Supreme Court dismisses appeal against lower court decision regarding property rights and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment concerning property rights. The State argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence regarding title deeds from 1981. The court rejected this claim, ruling that the lower court had explicitly acknowledged and evaluated all submitted evidence in its reasoning. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court finds no reasonable doubt that the lower court considered all evidence presented, even if the appellate court concludes the evidence was insufficient to prove the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 21 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 21/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Σ. και Σ., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στη ΔΚ ..., της Δ.Ε. ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ν. …., 2) Ν. Μ. του Σ. και Σ., 3) Α. Μ. του Σ. και Σ., 4) Α. χας Δ. Μ., το γένος Χ. και Ζ. Ν., κατοίκων Δ.Κ. ..., της Δ.Ε. ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ν. ….
Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 3ου των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ. του Σ. και Σ. που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπιλάλη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Μ. του Σ. και Σ. (υπό στοιχ. 3 των αναιρεσιβλήτων), απεβίωσε στις 26-6-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος του Κ. Γ. του Ν. και Ε. χήρας Α. Μ. του Σ. και Σ., κάτοικος Δ.Κ. ..., της Δ.Ε. ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας ν. …, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 ΚΠολΔ, (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με τις προτάσεις που κατατίθενται στη συζήτηση της υπόθεσης, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο από 17-10-2018 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος Δ.Ε ..., στις 26-6-2014 απεβίωσε στις ... ... ... … ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Α. Μ. του Σ., ο οποίος όπως προκύπτει αφενός από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) της υπ'αριθ.
…/…-6-2010 δημόσιας διαθήκης συνταχθείσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγιας Σαρακιώτη β) της από 10-1-2018 ιδιόγραφης διαθήκης, γ) των υπ' αριθ. 156 και 157/17-10-2018 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αταλάντης περί της δημοσίευσης αντιστοίχως των παραπάνω διαθηκών δ) την υπ’ αριθ. …/…-10-2019 Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς από Διαθήκη ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αταλάντης Παναγιώτη- Δημητρίου Σαρακιώτη ε) τα υπ' αριθ. 855/2019, και 830/2020 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αταλάντης περί μη δημοσίευσης άλλης, πλην των ανωτέρω διαθηκών, στ) το από 2-7-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του αποβιώσαντος Α.
Μ. του Δήμου ... ζ) 829/2020 πιστοποιητικού του ανωτέρω δικαστηρίου περί μη αποποιήσεως κληρονομιάς των εγκαταστημένων με τις παραπάνω διαθήκες κληρονόμων και η) του 2987/7-10-2020 πιστοποιητικού του Πρωτοδικείου Λαμίας περί μη αμφισβητήσεως του κληρονομικού δικαιώματος της συζύγου του αποβιώσαντος Κ. Γ., κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης ως προς το επίδικο ακίνητο από την σύζυγο του Κ.
Γ. του Ν. και Ε. χήρα Α. Μ.. Η τελευταία, υπό την ιδιότητά της αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κων/νου Μπιλάλη στο ακροατήριο, κατά την, εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο του προαναφερόμενου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου του δίκης, η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 27-9-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' 'αριθ. 61/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:
Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας από 17-2-2014 αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριος κατά ποσοστό 25% εξ' αδιαιρέτου έκαστος ενός ακινήτου εμβαδού 1.647 τ.μ., το οποίο κατά την κτηματογράφηση έλαβε ΚΑΕΚ …/0/0 και φέρεται εσφαλμένα στα κτηματολογικό βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης να ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενοι παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας τους επ' αυτού και να διαταχθεί η διόρθωση της παραπάνω ανακριβούς αρχικής εγγραφής, να αποσπασθεί το τμήμα αυτό από το παραπάνω ΚΑΕΚ, να συνενωθεί με το όμορο ακίνητο των εναγομένων με ΚΑΕΚ …/0/0 και να καταχωρηθεί στο δικό τους όνομα.
Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθ. 95/2016 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς την κυρία βάση της (παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας) και έκρινε νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν δεκτή την επικουρική της βάση (πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας).
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 24-6-2016 έφεση, επί της οποίας το Μονομελές Εφετείο Λαμίας εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθ. 61/2017 αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση.
Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σν αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013,7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π 19/2020).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.
Α.Π 1/2016, 2/2013, 20/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π 1/2020, 6/2019,1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα; ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης crro αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή^ από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Α.Π 109/2020).
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. (Α. Π 109/2020).? Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου από τον αριθμό 1 εδ.
α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου, το αναιρεσείον προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966,968,1054 και άρθ. 4 του Ν. 3127/2003. Ειδικότερα το αναιρεσείον, αφού παραθέτει και αναλύει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, εν συνεχεία περιορίζεται στο να διαλάβει στον ως άνω αναιρετικό λόγο τις κατά την κρίση του και δική του εκτίμηση παραδοχές του Εφετείου, αναφέροντας ότι "το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, έκρινε ότι η επίδικη έκταση, η οποία αποτελούσε κοινής χρήσεως πράγμα ανεπίδεκτο τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας (εκτός συναλλαγής) μπορούσε να χρησιδεσποθεί από τους τους αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους" καταλήγοντας ότι "ερμηνεύοντας έτσι εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 966, 968 και 1054 ΑΚ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσεως είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και, επομένως δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσεως είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με την ΑΚ 57 μόνο στην περίπτωση παρακωλύσεως ή αποβολής από τη χρήση του κοινόχρηστου πράγματος (ΑΠ 226/2017, 680/2016, 723/2014)." Ακολούθως με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ της έλλειψης σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ύπαρξης της καλής πίστης τόσο στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, όσο και στα πρόσωπα των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας ειδικότερα: "Εν προκειμένω το Μονομελές Εφετείο Λαμίας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δεν εξειδικεύει τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης των αναιρεσιβλήτων, παρά μόνο αρκείται στην απλή χρήση του όρου αυτού αναφέροντας ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν το επίδικο ακίνητο στην αδιατάρακτη συννομή τους καλοπίστως, πιστεύοντας ότι αυτό ανήκει στο δωρητή παππού τους , ο οποίος το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα τους" και εκθέτοντας, στη συνέχεια, τη δική του εκτίμηση περί των αποδείξεων.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω πρώτος από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, συνακόλουθα, απαράδεκτος διότι δεν διαλαμβάνονται σ'αυτόν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση των αναιρεσιβλήτων ως συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμών 1 εδ.
α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης. Η αοριστία, δε, αυτή δεν δύναται να θεραπευτεί με τις κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος κατά τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Β. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.
Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν με σαφή και ορισμένο τρόπο και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικό μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017).
Με τον δεύτερο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ του αναιρετηρίου το αναιρεσείον προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την άσκηση διακατοχικών πράξεων στην επίδικη έκταση από τους αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την από 2-4-1981 έκθεση έρευνας τίτλων ιδιοκτησίας του Επιθεωρητή Γ.Κ., την οποία είχε επικαλεστεί νόμιμα με τις προτάσεις του και είχε προσκομίσει στο Εφετείο για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι στο επίδικο δεν ασκούσαν πράξεις νομείς οι αναιρεσίβλητοι, το έτος 1981.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις και το ανωτέρω έγγραφο που επικαλέστηκε το αναιρεσείον, στο οποίο μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά (βλ. 8° φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης).
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει ν" απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικό έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.
Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.9.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 61/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ