορευμάτων, των ποσοτήτων καυσίμων που κατείχε και διέθεσε στην εσωτερική αγορά, προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τις οποίες, όχι μόνο αυτός δεν διέθετε νόμιμα παραστατικά νόμιμης αγοράς, κατοχής και καταβολής στο δημόσιο των αναλογούντων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, αλλά και από το ότι η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσότητα καυσίμων ήταν αποχρωματισμένο πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο αυτός αποσκοπούσε να το πουλήσει ως πετρέλαιο κίνησης, προκειμένου να καρπωθεί τη διαφορά μεταξύ του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

IV. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω περί λαθρεμπορίας ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι από το συνδυασμό των διατάξεων 53, 118 παρ. 4 και 5, 142 παρ. 1 και 2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 2960/2001), προκύπτει ότι: "οι παραβάσεις που διαπράττονται κατά την κατοχή, μεταφορά, κυκλοφορία ή πώληση των προϊόντων του άρθρου 53 του Κώδικα (μεταξύ των οποίων και τα πετρελαιοειδή προϊόντα) χαρακτηρίζονται ως απλές τελωνειακές παραβάσεις και τιμωρούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα - μέχρι το άρθρο 154- του Κώδικα και δεν επεκτείνονται στις διατάξεις για λαθρεμπορία των άρθρων 155 και επόμενα του ίδιου Κώδικα".

Επομένως, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κατά ορθή ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων, οι πράξεις για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε, δεν συγκροτούν την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία προβλέπονται οι ποινές του άρθρου 157 του ν. 2960/01, όπως κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 1 και 2 και 157 παρ. 1 δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά απλές τελωνειακές παραβάσεις για τις οποίες επιβάλλονται μόνο οι προβλεπόμενες οι από τα άρθρα 142- 154 κυρώσεις (πρόστιμα, πολλαπλά τέλη κλπ).

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι. σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνέτρεξαν στην κρινόμενη υπόθεση και τα στοιχεία της αξιόποινης πράξεως της λαθρεμπορίας με την πιο πάνω έννοια του άρθρου 155 του Κώδικα. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 5 εδάφιο τελευταίο και 142 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, μπορούν να συνυπάρξουν οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές απλές τελωνειακές παραβάσεις με την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας που προβλέπεται από τα άρθρα 155 επ.

του ίδιου Κώδικα, αφού στο τελευταίο εδάφιο των πιο πάνω διατάξεων, ρητώς ορίζεται ότι οι προβλεπόμενες από αυτές κυρώσεις, για το τις ως τελωνειακές χαρακτηριζόμενες παραβάσεις, επιβάλλονται "και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Στην προκείμενη δε περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνέτρεξαν τα εν λόγω στοιχεία του αξιοποίνου της λαθρεμπορίας και, συνεπώς, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Ε.

V. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάστηκαν εκ πλαγίου οι πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, για την παράβαση των οποίων κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, διότι, όπως αυτός υποστηρίζει δεν βεβαιώνεται ότι τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 431 παρ. 2, της 14/1989 Αγορανομικής διάταξης καθώς και στα άρθρα 30 παρ. 12, 31 παρ. 4 του ΝΔ 136/1946 σε συνδυασμό με την απόφαση ΑΧΣ 2/2000 και γενικά οι διατυπώσεις που επιβάλουν τα άρθρα 383, 388 της 14/1989 Αγορανομικής Διάταξης (ότι, δηλαδή, δεν βεβαιώνεται, αν τα δείγματα καυσίμων που εξετάστηκαν ανερχόταν σε κάθε περίπτωση σε ένα λίτρο, ποία στοιχεία και σε πόσες ποσότητες εντοπίστηκαν ή δεν βρέθηκαν, ώστε να χαρακτηρισθούν νοθευμένα, αν κατά τη μέτρηση των πιο πάνω ποσοτήτων καυσίμων, που παραδόθηκαν μέσω μετρητή σε όγκο, αν έγινε αναγωγή του όγκου τους σε θερμοκρασία 15 βαθμών, αν λήφθηκε υπόψη το επιτρεπτό όριο σφάλματος - συν πλην 0,5%- κλπ). Οι αιτιάσεις όμως αυτές δεν είναι βάσιμες, διότι οι διατυπώσεις που ορίζονται στις πιο πάνω διατάξεις δεν σχετίζονται με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της λαθρεμπορίας, αλλά με παραβάσεις του Αγορανομικού Κώδικα και της 14/1989 Αγορανομικής Διατάξεως.

Συνεπώς, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο υπό στοιχεία 4 και 5, από την αυτή διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Ε. λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη του παρισταμένου ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/11/2005 δήλωση αναιρέσεως (που επιδόθηκε στις 30/11/2005) του ..... κατά της 3218/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που την ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2006.

Ο AΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ