Legislator Case Law & Legislation
21/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on civil procedure grounds, upholding lower court's free evaluation of evidence.

Case Number 21/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by the defendants against a Third Instance Court decision. The appellants argued that the lower court violated substantive and procedural laws regarding the statute of limitations and the admissibility of evidence. The court rejected these claims, stating that the lower court's reasoning was sufficient and did not contradict itself, as it properly evaluated the evidence and applied the relevant civil and criminal codes.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 937, 297, 298 of the Civil Code; Article 98 of the Penal Code: The Supreme Court's review of a lower court's decision is limited to checking for procedural violations and contradictory reasoning, and does not allow re-evaluation of the free assessment of evidence or the application of substantive law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility free evaluation of evidence statute of limitations contradictory reasoning civil procedure law substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 98 of the Penal Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 21 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 21/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μ. Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μ. Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Ι. Ι. του Χ. και Δ., κατοίκου … , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χήρας Χ. Σ., το γένος Λ. και Ε. Μ., 2) Μ. Σ. του Χ. και Δ., συζύγου Α. Κ., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Πετρίδη που ανακάλεσε την από 1-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Των αναιρεσειουσών: 1) Δ. χήρας Χ. Σ., το γένος Λ. και Ε. Μ., 2) Μ. Σ. του Χ. και Δ., συζύγου Α. Κ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Πετρίδη που ανακάλεσε την από 1-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 19-11-2019 στη …, Ι. Ι. του Χ., κατοίκου εν ζωή …: 1) Ι. Γ. του Μ., χήρας Ι. Ι., 2) Δ. Ι. του Ι., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο Νικόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 3) Χ. Ι. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Φραγκίσκου Κοτσώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Ευτύχιος Νικόπουλος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων Ι. Ι. του Χ. απεβίωσε στις 19-11-2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../13/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου … και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Ι. χήρα Ι. Ι., το γένος Μ. και Β. Γ., 2) Δ. Ι. του Ι. και της Ι., κάτοικοι …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Στην συνέχεια έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο ο δικηγόρος Φραγκίσκος Κοτσώνης ο οποίος δήλωσε ότι την παρούσα δίκη συνεχίζει και ο έτερος εξ' αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντα, Χ. Ι. του Ι., κάτοικος …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2012 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9958/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 289/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι, υπό στοιχείο Α, ήδη αναιρεσίβλητες με την από 24-3-2016 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 379/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 477/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αποβιώσας υπό στοιχείο Α αναιρεσείων Ι. Ι. του Χ. με την από 13-11-2018 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσες με την από 25-2-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 Κ.Πολ.Δ, (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής, ο Ευτύχιος Νικόπουλος, πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος της από 13-11-2018 ασκηθείσας στις 14-11-2018 αιτήσεως αναιρέσεως γνωστοποίησε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο το θάνατο του τελευταίου.

Όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο του αποσπάσματος της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, στις 19-11-2019 απεβίωσε ο πιο πάνω αναιρεσείων και σύμφωνα με το .../3-1-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... του Νομού …, το .../11-7-2021 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, το .../13-7-2021 περί μη αποποιήσεως διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και το .../20-7-2021 περί μη καταθέσεως αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αποβιώσας ...

κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους Ι. Γ., χήρα Ι. Ι. και Δ. Ι. του Ι. και Χ. Ι. του Ι.. Οι τελευταίοι υπό την ιδιότητα τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, δήλωσαν δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων στο ακροατήριο, την εκούσια επανάληψη της κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσας δίκης, η οποία νομίμως επαναλαμβάνεται από αυτούς.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις α) από 13-11- 2018 του Ι. Ι. και β) από 25-2-2020 των 1.Δ. Σ., χήρας Χ. Σ. και 2.Μ. Σ. του Χ. κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Ι. ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 477/2018 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι ως άνω αιτήσεις, που στρέφονται κατά της αυτής πιο πάνω αποφάσεως, είναι συναφείς και, επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ως εξής: Με την από 22-11-2012 αγωγή τους, οι ενάγουσες και αναιρεσείουσες στην από 25-2-2020 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητες στην από 13-11-2018 αίτηση αναίρεσης, ζητούσαν για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους να αναγνωριστεί η ακυρότητα των υπ' αριθμ. ...

και .../31-12-1992 συμβολαίων πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη - Παχυγιαννάκη, κατά το μέρος που αφορούσαν στη μεταβίβαση 700 τ.μ. και 300 τ.μ., αντίστοιχα, επιπλέον των προσυμφωνηθέντων, ως αισχροκερδών και αντιθέτων στα χρηστά ήθη, να αναγνωρισθούν αυτές συγκυρίες, κατά ποσοστό 3,30% εξ αδιαιρέτου η καθεμία, των ανωτέρω τριών ακινήτων, με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 4.517,53 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 3.226,80 τ.μ.

και με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 4.057, 10 τ.μ., να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει, σε καθεμία από αυτές, ποσοστό 3,30% εξ αδιαιρέτου του δευτέρου και τρίτου των ανωτέρω ακινήτων και σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσής τους, να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει αποζημίωση ίση με την αξία του μεριδίου που νέμεται και συγκεκριμένα, ποσό 288.438, 00 ευρώ σε κάθε μια με το νόμιμο τόκο, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, λόγω αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης συνολικού ποσοστού 6,60% εξ αδιαιρέτου επί του πρώτου ακινήτου, να καταβάλει, σε καθεμία από αυτές, το ποσό των 178.893,60 νομιμοτόκως, να διορθωθούν οι πρώτες ανακριβείς εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου … Ν.

… ώστε στα κτηματολογικά φύλλα με ΚΑΕΚ ..., ... και ... οι 012/0/0, αντί της εσφαλμένης καταχώρισης του εναγομένου, ως συγκυρίου, κατά ποσοστό 83,60% εξ αδιαιρέτου, να αναγραφούν οι ίδιες συγκύριες των ανωτέρω γεωτεμαχίων, κατά ποσοστό 3,30% η καθεμιά, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε καθεμία από αυτές, νομιμοτόκως, το ποσό των 9.108,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα ωφελήματα που έλαβε, άλλως, να υποχρεωθεί να καταβάλει το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επικουρικά δε, ζητούσαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να καταβάλει σε καθεμία από αυτές, το ποσό των 476.439,60 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της επί των επίδικων ακινήτων, καθώς και το ποσό των 100.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης και επικουρικά το ίδιο ποσό των 476.439,60 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με την υπ'αριθ. 9958/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω της αντιφατικότητας των ιστορικών βάσεων της. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τις ενάγουσες η από 2-7-2014 έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 289/2016 απόφαση του έκρινε την αγωγή κατά μεν την κύρια και από τα άρθρα 178,179 και 180 ΑΚ βάση της, απορριπτέα ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα και ως προς τις λοιπές βάσεις και αιτήματα αυτής με πρόκριμα την αναγνώριση της ακυρότητας των ενδίκων δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω προς αποφυγή εκδόσεως δυσμενέστερης απόφασης για τις εκκαλούσες, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι σωρεύονται σ' αυτήν αντιφατικές ιστορικές βάσεις στηριζόμενες στις διατάξεις περί πλάνης, απάτης και αντίθεσης στα χρηστά ήθη, απορρίφθηκε η έφεση κατά το κεφάλαιο αυτό, εν συνεχεία δε, κρίθηκε νόμιμη και παραδεκτή η επικουρική βάση της αγωγής, η στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, έγινε όμως δεκτό ότι η ένδικη αξίωση των εναγουσών είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 247, 251 και 937 ΑΚ, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης που προέβαλε πρωτοδίκως ο εναγόμενος και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου και κατ' ακολουθία των ανωτέρω, απορρίφθηκε και η βάση αυτή της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής (289/2016), οι εκκαλούσες-ενάγουσες, άσκησαν την από 24-3-2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 379/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η άνω 289/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη κατά το μέρος που αφορούσε τη βάση της αγωγής από την αδικοπραξία και την ένσταση της κατ'αυτής παραγραφής και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο.

Εν συνεχεία ο εναγόμενος- εφεσίβλητος ..., με την από 18-4-2017 κλήση του, έφερε προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 2-7-2014 έφεση των εναγουσών, προκειμένου να επανακριθούν οι λόγοι έφεσης σχετικοί με το κεφάλαιο που αναιρέθηκε η πιο πάνω εφετειακή απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 477/2018 απόφασή του δέχθηκε την έφεση των ως άνω εναγουσών, εξαφάνισε την πιο πάνω εκκαλουμένη απόφαση, εκτός του άλλου, και ως προς τη στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις βάση της αγωγής, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε ότι ο εναγόμενος παραπλάνησε με τις αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του τις ενάγουσες και οι τελευταίες εδήλωσαν την βούλησή τους για πώληση των επιπλέον 1000 τ.μ του όλου ακινήτου τους, πιστεύοντας πεπλανημένα ότι η επίμαχη μεταβίβαση αφορά μόνο τα προσυμφωνηθέντα τμήματα των 4.000 και 2.500 τ.μ και αγνοώντας ανυπαίτια ότι αφορά 1.000 τ.μ επιπλέον και εν συνεχεία έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής και απόρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.

Α) Επί της από 13-11-2018 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Ι..

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται, τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 390/2009).

Η έλλειψη δε του εννόμου συμφέροντος ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, δηλαδή, να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος, που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ. (ΑΠ 706/2017) και συγκεκριμένα αν από αυτή στηρίζεται δεδικασμένο εις βάρος του σ' άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της (ΑΠ 342/2013).

Αν η αγωγή απορρίφθηκε, λόγω παραγραφής της επίδικης αξιώσεως κατόπιν ενστάσεως προβληθείσης από τον εναγόμενο, δεν δημιουργείται ουσιαστικό δεδικασμένο βλαπτικό για τον εναγόμενο και ως προς τη γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της αξιώσεως, αφού στοιχεία της ενστάσεως παραγραφής είναι η διαδρομή του χρόνου και η προταθείσα δήλωση του εναγομένου, όχι δε και η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσης απαιτήσεως.

Το απορριπτικό δε για την αγωγή διατακτικό στηρίζεται στην παραγραφή (Α.Π 744/2019, Α.Π 1459/2000). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Ι. Ι. αιτείται την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 477/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 22-11-2012 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά το σκέλος που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ως προς τις λοιπές βάσεις η αγωγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθ. 289/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεκτής γενομένης ως κατ' ουσίαν βάσιμης της προταθείσας από τον εναγόμενο ένστασης περί παραγραφής της επίδικης αξιώσεως.

Επικαλείται δε άμεσο έννομο συμφέρον, ενόψει του ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί τελέσεως εκ μέρους του, της αδικοπραξίας της απάτης, αποτελούν δεδικασμένο το οποίο τον πλήττει βαρύτατα ηθικώς και ως εκ τούτου συντρέχει στο πρόσωπο του έννομο συμφέρον υποβολής της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον οι παραδοχές αυτές σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες του προκαλούν βαρύτατη βλάβη, τα δε γεγονότα που τελεσιδίκως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούν δεδικασμένο, ως προς την ένδικη διαφορά.

Στην προκείμενη περίπτωση, δεν θεμελιώνεται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν βλάπτεται από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν δημιουργείται από αυτήν δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, διότι το απορριπτικό για την αγωγή διατακτικό αυτής στηρίζεται στη παραγραφή της αξιώσεως και, όχι στην γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσης απαιτήσεως, σύμφωνα και με όσα στην πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται.

Συνεπώς, η αναίρεση αυτή πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Β) Επί της από 25-2-2020 αναίρεσης των Δ. και Μ. Σ..

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα που κατ 'άρθρο 573 παράγραφος 1 εφαρμόζονται και στην κατ'αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 εδ. β ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Mε τα δεδομένα αυτά n υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556, 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 και 588 ΚΠολΔ), απευθυνόμενη κατά των καθολικών κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ι. Ι., ενόψει του ότι ο τελευταίος απεβίωσε στις 19-11-2019, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικό περιστατικά: "Ο εναγόμενος-εφεσίβλητος, συνταξιούχος δικηγόρος, άλλοτε μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου …, ασχολείτο με υποθέσεις εμπραγμάτου και κληρονομικού δικαίου, αναλάμβανε δε μεταξύ των άλλων υποθέσεων που εχειρίζετο και την εκκαθάριση κληρονομιών ισραηλιτών που είχαν αποβιώσει σε στρατόπεδα της Γερμανίας.

Στα πλαίσια αυτής της επαγγελματικής του δραστηριότητας, είχε αναλάβει κατ' εντολή των κληρονόμων του Ι. Ν. Μ., τη διεκδίκηση από το Ελληνικό Δημόσιο ενός ακινήτου ιδιοκτησίας του τελευταίου, εμβαδού 15.647,46 τμ που βρισκόταν στην περιοχή του συνοικισμού ... στη θέση "...". Μετά την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης υπέρ των εντολέων του και την παράδοση σ' αυτόν τον Οκτώβριο 1979 του πιο πάνω ακινήτου, ο εναγόμενος υπέδειξε ως επικερδή επένδυση την αγορά του πιο πάνω ακινήτου, στον εξ αγχιστείας συγγενή και πελάτη του Ι.

Μ., αδελφό της πρώτης των εναγουσών, θείο της δεύτερης εξ αυτών, κάτοικο Δυτικής Γερμανίας. Ειδικότερα τον ενημέρωσε ότι για την πώληση των 11.977 τμ και κατά στρογγυλοποίηση 12.000 τμ του πιο πάνω ακινήτου, δεδομένου ότι τα 3.000 τμ αυτού αποτελούσαν τη συμφωνηθείσα με τους ισραηλινούς εντολείς του, αμοιβή του για το χειρισμό της υπόθεσης (βλ από 1-10-1971 συμφωνητικό εργολαβικής δίκης), οι πωλητές, ήθελαν ως τίμημα το ποσό των 200.000 μάρκων Γερμανίας.

Ταυτόχρονα του γνωστοποίησε την πρόθεση του να συμμετέχει και ο ίδιος στην αγορά του πιο πάνω ακινήτου, με την αγορά 5.000 τμ εξ αδιαιρέτου αυτού, επισημαίνοντας του ότι δεν θα πρέπει να εμφανίζεται ο ίδιος (εναγόμενος), ως αγοραστής στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που θα συντασσόταν, γιατί θα είχε πρόβλημα αναφορικά με την εξαγωγή συναλλάγματος στη Γερμανία, όπου κατ' απαίτηση των πωλητών θα συντασσόταν το σχετικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.

Ο Ι. Μ., αποφάσισε να προβεί στην αγορά των 7.000 [12.000 τμ (εμβαδόν όλου του ακίνητου) - 3.000 τμ (η συμφωνηθείσα αμοιβή του εναγόμενου) - 5.000 τμ (έκταση που θα αγόραζε ο εναγόμενος) τμ του πιο πάνω ακινήτου, από κοινού με τον γαμπρό του Χ. Σ., δικαιοπάροχο των εναγουσών-εκκαλουσών, σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης.

Πράγματι, ο Χ. Σ. και Ι. Μ., συμβλήθηκαν με τους Ισραηλίτες ιδιοκτήτες του ακινήτου και δυνάμει του υπ' αριθμ .../18-10-1979 συμβολαίου πώλησης, του εκτελούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Έλληνα Προξένου στη Φραγκφούρτη Γερμανίας, Ιωάννη Δρακουλαράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ...

και με αριθμό ..., κατέστησαν συγκύριοι, λόγω αγοράς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ο καθένας, ενός αγρού, συνολικού εμβαδού 15.647,46 τμ , που κείται κατά τον τίτλο κτήσης στην κτηματική περιοχή της κοινότητας ..., στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου και υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στη θέση "..." και συνόρευε, ανατολικά, εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Α.

Φ. Τ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ. Γ., δυτικά με αγρό ιδιοκτησίας Β. Κ., βόρεια με αγρό ιδιοκτησίας αδελφών Μ. και νότια με αγρούς ιδιοκτησίας Α. Κ. και Δ. Κ.. Μετά την πάροδο τριών ετών και σε υλοποίηση των συμφωνηθέντων, οι Ι. Μ. και Χ. Σ., με το υπ' αριθμ .../4-6-1982 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, ανέλαβαν την υποχρέωση να πουλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο, κατ' ισομοιρία ο καθένας, 8.000 τμ εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω ακινήτου, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 8.000.000 δραχμών, από το οποίο (τίμημα) φαινόταν να καταβάλλει ο εναγόμενος ως αρραβώνα, το ποσό των 50.000 δραχμών.

Η αναγραφή του ποσού των 8.000.000 δραχμών ως τιμήματος στο προσύμφωνο έγινε εικονικά, δεδομένου ότι ο εναγόμενος αφενός μεν είχε ήδη καταβάλλει, όπως προαναφέρθηκε, το αναλογούν στον ίδιο μέρος του τιμήματος που αντιστοιχούσε στην αγορά των 5.000 τμ, αφετέρου δε τα 3.000 τμ αποτελούσαν τη συμφωνηθείσα με τους πωλητές αμοιβή του.

Για το λόγο αυτό, την ίδια ημέρα της σύνταξης του προσυμφώνου και προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγόμενου, σε περίπτωση που οι πωλητές ή οι καθολικοί διάδοχοι τους αρνούνταν να οριστικοποιήσουν το παραπάνω προσύμφωνο χωρίς την καταβολή του εμφανιζομένου εικονικά σε αυτό ως πιστούμενου τιμήματος των 7.950.000 δραχμών, ο εναγόμενος μερίμνησε για τη σύνταξη της προσκομιζόμενης με επίκληση από 4-6-1982 απόδειξης, ποσού 7.950.000 δραχμών, στην οποία οι Ι.

Μ. και Χ. Σ., δηλώνουν ότι έλαβαν από αυτόν (εναγόμενο) το ποσό των 7.950.000 δραχμών "εις εξόφλησιν τιμήματος δια την αγοράν παρ' αυτών ιδανικού μεριδίου αγροτικού ακινήτου, ήτοι οκτώ (8) στρεμμάτων εξ αδιαιρέτου αγρού συνολικής εκτάσεως 15.000 τμ". Ο παραπάνω αγρός εντάχθηκε εν συνεχεία στην κτηματική περιοχή του Δήμου …, στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στην περιοχή του ..., νότια του Συνοικισμού ..., τμήμα δε του νότιου μέρους του όλου ακινήτου, εμβαδού 670,46 τμ, που απεικονίζεται με περιμετρικά στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-Κ-Ε στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή από 30-12-1992 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Ι.

Κ., που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμ .../1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, απαλλοτριώθηκε υπέρ του Οργανισμού Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης, απέμεινε δε έκταση 14.977 τμ, κείμενη στο δήμο πλέον …, επάνω από τις εγκαταστάσεις του αθλητικού κέντρου ... του συνοικισμού ..., που εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ- Α στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα.

Εν συνεχεία, δυνάμει του από 22-11-1976 Πδ/τος, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 4 τεύχ Δ, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμ .../1986 Πράξη Τακτοποίησης του Πολεοδομικού Γραφείου …, από το ακίνητο συνολικού εμβαδού 14.977 τμ ένα τμήμα εμβαδού 3.226,80 τμ, που εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία Ν-Ξ-Π-Λ-Ν στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη και την επέκταση της οδού ...

του Δήμου …, με αποτέλεσμα το πιο πάνω ακίνητο να διαιρεθεί σε δυο αυτοτελή τμήματα, και ειδικότερα: α) τμήμα εμβαδού 7.693,10 τμ, που εμφαίνεται με περιμετρικά στοιχεία Β-Γ-Π-Ξ-Β στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο (τμήμα) εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης δυνάμει του από 2-6-1988 ΠΔ/τος, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 613/22- 8-1988) και β) τμήμα εμβαδού 4.057,10 τμ, το οποίο εμπίπτει στο γενικό χώρο ειδικού προορισμού (αθλοπαιδιές) που εμφαίνεται στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα με περιμετρικά στοιχεία Α-Ν-Α-Δ-Α και το οποίο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης … το έτος 1987 (ΦΚΕ 568/22-8-1988 τευχ Δ).

Για την περιοχή που κείται το ένδικο ακίνητο , εκδόθηκε η υπ' αριθμ 47 πράξη εφαρμογής, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. ΔΠ/ΠΕ/… /… / ΤΠΕ/ … /23- 4-1996 απόφαση του Νομάρχη …, που μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο …, αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. πρωτ.29/ ΠΕ/… /… /1999 απόφαση του Νομάρχη … (τροποποίηση … /… της υπ' αριθμ.

… πράξης εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης περιοχής επέκτασης του δήμου …), που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς στον τόμο 245 και αριθμ. 189 και 190, από το πρώτο από τα πιο πάνω διαμορφωθέντα ακίνητα, αυτό δηλαδή του εμβαδού των 7.693,10 τμ, δημιουργήθηκε, ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο οικόπεδο, εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης και το συνοδεύον αυτό τοπογραφικό διάγραμμα 4.517,53 τμ.

Εν τέλει διαμορφώθηκε το υπ' αριθμ. 03 οικόπεδο του Γ 379 ΟΤ, με την υπ' αριθμ … πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου … και την υπ' αριθμ 47/65β διορθωτική της, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμ 29/ΠΕ/… /… /2000 απόφαση του Νομάρχη …, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς στον τόμο 244 με αριθμ 363 και 364.

Εν τω μεταξύ, ο εναγόμενος ,ο οποίος είχε αποφασίσει την αγορά ενός ακόμη οικοπέδου από Ισραηλίτες πελάτες του, οι οπαίοι επιθυμούσαν η καταβολή του τιμήματος να γίνει στη Δυτ. Γερμανία και επειδή ο ίδιος δεν είχε δυνατότητα εξαγωγής συναλλάγματος, ζήτησε από τον Ι. Μ. να εμφανιστεί εικονικά εκείνος ως αγοραστής του ακινήτου αυτού, που κείτο στην οδό ... 27 στην περιοχή …, εμβαδού 102 τμ, πράγμα που έγινε, συντάχθηκε δε εν συνεχεία το με αριθμό 948/26-9-1975 συμβόλαιο ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Φραγκφούρτη Δυτικής Γερμανίας, με φαινόμενο αγοραστή του ακινήτου τον Ι.

Μ., στην πραγματικότητα δε τον εναγόμενο. Εν συνεχεία η αδελφή του εναγόμενου …, αγόρασε με το υπ' αριθμ … /23-10-1976 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Παπακωνσταντίνου, έναν οικίσκο μετά οικοπέδου 48 τμ, επί της οδού … 27 ή 21 ή 13 , όμορο του πιο πάνω οικοπέδου και τέλος ο ίδιος ο εναγόμενος αγόρασε δυνάμει του με αριθμό … /10-3-1980 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζωής Παπαδοπούλου-Τσαγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ένα οικόπεδο εμβαδού 100 τμ, όμορο των δύο πιο πάνω ακινήτων.

Τα τρία πιο πάνω οικόπεδα συνενώθηκαν με το υπ' αριθμόν … /4-8-1981 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ζωής Παπαδοπούλου- Τσαγιάννη, σε ένα ενιαίο οικόπεδο εμβαδού 243,80 τμ , ανήκον κατά ποσοστό 38,50% στον εναγόμενο, κατά ποσοστό 23,90% στην αδελφή του … και κατά ποσοστό 37,60% εικονικά στον Ι. Μ., ενώ στην πραγματικότητα και το πιο πάνω ποσοστό των 37,60%, ανήκε στον εναγόμενο.

Την ίδια ημέρα της συνενώσεως των πιο πάνω οικοπέδων, οι οικοπεδούχοι φέρεται ότι αναθέτουν στον δικαιοπάροχο των εναγουσών Χ. Σ. με το με αριθμό 6806/4-8-1981 εργολαβικό συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, την αξιοποίηση του παραπάνω οικοπέδου με την ανέγερση επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής, που θα αποτελούνταν από υπόγειο, ισόγεια πυλωτή και από τέσσερις τυπικούς ορόφους, από τους οποίους ο πρώτος θα ήταν διαμορφωμένος σε δύο διαμερίσματα και οι υπόλοιποι τρεις σε ένα αυτοτελές διαμέρισμα και από ένα μικρό κτίσμα στο δώμα, με την υποχρέωση του φερόμενου εργολάβου Χ.

Σ., να αποπερατώσει όλες τις υπολειπόμενες μετά την αποπεράτωση της τοιχοποιίας εργασίες, οι οποίες κατά την εργολαβική σύμβαση φαίνονται να αναλαμβάνονται από κοινού από όλους τους οικοπεδούχους και μέχρι την αποπεράτωση όλων των διαιρετών χώρων της οικοδομής κατάλληλων προς χρήση και οίκηση. Η πιο πάνω εργολαβική σύμβαση ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο του εργολάβου, δεδομένου ότι πραγματικός εργολάβος, ο οποίος και ανήγειρε την οικοδομή με δικές του δαπάνες ήταν ο εναγόμενος, ο οποίος για λόγους προάσπισης των οικονομικών και επαγγελματικών του συμφερόντων, ζήτησε από τον δικαιοπάροχο των εναγουσών να συμβληθεί φαινομενικά ως εργολάβος στην πιο πάνω σύμβαση, όπως άλλωστε είχε φροντίσει να συμβεί και κατά την αγορά του οικοπέδου, όπου δεν εμφανιζόταν ο ίδιος ως αγοραστής του οικοπέδου των 105 τμ αλλά ο Ι.

Μ.. Η εικονικότητα της πιο πάνω σύμβασης προκύπτει αφενός μεν από το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγουσών καμία σχετική γνώση ή εμπειρία δε/διέθετε ως προς τις οικοδομικές εργασίες, αλλά αντίθετα ανέκαθεν εργαζόταν ως βιομηχανικός εργάτης, τόσο στη Γερμανία, όσο και μετά την παλλινόστηση στην Ελλάδα, αφετέρου δε ο τελευταίος κατά το χρόνο ανέγερσης της οικοδομής και ειδικότερα από τον Αύγουστο 1982 έως αρχές Φεβρουαρίου 1983, δεν ευρισκόταν στην πόλη της …, αλλά εργαζόταν ως φύλακας πλοίων για λογαριασμό της εταιρίας N. C.

N. S.A, με τόπο παροχής της υπηρεσίας του την … (βλ από 31-8-1982 σύμβαση εργασίας). Αυτό που στην πραγματικότητα συμφώνησε ο φαινόμενος εργολάβος - δικαιοπάροχος των εναγουσών με τον εναγόμενο, ήταν, να αγοράσει από τον κατασκευαστή -οικοπεδούχο, δύο διαμερίσματα εμβαδού μικτού 155 και 60 τμ καθώς και το 1/4 του υπογείου, έναντι τιμήματος 7.500.000 δραχμών, όπως αντίστοιχα έπραξε και ο φαινόμενος συνοικοπεδούχος Ι.

Μ., ο οποίος συμφώνησε να αγοράσει ένα διαμέρισμα μικτού εμβαδού 155 τμ και το 1/4 του υπογείου, έναντι τιμήματος 5.500.000 δραχμών. Σε εξόφληση αντίστοιχου μέρους του τιμήματος της αγοράς των πιο πάνω διαμερισμάτων, οι Μ., Σ. συμφώνησαν με τον εναγόμενο, αφού πρώτα αποτίμησαν με τη συνδρομή πολιτικού μηχανικού την αξία του στρέμματος του κοινού ακινήτου τους στο ..., σε 2.000.000 δραχμές, ο μεν δικαιοπάροχος των εναγουσών να μεταβιβάσει στον εναγόμενο από το ιδανικό μερίδιο του στο πιο πάνω ακίνητο του ..., 2.488,50 τμ, ο δε Ι.

Μ. να του μεταβιβάσει 1.000 τμ , από το ίδιο ακίνητο. Πράγματι, με το υπ' αριθμ .../16-12-1983 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη- Παχυγιαννάκη, από το μερίδιο του στον προπεριγραφέντα αγρό που κείται στην περιοχή του ... , ο δικαιοπάροχος των εναγουσών υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε 2.500 τμ και συνολικά με τα δυο πιο πάνω προσύμφωνα (.../1982 και .../1983) υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα, ποσοστό εξ διαιρέτου από τον πιο πάνω αγρό, που αντιστοιχεί σε 6.500 (4.000+2.500) τ.μ.

με αποτέλεσμα να απομείνει στην κυριότητά του ποσοστό εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί σε 988,50 (14.977τμ : 2 = 7.488,50 τμ-6.500) τμ.. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος και η κατά πρόταση του εξετασθείσα μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σύζυγος του ότι η μεταβίβαση του πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού του αγρού, από το δικαιοπάροχο των εναγουσών προς τον εναγόμενο έγινε όχι ως τίμημα για την αγορά των διαιρετών χώρων της οικοδομής επί της οδού ..., από τον πρώτο, αλλά προς τακτοποίηση των οφειλών του δικαιοπαρόχου των εναγουσών προς τον εναγόμενο, που είχαν προκύψει από την εργολαβία που, ενώ ο τελευταίος ανέλαβε, (δηλ.

την κατασκευή της οικοδομής επί της οδού ...), την εκτέλεσε τελικά για λογαριασμό του ο εναγόμενος. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται πειστικός και τούτο διότι, αφενός μεν όπως προαναφέρθηκε το εργολαβικό συμβόλαιο το οποίο συντάχθηκε αναφορικά με την πιο πάνω σύμβαση ήταν εικονικό ως προς το πρόσωπο του εργολάβου, αφετέρου δε, ο εναγόμενος ο οποίος όπως ισχυρίζεται ανέλαβε για, λογαριασμό του δικαιοπαρόχου των εναγουσών την αποπεράτωση της οικοδομής και ο οποίος σε όλες του τις συναλλαγές διακρινόταν από επιμέλεια, τάξη και μέριμνα για την προάσπιση των δικαιωμάτων του , στην προκειμένη περίπτωση, αν και όπως ισχυρίζεται το Νοέμβριο του 1983 μετά από σχετικό αίτημα του ιδίου ,έλαβε χώρα συνάντηση του με τους Μ.

και Σ., προκειμένου να γίνει εκκαθάριση των λογαριασμών τους , προκειμένου μετά τον προσδιορισμό των χρηματικών ποσών που ο ίδιος κατέβαλε για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων καθενός απ' αυτούς κατά την εκτέλεση της εργολαβίας ,την καταβολή ακολούθως από τους Μ. και Σ. σε αυτόν των πιο πάνω ποσών, ανερχομένων κατά τους ισχυρισμούς του , για μεν τον Ι.

Μ. στο ποσό των 5,650.000 δρχ, για δε τον Χ. Σ. στο ποσό των 8.500.000 δραχμών, δεν προσκομίζει ούτε άλλωστε προκύπτει ότι τηρούσε, όπως θα όφειλε, κάποιο βιβλίο με την αναλυτική κίνηση των χρηματικών ποσών που ο ίδιος κατέβαλε προς τα συνεργεία κατασκευής της οικοδομής , λογαριασμό που θα έπρεπε εν συνεχεία να αποδώσει στους "φερόμενους εντολείς του ", προκειμένου εκείνοι με τη σειρά τους να εξοφλήσουν τις προς αυτόν οφειλές τους, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος.

Αλλά ακόμη και κατά την ημέρα της εκκαθάρισης των λογαριασμών και μετά την αποδοχή από τους αντισυμβαλλομένους του, κατά τους ισχυρισμούς του, των ποσών που αυτός προσδιόρισε ότι καθένας από αυτούς του οφείλει και πάλι κανένα σχετικό έγγραφο, όπως συνήθιζε μέχρι τότε να πράττει στις συναλλαγές του, δε φρόντισε ο εναγόμενος να συνταχθεί, στο οποίο (έγγραφο) να αποτυπώνεται αφενός μεν η πιο πάνω εκκαθάριση των λογαριασμών, αφετέρου δε η ανάληψη της υποχρέωσης από τους Μ.

και Σ. και σε εξόφληση του υπολοίπου των οφειλών τους να του μεταβιβάσουν ιδανικά μερίδια επί του ενδίκου ακινήτου, όπως έπραξε σε όλες τις προηγούμενες συναλλαγές του με τους πιο πάνω, προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του, ως έμπειρος δικηγόρος. Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι ο Χ. Σ., ο οποίος είχε νοσήσει περί τα τέλη Ιανουάριου 1983, απεβίωσε την 9η Ιανουάριου 1984, κατέλειπε δε την υπ' αριθμ. .../16-12-1983 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης, Αικατερίνη Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, παρουσία τριών μαρτύρων, ένας από τους οποίους ήταν ο εναγόμενος και η οποία (διαθήκη) δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ 348/22-2-2008 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την πιο πάνω διαθήκη του, ο αποβιώσας, κατέλειπε, μεταξύ των άλλων περιουσιακών στοιχείων, στις ενάγουσες, κατ' ισομοιρία και το εναπομείναν ιδανικό μερίδιο του, που αναλογεί σε τμήμα του ως άνω αγρού, εμβαδού 988,50 τμ. Οι ενάγουσες όμως, δυνάμει της υπ' αριθμ .../31-12-1992 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη Παχυγιαννάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αγνοώντας την ύπαρξη της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα και συζύγου αντίστοιχα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, μετά δε την πάροδο δεκαπέντε και πλέον ετών και συγκεκριμένα το έτος 2012, προέβησαν σε διόρθωση της πιο πάνω πράξης αποδοχής κληρονομιάς, ως προς τον τρόπο επαγωγής της κληρονομιάς , βάσει της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης που κατέλειπε ο κληρονομούμενος, δυνάμει της υπ' αριθμ … /7-8-2012 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Εξαδακτύλου- Αργυρούδη.

Εν τω μεταξύ, οι ενάγουσες, δυνάμει των υπ' αριθμ ... και .../31-12-1992 συμβολαίων πώλησης της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Τσακίρη Παχυγιαννάκη που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών … στο τόμο τόμο 129 και αριθμ. 24 και 25, αντίστοιχα, εμφανισθείσες, βάσει της αρχικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ.

Σ. και σε εκτέλεση, αντίστοιχα, των προαναφερομένων υπ' αριθμ .../4-6- 1982 και .../16-12-1983 προσυμφώνων της ίδιας συμβολαιογράφου, μεταβίβασαν στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα τα πιο κάτω ιδανικά μερίδια : α) δυνάμει του υπ' αριθμ .../31-12-1992 συμβολαίου πώλησης από τα ιδανικά τους μερίδια, που αναλογούσαν, συνολικά, στο εξ αδιαιρέτου του αγρού συνολικού εμβαδού 14.977 τμ, μεταβίβασαν ιδανικά μερίδια που αντιστοιχούν σε 4.700 τμ και β) δυνάμει του υπ' αριθμ .../31-12-1992 συμβολαίου πώλησης, από τα ιδανικά τους μερίδια που αναλογούσαν, συνολικά, στο εξ αδιαιρέτου του αγρού αυτού, μεταβίβασαν ιδανικά μερίδια που αντιστοιχούν σε 2.800 τμ.

Στα ως άνω πωλητήρια συμβόλαια, συμβλήθηκε, επίσης, ως πωλητής ιδανικών μεριδίων που αντιστοιχούσαν σε 4.000 τμ και 1.000 τμ αντίστοιχα, ο έτερος συγκύριος του όλου αγρού και αδελφός πρώτης ενάγουσας Ι. Μ., τα δε συνολικά τιμήματα, από 8.000.000 και 7.500.000 δραχμές, αντίστοιχα, φέρεται να έχουν καταβληθεί ολοσχερώς στους πωλητές, κατά τη μερίδα του καθενός από αυτούς (1/2 εξ αδιαιρέτου), ήδη πριν από την κατάρτιση των εν λόγω συμβολαίων.

Κατά την υπογραφή των πιο πάνω οριστικών συμβολαίων, οι ενάγουσες παραστάθηκαν με δικηγόρο επιλογής του εναγόμενου και συγκεκριμένα τον Κ. Ε., ο δε εναγόμενος-αγοραστής ήταν αυτός που μερίμνησε για τη σύνταξη των δηλώσεων φόρου μεταβίβασης και την υποβολή τους στην αρμόδια Εφορία, αφού πρώτα υπογράφηκαν και από τις ενάγουσες-πωλήτριες.

Βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι οι ενάγουσες με τα προαναφερόμενα οριστικά συμβόλαια, μεταβίβασαν στον εναγόμενο τμήματα του όλου αγρού, μεγαλύτερα εκείνων που υποσχέθηκε να μεταβιβάσει σ' αυτόν ο δικαιοπάροχος τους, Χ. Σ., με τα υπ' αριθμ. .../4-6-1982 και .../16-12-1983 προσύμφωνα συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη Παχυγιαννάκη, σε εκτέλεση των οποίων, τα οριστικά αυτά συμβόλαια, συντάχθηκαν.

Ειδικότερα, με το υπ' αριθμ .../1992 οριστικό συμβόλαιο, οι ενάγουσες μεταβίβασαν στον εναγόμενο τμήμα εμβαδού 4.700 τμ, αντί του προσυμφωνηθέντος εμβαδού των 4.000 τμ, ενώ με το υπ' αριθμ. .../1992 οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασαν στον εναγόμενο τμήμα εμβαδού 2.800 τμ, αντί του προσυμφωνηθέντος εμβαδού των 2.500 τμ. Αναφορικά με την εν λόγω διαφορά στο εμβαδό των μεταβιβασθέντων τμημάτων, γίνεται ειδική μνεία στα πιο πάνω οριστικά συμβόλαια και ειδικότερα αναφέρονται τα εξής:

α) Στο υπ' αριθμ .../31-12- 1992 "... Ότι με το υπ'αριθμ .../4-6-1982 προσύμφωνό μου ο εκ των πωλητών Ι. Μ. και ο αποβιώσας ως άνω Χ. Σ. υπεσχέθηκαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αφετέρου ώδε συμβαλλόμενο Ι. Ι. εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου ακινήτου των ο μεν πρώτος ιδανικό μερίδιον τεσσάρων χιλιάδων (4.000) μέτρων τετραγωνικών ο δε δεύτερος ιδανικό μερίδιον (4.000) μέτρων τετραγωνικών, μη λαβόντες υπόψιν ότι εις το άνω ιδανικόν μερίδιο έπρεπε να προστεθούν και επτακόσια (700) μέτρα εξ αδιαιρέτου από το ρυμοτομούμενον ως άνω τμήμα για τη διάνοιξη της οδού ....

Ήδη δια του παρόντος οι αφενός ώδε συμβαλλόμενοι "πωλητές" πωλούν σήμερα, παραχωρούν, μεταβιβάζουν και παραδίδουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αποδεχόμενον την μεταβίβαση ταύτη αφ' ετέρου ώδε συμβαλλόμενον Ι. Ι. του Χ. που θα ονομάζεται στη συνέχεια χάριν συντομίας "αγοραστής" και εις εκτέλεσιν του υπ' αριθμ .../4-6- 1982 προσυμφώνου συμβολαίου μου, εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου αγρού των, ιδανικόν μερίδιον οκτώ χιλιάδων επτακοσίων (8.700) μέτρων τετραγωνικών και ουχί 8.000 μέτρων τετραγωνικών , ως εσφαλμένως αναγράφεται εις το προαναφερθέν υπ' αριθμ .../4- 6-82 προσύμφωνον συμβόλαιον μου"| ενώ σε παραπομπή αναγράφεται "και δη ο μεν Ι.

Μ. μτ 4.000 εξ αδιαιρέτου, οι δε άλλες δυο 4.700μτ κατά το ανήκον εις έκαστη τούτων ιδανικόν μερίδιον ως κληρονόμων του Χ. Σ.". Β)Στο δεύτερο από τα ως άνω συμβόλαια (.../1992) αναφέρεται "...Ότι με το υπ' αριθμ .../16- 12-93 προσύμφωνόν μου ο εκ των πωλητών Ι. Μ. και ο αποβιώσας ως άνω Χ. Σ. υπεσχέθησαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αφετέρου ώδε συμβαλλόμενο Ι.

Ι. εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου ακινήτου των ο μεν πρώτος ιδανικό μερίδιο χιλίων (1,000) τετραγωνικών μέτρων ο δε δεύτερος ιδανικό μερίδιον δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) μέτρων τετραγωνικών, μη λαβόντες υπόψιν ότι εις το άνω ιδανικόν μερίδιον έπρεπε να προστεθούν και τριακόσια (300) μέτρα εξ αδιαιρέτου από το ρυμοτομούμενον ως άνω τμήμα για τη διάνοιξη της οδού ....

Ήδη δια του παρόντος οι αφενός ώδε συμβαλλόμενοι "πωλητές" πωλούν σήμερα, παραχωρούν, μεταβιβάζουν και παραδίδουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τον αποδεχόμενον την μεταβίβαση ταύτη αφ' ετέρου ώδε συμβαλλόμενον Ι. Ι. του Χ. που θα ονομάζεται στη συνέχεια χάριν συντομίας "αγοραστής" και εις εκτέλεσιν του υπ' αριθμ .../12-12-83 προσυμφώνου συμβολαίου μου εκ του ως άνω περιγραφέντος επικοίνου αγρού των ιδανικόν μερίδιον τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) μέτρων τετραγωνικών και ουχί τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) μέτρων τετραγωνικών, ως εσφαλμένως αναγράφεται εις το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../16-12-83 προσύμφωνον συμβόλαιον μου και δη ο μεν Ι.

Μ. μέτρα τετραγωνικοί, χίλια (1.000) εξ αδιαιρέτου, οι δε άλλες δυο μέτρα τετραγωνικά δυο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) κατά το ανήκον εις εκάστη τούτων ιδανικόν μερίδιον ως κληρονόμων του Χ. Σ....." Σημειωτέον, ότι με τη σύναψη των εν λόγω οριστικών συμβολαίων, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, οι ενάγουσες μεταβίβασαν το σύνολο των ιδανικών μεριδίων τους επί του όλου αγρού και έτσι αποξενώθηκαν πλήρως από αυτό.

Είναι γεγονός ότι η συμβολαιογράφος , όπως βεβαιώνεται στα πιο πάνω οριστικά συμβόλαια (αρθ. 438 ΚΠολΔ), ανέγνωσε παρουσία των δικηγόρων και των συμβαλλόμενων τα εν λόγω συμβόλαια και οι ενάγουσες τα υπέγραψαν. Πλην όμως στις εν λόγω δηλώσεις βουλήσεως οι ενάγουσες προέβησαν εκ πλάνης, οφειλομένης αποκλειστικά στην προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά του εναγόμενου, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την απειρία τους στις συναλλαγές και την εμπιστοσύνη που αυτές είχαν προς το πρόσωπο του , προερχόμενη αρχικά λόγω της εκτίμησης και εμπιστοσύνης που συνέδεε τον εναγόμενο με το δικαιοπάροχο τους καθώς και της στενής φιλικής και οικογενειακής σχέσης των δυο οικογενειών που κατέληξε στη συγκατοίκηση τους σε διαμερίσματα της ίδιας πολυκατοικίας επί της οδού ...

και την βάπτιση του υιού του εναγόμενου από το δικαιοπάροχο των εναγουσών, καθώς και της στενής επαγγελματικής σχέσης που συνέδεε τον εναγόμενο με το δικαιοπάροχο τους και τον Ι. Μ., οι οποίοι ανέθεταν στον εναγόμενο, ως δικηγόρο, τη διεκπεραίωση όλων των υποθέσεών τους στην Ελλάδα, επαγγελματική σχέση που συνεχίσθηκε στο ίδιο επίπεδο, με μεγαλύτερη ίσως προσήλωση, από τις ίδιες (ενάγουσες) μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, με συνέπεια αυτές (ενάγουσες) να στηριχθούν στις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου ότι πρόκειται για τυπική εκτέλεση των προαναφερομένων προσυμφώνων και να μην αντιληφθούν, ότι μεταβιβάζουν στον εναγόμενο τα προαναφερθέντα τμήματα του όλου αγρού, συνολικού εμβαδού 1000 τ.μ, πέραν των προσυμφωνηθέντων.

Ειδικότερα ο εναγόμενος, έχοντας δόλια προαίρεση, εγκείμενη στην προσπόριση παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας των εναγουσών, χρησιμοποιώντας το προπεριγραφόμενο τέχνασμα της δήθεν τυπικής εκτέλεσης προσυμφώνων, παραπλάνησε τις ενάγουσες, οι οποίες όντας καλοπροαίρετες, εύπιστες και χωρίς πείρα στις συναλλαγές, απλές νοικοκυρές, απόφοιτος Δημοτικού η πρώτη και Λυκείου η δεύτερη, παραπλανήθηκαν αποκλειστικά (κατ' άμεση αιτιώδη συνάφεια) από τις ψευδείς παραστάσεις του εναγόμενου, ο οποίος αν και είχε ήδη συμπράξει ως μάρτυρας στη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, απέκρυψε απ' αυτές την ύπαρξη της διαθήκης, στην οποία, μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων αναφέρονταν και τα επίδικα ιδανικά μερίδια και εξεδήλωσαν τη βούλησή τους για πώληση των επιπλέον 1000 (700+300) τμ του όλου ακινήτου τους, πιστεύοντας πεπλανημένα ότι η επίμαχη μεταβίβαση αφορά μόνο, τα προσυμφωνηθέντα τμήματα των 4.000 και 2.500 τ.μ αντίστοιχα.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάγνωση των επίμαχων συμβολαίων από τη συμβολαιογράφο δεν αποσώβησε την εκ πλάνης διατυπούμενη δήλωση βουλήσεως των εναγουσών πωλητριών, καθόσον οι τελευταίες λόγω των περιορισμένων γραμματικών τους γνώσεων, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν τους εκφωνούμενους κατά την ανάγνωση νομικούς όρους και περιγραφές των ορίων των πωλουμένων, όντας δε προσηλωμένες στην απατηλή παράσταση του εναγόμενου, στον οποίο είχαν "τυφλή εμπιστοσύνη", όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε στην υπ' αριθμ .../2013 ένορκη βεβαίωση ο Ι.

Μ., ότι οι επίμαχες μεταβιβάσεις αφορούν τα προσυμφωνηθέντα τμήματα του όλου ακινήτου, δεν αντιλήφθηκαν το αληθές περιεχόμενο των συμβολαίων. Η πλάνη αυτή δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στην τυπική κατάρτιση της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας παρέστησαν ο προαναφερόμενος δικηγόρος , επιλογής του εναγόμενου και η παραπάνω συμβολαιογράφος, της οποίας ούτως ή άλλως η στάση στην διαδρομή της όλης συνεργασίας της με τις ενάγουσες δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η "προσήκουσα", λαμβανομένου υπόψιν ότι, ενώ η ίδια συνέταξε τη δημόσια διαθήκη του δικαιοπάροχου των εναγουσών, όταν πληροφορήθηκε εν συνεχεία το θάνατο του τελευταίου όχι μόνο δεν έσπευσε να προβεί σε δημοσίευση αυτής αλλά αντίθετα συνέταξε για λογαριασμό των εναγουσών την υπ' αριθμ. .../31-12-1992- δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, στην οποία αποδέχονται την επαχθείσα κληρονομιά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι η μεταβίβαση των 4.700 τμ και 2.800 τμ σ' αυτόν, με τα πιο πάνω οριστικά συμβόλαια, έγινε εν γνώσει των εναγουσών και σε υλοποίηση προηγηθείσας συμφωνίας του ιδίου με τις ενάγουσες και τον έτερο συμβαλλόμενο Ι. Μ. , σε εκπλήρωση οφειλής του δικαιοπαρόχου τους κατά το χρόνο θανάτου του, προερχόμενη από την εργολαβία της οδού ... , ύψους 2.200.000 δραχμών και ότι η αναγραφή στα πιο πάνω οριστικά συμβόλαια ότι "η μεταβίβαση των 1.000 τμ συνολικά, δεν είχε συμπεριληφθεί στα προσύμφωνα πώλησης από παραδρομή", έγινε κατά πρόταση του, προκειμένου να αποφευχθεί η φορολόγηση των εναγουσών, διότι θα εμφανιζόταν τα πιο πάνω επιπλέον 1.000 τμ, στην αρμόδια Εφορία Κεφαλαίου ως παθητικό της κληρονομιαίας περιουσίας και δεν θα επιβαλλόταν σε αυτές κανένας φόρος κληρονομιάς, παράλληλα δε θα μείωνε και την υποχρέωση των εναγουσών για καταβολή φόρου αυτομάτου υπερτιμήματος που είχε εν τω μεταξύ επιβληθεί με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν 1882/1990 και η οποία βάρυνε τις πωλήτριες.

Ως προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου, πρέπει να παρατηρηθεί, ότι, κατά τα προαναφερθέντα, ουδεμία οφειλή του δικαιοπαρόχου των εναγουσών έναντι του εναγόμενου δεν προέκυψε ότι υπήρχε. 'Αλλωστε, θα ήταν αντιφατικό από τη μια πλευρά, ο δικαιοπάροχος των εναγουσών, ο οποίος λόγω των σοβαρότατων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε από τα οποία σε λίγες μέρες κατέληξε, την 16-12-1983, να αναλαμβάνει σε εξόφληση της προς τον εναγόμενο οφειλής του, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1983 προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Τσακίρη - Παχυγιαννάκη, να υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε 2.500 τμ από το ακίνητο ιδιοκτησίας του στην περιοχή του ..., και να μη ζητά, ο έμπειρος στις συναλλαγές εναγόμενος, ο οποίος όπως ισχυρίζεται κατά το χρόνο εκείνο υπήρχε επιπλέον οφειλή 2.200.000 δραχμών, να του υποσχεθεί ότι θα του μεταβιβάσει και τα επιπλέον 1.000 τμ προς ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης του, όπως, κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου επιθυμούσε ο αποβιώσας και του το "ζητούσε παρακλητικά", αλλά αντίθετα να αρκείται, ο εναγόμενος, στη δυνατότητα να το πράξει στο μέλλον ο ίδιος από κοινού με τον Μ., στην περίπτωση που δεν θα μπορούσε ο ετοιμοθάνατος δικαιοπάροχος των εναγουσών να καταβάλει το ποσό της οφειλής του.

Επιπλέον και όλως αντιφατικώς προς τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, προέκυψε, όπως προαναφέρθηκε, ότι την ίδια ημέρα που συντάχθηκε το προαναφερθέν προσύμφωνο πώλησης, συντάσσεται η υπ' αριθμ. .../1983 δημόσια διαθήκη του δικαιοπαρόχου των εναγουσών, στην οποία ο τελευταίος ρητά μνημονεύει και συμπεριλαμβάνει στην κληρονομιαία περιουσία που καταλείπει τα επίδικα τμήματα του αγρού, που απέμειναν στην ιδιοκτησία του μετά την προηγηθείσα σύνταξη του προσυμφώνου, αναγράφει δε συγκεκριμένα "....Εις την αυτήν ως άνω σύζυγόν μου Δ.

καθώς και εις την θυγατέραν μου Μ., αφήνω κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή κατ' ισομοιρίαν, εν τεμάχιον αγρού συνολικής εκτάσεως ενός στρέμματος εξ αδιαιρέτου αγρού μείζονος εκτάσεως στρεμμάτων δέκα πέντε (15), κειμένου εις την περιοχή …..", διάταξη στην οποία δε θα προέβαινε ασφαλώς, παρουσία μάλιστα και του εναγομένου- μάρτυρος, εάν είχε ήδη υποσχεθεί ότι θα μεταβιβάσει στον τελευταίο το πιο πάνω τμήμα, και ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, σαν νομικός παραστάτης του θα φρόντιζε να τον αποτρέψει από την "εσφαλμένη" αυτή διάθεση ακινήτου, που δεν περιλαμβανόταν στην περιουσία του.

Η πιο πάνω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου , περί μη ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγουσών και του εναγόμενου για μεταβίβαση στον τελευταίο και των 1000 τμ προς εξόφληση φερόμενης οφειλής προς αυτόν, δεν αναιρείται από τη σύνταξη την 16-12- 1983 του υπ' αριθμ .../1983 πληρεξουσίου, με το οποίο ο δικαιοπάροχος των εναγουσών δίνει πληρεξουσιότητα στον εναγόμενο καθώς και τον Μ., για μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου του επί ενός ακινήτου εμβαδού 14.977 τ.μ στη θέση "...", η οποία ασφαλώς δεν αφορά τη μεταβίβαση του επιδίκου τμήματος των 1000 τμ, αλλά προφανώς στη μεταβίβαση του υπόλοιπου ποσοστού του στο όλο ακίνητο, το οποίο ναι μεν είχε ήδη μεταβιβασθεί με τα προαναφερθέντα προσύμφωνα στον εναγόμενο και στα οποία υπήρχε δικαίωμα αυτοσύμβασης, πλην όμως η πιο πάνω πληρεξουσιότητα θα κάλυπτε την περίπτωση που θα παρουσιαζόταν άμεσα ευκαιρία αξιοποίησης αυτού και είτε ο δικαιοπάροχος των εναγουσών δεν ήταν σε θέση να υπογράψει λόγω των προβλημάτων της υγείας του, είτε σε περίπτωση που ο τελευταίος είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει, οι ενάγουσες θα καθυστερούσαν στη σύνταξη αποδοχής κληρονομιάς, με αποτέλεσμα να χαθεί η ευκαιρία εκποίησης του ακινήτου.

Περαιτέρω και η διάκριση στα πιο πάνω οριστικά συμβόλαια του εμβαδού που οφείλει να μεταβιβάσει στον εναγόμενο - αγοραστή καθένας των πωλητών (Ι. Μ.- ενάγουσες), δεδομένου ότι δεν μεταβιβάζουν από κοινού τα 8.700 τ.μ., όπως προαναφέρθηκε, αλλά ο μεν Μ.ς μεταβιβάζει από το ιδανικό του μερίδιο τα 4.000 τμ και οι ενάγουσες 4.700 τμ με το πρώτο συμβόλαιο και από τα 3.800 τμ που μεταβιβάζονται με το δεύτερο συμβόλαιο, ο μεν Μ.

μεταβιβάζει από το ιδανικό του μερίδιο τα 1.000 τμ και οι ενάγουσες τα 2.800 τμ, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι έγινε αντιληπτή από τις ενάγουσες κατά το χρόνο υπογραφής των συμβολαίων η μεταβίβαση των επιπλέον τετραγωνικών μέτρων, αλλά αντίθετα μπορεί μόνο να δημιουργήσει ερωτηματικά για τη στάση του Ι.

Μ., έναντι των συγγενών του, ο οποίος, ενόψει προάσπισης των δικών του συμφερόντων και της επιθυμίας του να ωφελείται από την επικερδή διαχείριση της περιουσίας του, που του εξασφάλιζε ο εναγόμενος, συναίνεσε στην πιο πάνω διάκριση των μεταβιβαζόμενων τμημάτων σε βάρος της περιουσίας των εναγουσών. Ο ίδιος βέβαια στην υπ' αριθμ .../13-3-2013 ένορκη βεβαίωση του υποστηρίζει, ότι δεν έλαβε γνώση της ως άνω μεταβολής του μεταβιβαζόμενου με τα οριστικά συμβόλαια εμβαδού των ακινήτων και της εξ αυτής αποξένωσης των εναγουσών από το ένδικο ακίνητο, υπονοώντας προφανώς ότι και η πιο πάνω διάκριση του εμβαδού των μεταβιβαζόμενων τμημάτων, δεν έγινε καθ' υπόδειξη του, όπως διατείνεται ο εναγόμενος, αλλά με πρωτοβουλία του τελευταίου, για άγνωστους λόγους, ενδεχομένως για τη διατήρηση με τον ίδιο (Μ.), με τον οποίο άλλωστε είναι και συγγενείς εξ αγχιστείας, των καλών σχέσεων συνεργασίας αναφορικά με τη μελλοντική αξιοποίηση του ένδικου ακινήτου.

Συνεπώς, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εναγόμενου δεν εισφέρουν στην αλήθεια αλλά αντίθετα βάσει των δεδομένων αυτών αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος (εναγόμενος), παραπλάνησε με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του τις εναγόμενες και οι τελευταίες εξεδήλωσαν τη βούλησή τους για πώληση των επιπλέον 1000 (700+300) τμ του όλου ακινήτου τους, πιστεύοντας πεπλανημένα ότι η επίμαχη μεταβίβαση αφορά μόνο τα προσυμφωνηθέντα τμήματα των 4.000 και 2.500 τμ, αντίστοιχα, αγνοώντας ανυπαίτια ότι αφορά 1.000 τμ.

επιπλέον. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 2001, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10-4-2001 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Βαρσάμη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, στο τόμο 246 και αριθμ. 228, ο εναγόμενος και ο Μ., μεταβίβασαν το περιγραφόμενο στο υπ' αριθμ. .../31-12-1992 οριστικό συμβόλαιο, τμήμα του όλου ακινήτου (και ήδη, μετά την ως άνω πράξη εφαρμογής, οικόπεδο εμβαδού 4.517,53 τμ), στον Α.

Δ., ο οποίος, στη συνέχεια με τη σειρά του, το μεταβίβασε νομότυπα στην εταιρία Λ. Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ. Στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης δεν συνέπραξαν οι ενάγουσες, ως συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου, γεγονός που θα έπρεπε να κινήσει, τουλάχιστον την περιέργεια του Ι. Μ., ο οποίος ισχυρίζεται στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση του ότι "ρώτησα στο γραφείο του Δ.

του αγοραστή, που είναι η Μ. και Δ. να υπογράψουν. Αυτός (εννοείται ο εναγόμενος) μου είπε ότι αυτές θα πάρουν μετά χρήματα, από την αποζημίωση του δρόμου, τώρα θα παίρναμε μόνο εμείς". Ισχυρισμός που δεν μπορεί να κριθεί πειστικός, διότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, λαμβανομένου υπόψιν των καλών σχέσεων του Ι.

Μ. και της πρώτης των εναγουσών- αδελφής του, δεν είναι δυνατό, καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την ως άνω πώληση (προς τον Δ.) και μέχρι την κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου, να μη συζητήθηκε μεταξύ των αδελφών η επικείμενη πώληση ενός σημαντικού περιουσιακού τους στοιχείου, η οποία μάλιστα θα απέφερε εισόδημα ύψους 46.408.405 δραχμών στον Ι.

Μ. και αντίστοιχα θα έπρεπε να αποφέρει στην αδελφή του, λαμβανομένου επιπλέον υπόψιν ότι τα δυο αδέλφια συγκατοικούσαν στην ίδια οικοδομή και επομένως είχαν καθημερινή επαφή, αλλά αντίθετα να αναρωτιέται μόλις κατά την ημέρα της υπογραφής των συμβολαίων για τη μη παρουσία των λοιπών συγκυριών του ακινήτου και παράλληλα να μη εκπλήσσεται από το γεγονός ότι κατά την ανάγνωση του συμβολαίου, φέρονται αυτός και ο εναγόμενος, ως αποκλειστικοί κύριοι του επιδίκου ακινήτου.

Εξάλλου, όταν μετά την πιο πάνω πώληση προς τον Δ., ο Ι. Μ. από κοινού με τον εναγόμενο, δυνάμει του υπ' αριθμ .../18-2-2004. συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, συνέστησαν πραγματική δουλεία διόδου, διάρκειας δέκα ετών, επί του υπολοίπου τμήματος του όλου ενδίκου αγρού, εμβαδού 1.804,46 τμ, για την εξυπηρέτηση του τμήματος που είχε μεταβιβαστεί, κατά τα ανωτέρω, στην εταιρεία "Λ.

Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" (και πάλι η σύμβαση αυτή συνήφθη χωρίς τη σύμπραξη των εναγουσών, έναντι τιμήματος 336.000 ευρώ, γεγονός που, οπωσδήποτε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής πληροφορήθηκαν από τον Ι. Μ., και το οποίο, λογικά, θα έπρεπε να εξαλείψει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης τους προς τον εναγόμενο. Ενόψει των ανωτέρω δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, μετά τη σύναψη του ως άνω συμβολαίου σύστασης δουλείας, αυτές εξακολούθησαν να πείθονται στις απατηλές διαβεβαιώσεις του εναγόμενου και ότι έλαβαν γνώση των παράνομων πράξεων που αυτός τέλεσε σε βάρος τους, μόλις το έτος 2008.

Αντίθετα βάσει των πιο πάνω αποδειχθέντων, οι ενάγουσες έλαβαν γνώση τουλάχιστον κατά τη σύναψη του υπ' αριθμ .../18-2-2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, της σε βάρος τους αδικοπραξίας του εναγόμενου. Κατά συνέπεια, και σύμφωνά με τις προδιαληφθείσες νομικές σκέψεις, η πενταετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων των εκκαλουσών - εναγουσών άρχισε να τρέχει από 18-2-2004 και συμπληρώθηκε στις 18-2-2008, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής με την επίδοση της στον εφεσίβλητο - εναγόμενο στις 26-11-2012 (βλ.

ανωτέρω), ώστε πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής που προέβαλε πρωτοδίκως και την επαναφέρει νομότυπα με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται ότι κατά το ενδιάμεσο διάστημα έλαβε χώρα κάποιος λόγος διακοπής ή αναστολής αυτής (παραγραφής), όπως αβάσιμα επικαλούνται οι ενάγουσες...

Τέλος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη , μία πράξη απάτης τελείται και όταν γίνονται συνεχιζόμενες ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου, καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη , ο δε χρόνος τέλεσης της απάτης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη και συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι κάθε φορά που ο εναγόμενος τις παρέπειθε να μην ασκήσουν τις αξιώσεις τους τελούνταν νέα αδικοπραξία με τελευταία εκείνη που έγινε κατά τους ισχυρισμούς τους το 2008 είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή, κατά το σκέλος της που στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες έλαβαν γνώση της παράνομης πράξης, της απάτης, που ο εναγόμενος τέλεσε εις βάρος τους και των επιζήμιων συνεπειών αυτής, τουλάχιστον στις 18-2-2004, από τότε δε άρχισε να τρέχει η πενταετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε στις 18-2-2009, δηλαδή πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεχόμενο την ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής της επίδικης αξιώσεως και απορρίπτοντας τον αγωγικό ισχυρισμό περί συνεχίσεως της απατηλής συμπεριφοράς του (εναγομένου) μέχρι το 2008, καθώς και τους ισχυρισμούς των εναγουσών προς αντίκρουση της ένστασης περί παραγραφής της αξιώσεως τους, περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής καθώς και του ισχυρισμού τους ότι ο εναγόμενος τελούσε κάθε φορά που τις παρέπειθε μέχρι και το 2008 να μην ασκήσουν τις αξιώσεις τους νέα αδικοπραξία, ως αβάσιμους απορρίπτοντας εν τέλει την αγωγή κατά το σκέλος της, που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικοπραξιών.

Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε, ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ασκηθείσα από τις ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έφεση και αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας την πιο πάνω αγωγή, την απέρριψε.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος, αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (Ολ.

ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ1158/2017). Απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων εις αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με βέβαιη επιτυχία και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ 711/2011, ΑΠ 1787/2014).

Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες αποτυχίας (Α.Π- 1723/2019, Α.Π 1307/2019, Α.Π. 732/2012).

Τέλος, χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται αυτός, κατά τον οποίο ο δράστης προέβη στην απατηλή συμπεριφορά. Όταν δε αυτή είναι συνεχής, μέχρις ότου, δηλαδή, καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, με την απόσπαση της εμπιστοσύνης του και προς τον ίδιο, βέβαια, πάντοτε σκοπό, ο χρόνος τέλεσης της απάτης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση αυτής, οπότε και πρόκειται για μία μόνο πράξη απάτης (Α.Π, 1538/20131 ΑΠ 2547/2009, ΑΠ 2690/2008).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/2020, 6/2019, 1/1999).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Ολ.Α.Π, 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 319/2017). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α'του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020).

Με τον πρώτο λόγο, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ισχυρισμό περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης . Ειδικότερα, με το λόγο αυτό προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο έλαβαν γνώση της εις βάρος τους τελεσθείσας αδικοπραξίας, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, I) το Εφετείο συνάγει ότι ενημερώθηκαν κατά τον αναφερόμενο χρόνο, από μόνο το γεγονός της γνώσης τρίτου προσώπου (Ι.

Μ.) χωρίς ειδική αναφορά πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει παράλληλα ότι το πρόσωπο αυτό τους ενημέρωσε και II) το πρόσωπο αυτό αφενός κατά την σύναψη των συμβολαίων το έτος 1992 συναίνεσε στην διάκριση των μεταβιβαζόμενων τμημάτων σε βάρος της περιουσίας των εναγουσών, (δηλαδή τους απέκρυψε την απάτη), αφετέρου το 2004, τις πληροφόρησε (σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής) για την εις βάρος τους αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου (δηλαδή τους αποκάλυψε την απάτη).

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα στο στοιχ. I δεν αποτελούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον είναι σαφές ότι ανάγονται στην κρίση του Δικαστηρίου, την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα.

Ακόμη, τα αναφερόμενα στο στοιχ.

ΙΙ δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες και δεν συγκρούονται μεταξύ τους ούτε αλληλοαναιρούνται, διότι αναφέρονται σε διαφορετικά χρονικά σημεία m σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα, η πρώτη ως άνω αιτίαση αναφέρεται στο έτος 1992 κατά την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων κατά την οποία ο μάρτυρας Μ. αποσιώπησε την τέλεση της αδικοπραξίας εκ μέρους του εναγομένου, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στο έτος 2004 που οι ενάγουσες έλαβαν γνώση από τον πιο πάνω μάρτυρα, της τελεσθείσας εις βάρος τους αδικοπραξίας από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμ.1α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Ειδικότερα προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914,937,297 και 298 Α.Κ και 98 Π.Κ.

αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών ότι η απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου εξακολούθησε μέχρι το 2008, οπότε και έλαβαν γνώση της εις βάρος τους ζημίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 937, 297 και 298 Α.Κ.

και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του όρθρου 98 του Π.Κ.. Εξάλλου, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, διέλαβε επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης των εναγουσών της εις βάρος τους αδικοπραξίας τουλάχιστον στις 18-2-2004 οπότε και είχε ολοκληρωθεί η ένδικη πράξη της απάτης, καθώς και ότι αυτές μετά τις 18-2-2004, και μέχρι το έτος 2008 δεν συνέχισαν να πείθονται στις απατηλές διαβεβαιώσεις του εναγομένου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, να συμψηφισθούν όμως στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός (άρθρα 176, 178, 191 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 13-11-2018 αίτηση του Ι. Ι. και β) την από 25-2-2020 αίτηση των Δ. Σ. και Μ. Σ., για αναίρεση της υπ'αριθ. 477/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ α) την από 13-11-2018 αίτηση του Ι. Ι. και β) την από 25-2-2020 αίτηση των Δ. Σ. και Μ. Σ., για αναίρεση της υπ 'αριθ. 477/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή των παραβόλων που έχουν κατατεθεί για την άσκηση των αιτήσεων αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ