Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal grounds and improper challenge to evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against two lower court decisions regarding her professional activity. The appellant argued the first-instance court failed to consider her claims about her actual business and improperly evaluated witness testimony. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court had already addressed these arguments and rejected them, and the appellant's complaints regarding evidence evaluation do not constitute legal grounds for cassation under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged decision already addressed the appellant's arguments and rejected them, or if the appellant challenges the court's evaluation of evidence rather than alleging a specific legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 21 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 21/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Μ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σπυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Marfin Egnatia Bank", 3) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως νόμιμης και ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc", που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεών της κύρια παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11463/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26-07-2021 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 29-10-2019 αίτηση για την αναίρεση 1) της υπ' αριθμ. 11463/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και 2) της υπ' αριθμ. 239/2014 πρωτόδικης απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, [με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης: α) 94102/ 142/30-10-2019 ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών και β) 8830/2/31-10-2019 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών], μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 05-02-2021, η οποία είχε αρχικά οριστεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 498/2015, ΑΠ 1373/2009). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σφάλματα δε της πρωτόδικης απόφασης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής (Ολ.
ΑΠ 40/1996, ΑΠ 360/2022, ΑΠ 1119/2019, ΑΠ 300/2017, ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 765/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 29-10-2019 αίτηση αναίρεσης πλήττονται τόσο η υπ' αριθμ. 11463/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όσο και η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 239/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, οι οποίες εκδόθηκαν, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ.
ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων). Ειδικότερα, με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 239/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 08-02-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 83/12-03-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ρύθμισης των οφειλών της προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες τράπεζες.
Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 11463/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-03-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 150/31-03-2015 έφεση της αιτούσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης απόφασης.
Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, μετά την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν, η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 239/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή δεκτική αναίρεσης είναι μόνο η τελεσίδικη απόφαση. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και για τις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, όπως είναι οι υποθέσεις του Ν. 3869/2010, πλην όμως για τις τελευταίες αυτές υποθέσεις υπάρχει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του εν λόγω νόμου 3869/2010, κατά την οποία οι εκδιδόμενες αποφάσεις υπόκεινται μόνο σε έφεση και αναίρεση, μη επιτρεπομένης συνεπώς της ανακοπής ερημοδικίας τόσο στον πρώτο, όσο και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 834/2021, ΑΠ 884/2020, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1031/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 11463/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, δηλαδή της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία, όπως προαναφέρθηκε, της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, ερήμην της πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των εφεσίβλητων και ήδη πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων (κατόπιν υπεισέλευσης της πέμπτης εφεσίβλητης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ως ειδικής διαδόχου, στη θέση της άνω τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC"), ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11463/2018 απόφαση είναι τελεσίδικη, εφόσον δεν είναι δεκτική κατά νόμο ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010 και συνεπώς είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εν λόγω υπ' αριθμ. 11463/2018 προσβαλλομένης απόφασης του άνω, ως Εφετείου δικάσαντος, Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον περαιτέρω κατά τα λοιπά έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. … εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Ν. Χ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 29-10-2019 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 05-02-2021 και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, πλην όμως κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε.
Επίσης, από τις υπ' αριθμ…., εκθέσεις επίδοσης του ιδίου προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, που ομοίως προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου της ανωτέρω από 26-07-2021 κλήσης προς επαναφορά συζήτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-09-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.
Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο της 16-09-2022, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 08-2-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου στις 12-03-2012, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από τον πιστωτή (ΑΠ 71/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).
Περαιτέρω, από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι από τη ρύθμισή του αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία έχουν πτωχευτική ικανότητα. Δηλαδή, η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας στον οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010.
Η ουσιαστική προϋπόθεση αυτή, της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας, διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007), πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα, με βάση το άρθρο 8 παρ. 2 του Διατάγματος 1835 περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων, ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου 3869/2010 είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά το χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αίτησης προς το δικαστήριο.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι σύμφωνα με το σκοπό του νόμου Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του νόμου αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς όμως κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρο 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές τους και μετέπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.
Δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο της παύσης της εμπορικής τους ιδιότητας, καθώς στην περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα. Αντίθετα, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών τους είχαν την εμπορική ιδιότητα, εάν δηλαδή έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι, τότε απορρίπτεται η αίτηση.
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010 (ΑΠ 1005/2021, ΑΠ 756/2020, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 803/2017).
Εξάλλου, ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου, που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία, (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του (ΑΠ 550/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά, που το δικαστήριο δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (30.10.2019), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11463/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα, Μ.
Χ. του Σ., είναι … ετών, διαζευγμένη και διαμένει με τις δύο ενήλικες κόρες της σε διαμέρισμα που της έχει παραχωρηθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ. Η αιτούσα μέχρι την 8-3-2012 διατηρούσε επιχείρηση με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο οργάνων μέτρησης ή ελέγχου συσκευών και μηχανών στην Αθήνα, επί της … αρ. …, της οποίας διέκοψε την λειτουργία κατά την ανωτέρω ημερομηνία.
Από την προσκομιζόμενη από 8-3-2012 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Α' Αθηνών περί Μεταβολής Εργασιών Φυσικού προσώπου Επιτηδευματία προκύπτει ότι η κύρια δραστηριότητα της αιτούσας ήταν το χονδρικό εμπόριο οργάνων μέτρησης ή ελέγχου μηχανών Π.Δ.Κ.Α., με έναρξη της εμπορικής της δραστηριότητας την 11-2-2008 και διακοπή των εργασιών της την 8-3-2012.
Επιπλέον, από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2011, προκύπτει ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα της αιτούσας είναι από εμπορικές επιχειρήσεις. Κατά το χρονικό διάστημα που κατατέθηκε η αίτηση, η αιτούσα είχε τις εξής οφειλές: 1) Προς την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, απαίτηση α) 10.015,99 ευρώ, που προέρχεται από πιστωτική κάρτα και β) απαίτηση 7.200,07 ευρώ, από πιστωτική κάρτα. 2) Προς την MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ BANK, ήδη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, απαίτηση α) 7.057,57 ευρώ από δάνειο, β) 2.226,26 ευρώ από δάνειο και γ) 5.401,09 ευρώ από πιστωτική κάρτα. 3) Προς το HELLENIC POST CREDIT απαίτηση 3.271,65 ευρώ από πιστωτική κάρτα. 4) Προς τη CITIBANK INTERNATIONAL plc α) απαίτηση 20.198,03 ευρώ από δάνειο αναχρηματοδότησης και β) 9.634,64 ευρώ από δάνειο. 5) Προς την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.
απαίτηση α) 289,41 ευρώ από σύμβαση Dixons, β) 577,75 ευρώ από σύμβαση Dixons, γ) 20.816,55 ευρώ από δάνειο, δ) 14.914,78 ευρώ από δάνειο, ε) 10.819,47 ευρώ από πιστωτική κάρτα, στ) 46,48 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο και ζ) 1584,44 ευρώ από καταναλωτικό δάνειο. 6) Προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΑΑΔΟΣ Α.Ε. απαίτηση α) 88,83 ευρώ από δάνειο, β) 14.231,83 ευρώ από δάνειο, γ) 10.120,80 ευρώ από δάνειο.
Επομένως, το συνολικό ύψος των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται σε 164.331,8 ευρώ. Οι άνω συναλλαγές της αιτούσας οι οποίες έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2008 (ημερομηνία έναρξης επιχείρησης χονδρικού εμπορίου οργάνων μέτρησης και ελέγχου συσκευών και μηχανών) έως 8-3-2012 (ημερομηνία διακοπής των εργασιών της ως άνω επιχείρησης) τεκμαίρεται ότι έγιναν χάριν της εμπορίας της.
Συνεπώς τα προς ρύθμιση χρέη της χαρακτηρίζονται εμπορικά. Επιπλέον, η αιτούσα έκανε διακοπή της εμπορικής της δραστηριότητας την 8-3-2012, η δε κρινόμενη αίτηση, η οποία φέρει ημερομηνία σύνταξης 8-3-2012, ήτοι ταυτόχρονη με την διακοπή των εργασιών της, κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου την 12-3-2012, ήτοι μόλις τέσσερις ημέρες μετά την παύση των εργασιών της αιτούσας, προφανώς ώστε αυτή να στερείται της ιδιότητος του εμπόρου κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.
Επιπρόσθετα, προέκυψε ότι η αιτούσα είχε προβεί σε παύση πληρωμών σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της υποβολής της κρινόμενης αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά και της διακοπής εργασιών της ενώπιον της αρμόδιας ΔΟΥ. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από την αναλυτική κατάσταση οφειλών της τράπεζας Marfin Egnatia Bank, με ημερομηνία 18-11-2011 η αιτούσα, κατά την άνω ημερομηνία είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την άνω τράπεζα συνολικού ύψους (κεφάλαιο) 13.874,02 ευρώ.
Επίσης, ως προκύπτει από την αναλυτική κατάσταση οφειλών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία 17-11-2011, όλες οι δανεικές συμβάσεις της άνω τράπεζας προς την αιτούσα, από τις οποίες προκύπτουν οι ανωτέρω αναφερόμενες οφειλές, είχαν ήδη καταγγελθεί κατά την ανωτέρω ημερομηνία. Περαιτέρω δε, η ίδια η αιτούσα στην κρινόμενη αίτησή της σαφώς ομολογεί ότι ήδη πριν την σύνταξη της κρινόμενης αίτησης (8-3-2012) είχε παύσει να πληρώνει τα χρέη της.
Συγκεκριμένα δε, αναφέρει: σελ. 6 "..... Πράγματι τα πρώτα χρόνια της λήψης τους (των δανείων) ανταποκρινόμουν με απόλυτη συνέπεια στην αποπληρωμή των κατωτέρω δανείων και πιστώσεών μου. Ωστόσο η σταθερή μείωση των εισοδημάτων μου, οι συνεχώς αυξανόμενες οικονομικές ανάγκες της οικογένειάς μου σε συνδυασμό και με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής κατέστησαν με τον καιρό την έγκαιρη αποπληρωμή των δανειακών δόσεων ολοένα και πιο δυσχερή", σελ. 13: " Βρίσκομαι, συνεπώς, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία αποπληρωμής των χρεών μου ....
Για τους λόγους αυτούς προέβην την 27-5-2011 (ήτοι σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της παύσης της εμπορικής της δραστηριότητας και της υποβολής της κρινόμενης αίτησης) στην υποβολή προς τα παραπάνω πιστωτικά ιδρύματα που διατηρούν απαιτήσεις εις βάρος μου πρότασης εξωδικαστικού συμβιβασμού....). Περαιτέρω δε, δεν προέκυψε από κανένα απολύτως στοιχείο ότι η αιτούσα, το τελευταίο χρονικό διάστημα, πριν την παύση της εμπορικής της δραστηριότητας προέβη στην πληρωμή κάποιας σημαντικής οφειλής, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται καμία προς τούτο απόδειξη, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι δεν είχε παύσει τις πληρωμές της κατά το χρόνο που απώλεσε την εμπορική της ιδιότητα, με συνέπεια ο ισχυρισμός της αυτός να κρίνεται αβάσιμος. Ενόψει όλων των ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι η αιτούσα, δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, διότι, είχε μεν προβεί σε διακοπή εργασιών - εμπορικών δραστηριοτήτων - κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήτοι την 12-3-2012 (συγκεκριμένα είχε προβεί σε διακοπή εργασιών τέσσερις ημέρες πριν την υποβολή αυτής, ήτοι την 8-3-2012), και συνεπώς, έκτοτε (8-3-2012) δεν φέρει την εμπορική ιδιότητα, ωστόσο είχε ήδη παύσει τις πληρωμές της σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο, ήτοι, τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 2011, και ενώ αυτή ήταν έμπορος και είχε πτωχευτική ικανότητα.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία της. Ενόψει αυτών, το πρωτόδικο Δικαστήριο που έκρινε ότι η αιτούσα δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 και απέρριψε την κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη στην ουσία της, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, κατέληξε στο ορθό αποτέλεσμα και διατακτικό.
Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση με την οποία η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέα στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία της. Πρέπει συνεπώς, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης με την αιτιολογία της παρούσας, δεδομένου ότι δεν επηρεάζεται το διατακτικό της απόφασης και το εξ αυτής απορρέον δεδικασμένο, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-03-2015 έφεση της αιτούσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 239/2014 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 08-02-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στο Ν. 3869/2010 και τη ρύθμιση των οφειλών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το, ως Εφετείο, δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο, για να καταλήξει στο προεκτιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής της στις διατάξεις του Ν. 3869/2020, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 του Πτωχευτικού Κώδικα και επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά [και δη ότι η αναιρεσείουσα κατά την υποβολή της αίτησής της περί υπαγωγής της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 είχε πτωχευτική ικανότητα, διότι είχε παύσει τις πληρωμές της, όταν ήταν ακόμα έμπορος], δεν πληρούσαν το πραγματικό της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η οποία προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας από τον αιτούντα - οφειλέτη για την υπαγωγή του στο νόμο αυτό και συνεπώς δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Ειδικότερα, το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε: α) ότι η κύρια δραστηριότητα της αιτούσας ήταν το χονδρικό εμπόριο οργάνων μέτρησης ή ελέγχου μηχανών Π.Δ.Κ.Α., με έναρξη της εμπορικής της δραστηριότητας την 11-2-2008 και διακοπή των εργασιών της την 8-3-2012, β) ότι τα δηλωθέντα εισοδήματά της κατά το οικονομικό έτος 2011 είναι από εμπορικές επιχειρήσεις, γ) ότι η ένδικη αίτησή της, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτόδικου Δικαστηρίου την 12-3-2012, ήτοι μόλις τέσσερις ημέρες μετά την παύση των εμπορικών εργασιών της, δ) ότι η αιτούσα είχε προβεί σε παύση πληρωμών της σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της υποβολής της ένδικης αίτησής της (12.3.2012) ενώπιον του δικαστηρίου, ήτοι του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, αλλά και της διακοπής εργασιών της ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ (8.3.2012) και δη τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 2011 [αιτιολογώντας την παραδοχή του αυτή, περί παύσης των πληρωμών της αιτούσας πριν τη διακοπή της εμπορίας της, με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών και δη την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών της την 18.11.2011, προς την τράπεζα Marfin Egnatia Bank, συνολικού ύψους 13.874,02 ευρώ και την υφισταμένη ήδη πριν τις 17.11.2011 καταγγελία από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος όλων των δανειακών της συμβάσεων με την τράπεζα αυτή, καθώς και με την περιεχόμενη στην ένδικη αίτησή της ομολογία της ότι ήδη από την 27-5-2011, δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της παύσης της εμπορικής της δραστηριότητας και της υποβολής της ένδικης αίτησής της, είχε προβεί στην υποβολή προς τα καθ' ων η αίτηση πιστωτικά ιδρύματα, που διατηρούσαν απαιτήσεις εις βάρος της, πρότασης εξωδικαστικού συμβιβασμού], ε) ότι η αιτούσα, το τελευταίο χρονικό διάστημα, πριν την παύση της εμπορικής της δραστηριότητας δεν προέβη στην πληρωμή κάποιας σημαντικής οφειλής, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της ότι δεν είχε παύσει τις πληρωμές της κατά το χρόνο που απώλεσε την εμπορική της ιδιότητα και στ) ότι συμπερασματικά, η αιτούσα δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, διότι, είχε μεν προβεί σε διακοπή των εργασιών - εμπορικών δραστηριοτήτων της κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήτοι την 12-3-2012 και συγκεκριμένα είχε προβεί σε διακοπή των εμπορικών εργασιών της την 8-3-2012 και συνεπώς, έκτοτε (8-3-2012) δεν είχε την εμπορική ιδιότητα, ωστόσο είχε ήδη παύσει τις πληρωμές της σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο, ήτοι, τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 2011, και ενόσω αυτή ήταν έμπορος και είχε πτωχευτική ικανότητα.
Επομένως, το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, εφόσον, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του νόμου αυτού, αφού, σύμφωνα με προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό αυτών και ειδικότερα δεν πληρούτο, κατά τα προεκτεθέντα, η αναγκαία ουσιαστική προϋπόθεση της εν λόγω διάταξης, της έλλειψης δηλαδή πτωχευτικής ικανότητας από πλευράς του αιτούσας - αναιρεσείουσας, η οποία (προϋπόθεση) πρέπει να συντρέχει αναγκαίως για τη νομική δυνατότητα ένταξης της τελευταίας στο ρυθμιστικό πεδίο του εν λόγω Ν. 3869/2010.
Επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα. Περαιτέρω, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο, ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, δεχόμενο ότι τα προς ρύθμιση χρέη της αιτούσας είναι εμπορικά, ενώ αυτό, δηλαδή ο χαρακτήρας των χρεών ως εμπορικών ή μη, δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή του νόμου 3869/2010, αλυσιτελώς και άρα απαραδέκτως προβάλλεται, διότι η εν λόγω παραδοχή του ως Εφετείου, δικάσαντος ανωτέρω Δικαστηρίου, δεν ασκεί νομική επιρροή στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και τούτο διότι το ως άνω Δικαστήριο δεν θεμελίωσε το απορριπτικό του πόρισμα στο χαρακτήρα των χρεών, αλλά στην παραδοχή, όπως προεκτέθηκε, ότι η αναιρεσείουσα διέθετε πτωχευτική ικανότητα, καθόσον είχε παύσει τις πληρωμές της κατά το χρόνο που είχε την εμπορική ιδιότητα.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο ότι έπαυσε τις πληρωμές της αργότερα και δη το πρώτο εξάμηνο του έτους 2013, ότι τα δάνεια αφορούσαν την κάλυψη οικογενειακών της αναγκών και ότι δεν επαναλειτούργησε την επιχείρησή της, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο ίδιος πρώτος λόγος κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν και ειδικότερα που παρέλειψε το Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει για να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες δικαίου των διατάξεων του Ν. 3869/2010, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, καθώς και ποια είναι η, κατά την αναιρεσείουσα, ορθή έννοια των ίδιων κανόνων δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά, που το Δικαστήριο, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν χρησιμοποίησε.
Περαιτέρω, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη την ύπαρξη πτωχευτικής ικανότητας από πλευράς της αιτούσας - αναιρεσείουσας κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησής της για την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, λόγω της παύσης των πληρωμών της όταν ακόμα είχε την εμπορική ιδιότητα, γεγονός που δεν της επιτρέπει να υπαχθεί στην προστασία του ανωτέρω νόμου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, η περιλαμβανόμενη στον τρίτο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, γιατί ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα διέκοψε τις εργασίες της επιχείρησής της στις 8.3.2012, ακολούθως δέχεται ότι είχε την εμπορική ιδιότητα, αν και κατέθεσε την ένδικη αίτησή της αργότερα και δη στις 12-3-2012, αφού είχε ήδη προβεί στη διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησής της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα είχε την εμπορική ιδιότητα κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησής της, πλην όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση, αντιθέτως έγινε δεκτό, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την εμπορική ιδιότητα κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησής της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά ότι ωστόσο δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, διότι είχε ήδη παύσει τις πληρωμές της σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο, ήτοι, τουλάχιστον από τις αρχές του έτους 2011 και ενώ αυτή ήταν έμπορος και είχε πτωχευτική ικανότητα.
Δηλαδή το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν στήριξε το ανωτέρω σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό, απορριπτικό της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας, αποδεικτικό του πόρισμα στην ύπαρξη εμπορικής ιδιότητας της τελευταίας κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά στην ύπαρξη πτωχευτικής της ικανότητας, για το λόγο ότι είχε παύσει τις πληρωμές της, ενόσω ακόμα είχε την ιδιότητα της εμπόρου και συνεπώς διέθετε πτωχευτική ικανότητα.
Επομένως ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ.3).
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή (εκούσια) δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμός 5 περ. α' και β ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αφενός έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα έκρινε ότι η κύρια επαγγελματική της δραστηριότητα ήταν το χονδρικό εμπόριο οργάνων μέτρησης ή ελέγχου μηχανών Π.Δ.Κ.Α., χωρίς αυτό να έχει προταθεί και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η κύρια επαγγελματική της δραστηριότητα ήταν αυτή της … στο Δήμο Αθηναίων.
Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος του και δη της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω οικεία νομική σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 περ.
α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι η κύρια επαγγελματική της δραστηριότητα ήταν το χονδρικό εμπόριο οργάνων μέτρησης ή ελέγχου μηχανών Π.Δ.Κ.Α.
και όχι αυτή της … όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα δεν αιτιάται τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω ισχυρισμών της, αλλά παραπονείται γιατί το ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, όσον αφορά την επαγγελματική της απασχόληση, διαφορετικό από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό και διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμός 5 περ.
β' Κ.Πολ.Δ, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου, κατά το μέρος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα με τον ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο μέμφεται το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο για τη μη λήψη υπόψη της κατάθεσης του μάρτυρά της Λ.
Β., ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 239/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και της υπ' αριθμ. 11463/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ