Legislator Case Law & Legislation
21/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to inadmissible counterclaim and missing reasoning.

Case Number 21/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the district court's final judgment. The appellant argued the lower court lacked reasoning for rejecting a counterclaim, but the court found the counterclaim itself was contradictory and inadmissible. Consequently, the lower court was not obligated to provide specific reasoning for its rejection, rendering the appeal legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 no. 6 C.Pol.D.; Art. 440 et seq. A.C.: An appeal based on the lack of reasoning for rejecting an inadmissible or contradictory counterclaim is unfounded because the lower court had no duty to reason against such a claim.

Keywords

AI generated
inadmissible counterclaim lack of reasoning contradictory claim legal basis for appeal procedural dismissal art. 560 C.Pol.D. art. 440 A.C.

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 § 2 C.Pol.D.
Art. 119 § 1 C.Pol.D.
Art. 124 § 1 C.Pol.D.
Art. 128 § 1 C.Pol.D.
Art. 560 no. 6 C.Pol.D.
Art. 495 § 3 C.Pol.D.
Art. 440 et seq. A.C.
ac

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 21 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 21/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Λ. του Κ., κατοίκου … Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Πολυχρονάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Ν., κατοίκου … και προσωρινά διαμένοντος στον …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2019 μη οριστική και 10/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 119 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα δικόγραφα, πρέπει να περιέχουν, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 118, και ακριβή καθορισμό της διεύθυνσης και ιδίως οδό και αριθμό της κατοικίας ή του γραφείου ή του καταστήματος του διαδίκου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη, του νόμιμου αντιπροσώπου του και του δικαστικού πληρεξουσίου του, ενώ κατά το άρθρο 124 § 1 ΚΠολΔ, η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, κατά δε το άρθρο 128 § 1 του ίδιου Κώδικα, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συνοίκους του, που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοί του.

Εάν δε το πρόσωπο, προς το οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, δεν βρίσκεται στην κατοικία του και σε αυτήν δεν βρεθεί και κάποιος από τους συνοίκους του, που πληρούν τις τασσόμενες για να παραλάβουν το έγγραφο προϋποθέσεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του ανωτέρω άρθρου 128 ΚΠολΔ, χωρεί επίδοση με θυροκόλληση.

Ως κατοικία αυτού προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων, νοείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, ακόμη και αν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό. Η έννοια της κατοικίας, στην οποία μπορεί να χωρήσει εγκύρως η επίδοση κατά το δικονομικό δίκαιο, διαφοροποιείται έτσι και καθίσταται ευρύτερη από την έννοια της κατοικίας κατά τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 51 του οποίου το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του και κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες.

Δηλαδή η έννοια της κατοικίας του παραλήπτη της επίδοσης, κατά το δικονομικό δίκαιο, περιλαμβάνει κάθε χώρο που είναι προορισμένος για μόνιμη, κατ' αρχήν, αλλά και προσωρινή διημέρευση ή διανυκτέρευση του αποδέκτη της επίδοσης, επομένως δεν αποκλείεται ο παραλήπτης της επίδοσης να έχει περισσότερες κατοικίες, σε μία από τις οποίες εγκύρως επιδίδεται το έγγραφο (Α.Π. 2048/2022, Α.Π. 1578/2022, Α.Π. 1084/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή και τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται ως διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, δήλωσε κατ' άρθρο 119 § 1 ΚΠολΔ ότι είναι κάτοικος … και …, δηλαδή ότι έχει δύο κατοικίες.

Περαιτέρω, από την …/2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Η. Φ.-Ζ. και τις συνημμένες σε αυτήν από … απόδειξη παραλαβής εγγράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Α.Τ. … και από … βεβαίωση του υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και της 67/31-5-2023 βεβαίωσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, με την οποία πιστοποιείται ότι η υπόθεση αναβλήθηκε από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 21-3-2002 για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, και συγκεκριμένα, επειδή αυτός απουσίαζε από την κατοικία του στα … του Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου …, έγινε θυροκόλληση παρουσία μάρτυρος, παραδόθηκε αντίγραφο στο νόμιμο αναπληρωτή του προϊσταμένου του οικείου αστυνομικού τμήματος και ταχυδρομήθηκε σχετική ειδοποίηση.

Εφόσον ο αναιρεσίβλητος δήλωσε στα πλαίσια της προκείμενης δίκης ότι έχει δύο κατοικίες, η επίδοση της κρινόμενης αίτησης και του πρακτικού αναβολής νομίμως έγινε σε μία από αυτές, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, και συγκεκριμένα στην κατοικία του στην ημεδαπή, και, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, ΑΠ 757/2015), όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1662/2022, Α.Π. 109/2019, Α.Π. 989/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 262 § 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Α.Π. 123/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Σπάρτης με την προσβαλλόμενη 10/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών και κατά το μέρος της, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Ο εναγόμενος [αναιρεσείων], κάτοικος …, τηλεφώνησε στον ενάγοντα [αναιρεσίβλητο], ο οποίος κατοικεί στις … και του ζήτησε να του χορηγήσει άτοκο δάνειο ποσού 2.000 ευρώ, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ανάγκες επισκευής του αυτοκινήτου του.

Ο ενάγων έδωσε την εντολή στον εν … πληρεξούσιό του Γ. Β., να αναλάβει το ποσό αυτό από τον τηρούμενο στο Κατάστημα … της Εθνικής Τράπεζας λογαριασμό του και να του το καταβάλει, καταβολή που έλαβε χώρα στις 13-5-2015. Κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αφού ο εναγόμενος θα αφαιρούσε από το ανωτέρω ποσό των 2.000 ευρώ το ποσό των 130 ευρώ, τα οποία είχε καταβάλει με δικά του χρήματα, μετά από παράκληση του ενάγοντος, για την αγορά ενός παιχνιδιού για τον εγγονό του ενάγοντος, θα του επέστρεφε το υπόλοιπο ποσό των 1.870 ευρώ, άτοκα το αργότερο έως το τέλος Αυγούστου 2015.

Αν και παρήλθε η ως άνω συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία επιστροφής του δανείου, ο εναγόμενος δεν το επέστρεψε και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος αρνείται να το αποδώσει μέχρι σήμερα ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 1.870 ευρώ νομιμοτόκως.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Ειρηνοδικείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε νομίμως ενώπιόν του με τις κατατεθείσες προτάσεις του και με δήλωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένστασης αυτής, που αναφέρεται αναλυτικά στις προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου και περιλαμβάνεται ολόκληρο στο αναιρετήριο, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος πράγματι του κατέβαλε την 13-5-2014 μέσω του Γ. Β. το ποσό των 2.000 ευρώ, η καταβολή αυτή όμως έγινε προς εξόφληση ισόποσου δανείου, που είχε χορηγήσει ο ίδιος (αναιρεσείων) στον αναιρεσίβλητο οκτώ μήνες ενωρίτερα, προκειμένου αυτός να αποπερατώσει ανεγειρόμενη οικοδομή του, και ότι, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, προβάλλει σε συμψηφισμό κατ' άρθρο 440 Α.Κ.

την απαίτησή του, ύψους 2.000 ευρώ, από το ανωτέρω δάνειο, με την επίδικη απαίτηση του αναιρεσείοντος. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, όμως, είναι αντιφατικός και ως εκ τούτου αόριστος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, ενώ ισχυρίζεται ότι η καταβολή του ποσού των 2.000 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο προς αυτόν δεν αποτελούσε σύναψη δανείου εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, αλλά έγινε προς εξόφληση ισόποσου δανείου, που είχε χορηγήσει ο ίδιος (αναιρεσείων) στον αναιρεσίβλητο, ισχυρίζεται, ταυτόχρονα, ότι εξακολουθεί και μετά την ως άνω καταβολή και εξόφληση να έχει απαίτηση ύψους 2.000 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο, την οποία προβάλλει σε συμψηφισμό έναντι της επίδικης απαίτησης του τελευταίου, η οποία είναι κατά τα ανωτέρω ανύπαρκτη, αφού το δάνειο προς τον αναιρεσείοντα ποτέ δεν έλαβε χώρα.

Εφόσον η ένσταση συμψηφισμού του αναιρεσείοντος δεν περιλάμβανε σαφή και χωρίς αντιφάσεις έκθεση των θεμελιούντων αυτήν περιστατικών, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 262 § 1 ΚΠολΔ, αλλά αντιθέτως αποτελείτο από ασυμβίβαστους μεταξύ τους και αλληλοαποκλειόμενους πραγματικούς ισχυρισμούς, προβαλλόμενους σωρευτικά και όχι επικουρικά, δεν ήταν ορισμένη και συνεπώς δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν αποτελούσε πράγμα με την έννοια του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Επομένως το Ειρηνοδικείο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει και ορθώς δεν απάντησε σε αυτήν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και πρέπει να απορριφθεί ο εξεταζόμενος λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμος.

Kατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1127/2021).

Ως ζητήματα, επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει το λόγο αυτό αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο. Έτσι, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός (λ.χ.

ένσταση ή αντένσταση) να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη, κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 450/2019, Α.Π. 2186/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο και τελευταίο, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Ειρηνοδικείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 Α.Κ., επειδή δεν διέλαβε στην απόφασή του καθόλου αιτιολογία για την απόρριψη της ως άνω ένστασής του. Όπως προαναφέρθηκε, όμως, η ένσταση συμψηφισμού του αναιρεσείοντος ήταν αντιφατική και αόριστη.

Συνεπώς, εφόσον δεν είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του Ειρηνοδικείου, δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στο σκεπτικό του αιτιολογία για την απόρριψή της. Έτσι, η ως άνω αναφερόμενη έλλειψη αιτιολογιών αποδίδεται όχι με βάση τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, αλλά εκείνες των άρθρων 440 επ ΑΚ, οι οποίες, όμως, δεν εφαρμόστηκαν και, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν, με συνέπεια η εν λόγω έλλειψη ως προς τον ως άνω ισχυρισμό να μη ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, επομένως, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 495 § 3 ΚΠολΔ. Διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν θα περιληφθεί, διότι αυτός λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-8-2020 αίτηση του Λ. Λ. για αναίρεση της 10/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σπάρτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ