Legislator Case Law & Legislation
21/2017 AI generated

21/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 21/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

21/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
right of residence migration for settlement purposes delayed family reunification second-generation immigrant abandonment of expropriation suspension of visitation rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 21 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 21/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελεήμονα-Θεοδόσιο Αποστολά.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Χ. του Ε. ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Αναστασία Αλεξάνδρου Καντίτο, δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 29-2-2016 και κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους: α)A. P. (Α. Π.) χήρα Α. Χ., του Ε., κατοίκου ... και β)E. C.(Ε. Χ.)του Α. κατοίκου ομοίως, 3)A. C.(Α. Χ.)του Α. κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7-7-2000 αγωγή ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε στο καθύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου για συνεκδίκαση, 300/2010 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 71/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-4-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 8-3-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α’ , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αναιρεσίβλητος Α. Χ. αποβίωσε στις 29/2/2016, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (3/4/2015), και κληρονομήθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, από τη νόμιμη σύζυγό του Α. Π., και τα δύο ενήλικα τέκνα του Ε. Χ. και Α.

Χ., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, οι οποίοι με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, και με τις προτάσεις που κατέθεσαν για την παρούσα δίκη γνωστοποίησαν στον αναιρεσείοντα το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνον τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ του αναιρεσείοντος και των παραπάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου η προκείμενη δίκη.

Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, προκύπτει ότι μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος ο κοινωνός (εξ αδιαιρέτου συγκύριος), αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ’ αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) ή αποσβεστική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκυρίους, ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ολόκληρο ή πλέον της μερίδας του.

Το στοιχείο όμως αυτό της γνωστοποίησης δεν είναι απαραίτητο, όταν ο καθ’ ου προτείνεται η αποσβεστική ή κτητική παραγραφή συγκύριος δεν είχε στην πραγματικότητα γίνει ποτέ συννομέας του πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).

Τέλος, όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ’ αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μια από αυτές (Ολ ΑΠ 25/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα είναι: 1) μια οικία ερειπωμένη και ήδη γκρεμισμένη που βρίσκεται μέσα στον οικισμό στη νήσο ... και στη θέση "...", νομικής μουλκ, που συνορεύει..... 2) μια οικία ερειπωμένη και ήδη γκρεμισμένη που βρίσκεται μέσα στον οικισμό στη νήσο ...:

και στη θέση "...", ....... ανέκαθεν νομικής φύσης μουλκ, που συνορεύει ...... και 3) μια άλλη υφιστάμενη οικία που βρίσκεται μέσα στον οικισμό στη νήσο ... και στη θέση "...", ανέκαθεν νομικής φύσης μουλκ, που συνορεύει ...... Αυτά, ανήκαν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή αρχικά στην Α. Μ. Α. Π., η οποία τα προίκισε στην κόρη της Κ., δυνάμει του με αριθμό ...1903 προικοσυμφώνου, ενώ συνεστώτος του γάμου των ανωτέρω, ήτοι της Κ.

και του Μ. Μ. του Ε. ήταν νομικά αδύνατη η απαλλοτρίωση των προικώων ως άνω ακινήτων είτε από τον άνδρα είτε από, τη γυναίκα, μη έχοντος συνεπώς καμία έννομη επιρροή ακόμη αληθινά υποτιθέμενου του αγωγικού ισχυρισμού ότι τις τρεις προαναφερόμενες οικίες ο κύριος και κάτοχος αυτών Μ. Μ. του Ε., πατέρας της Μ., τις μεταβίβασε λόγω προφορικής δωρεάς σ’ αυτήν το έτος 1935, σε χρόνο δηλαδή κατά τον οποίον ο γάμος των ανωτέρω προσώπων υφίστατο, καθόσον, δεν είχε λυθεί ούτε λόγω Θανάτου κάποιου εκ των δύο συζύγων ούτε διά άλλου λόγου.

Άλλωστε, και ανεξάρτητα από τη νομική ως άνω απαγόρευση, ουδόλως αποδείχθηκε η αλήθεια του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι μεταγενέστερα και μετά το θάνατο πλέον και της Κ. Μ., τα αδέλφια Μ. και Ε. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, διένειμαν με οποιονδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία που περιήλθε σ’ αυτούς, ώστε να λάβει τα ως άνω προπεριγραφόμενα ακίνητα στην αποκλειστικά νομή και κατοχή της η Μ., ή ο αδελφός της Ε., ούτε επίσης γνωστοποίησαν ο ένας στον άλλο αντίστοιχα, ότι θα χρησιδεσπόσει κάποιος αποκλειστικά για τον εαυτό του τα ακίνητα αυτά ....

Περαιτέρω, με το με αριθμό ...’ 24.9.1937 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου....., που μεταγράφηκε νόμιμα..... η Μ. Μ. δήλωσε ότι έχει, από άτυπη δωρεά παρά του πατρός της, που κατά το έτος 1935, στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ανωτέρω τρία ακίνητα και ότι λόγω δωρεάς μεταβιβάζει αυτά στον ενάγοντα. Επίσης, με το με αριθμό .../9.8.1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου....., που νόμιμα μεταγράφηκε, .....

ο Ν. Ε. Χ., ενεργώντας, ως πληρεξούσιος της Α. χήρας Ε. Β., δήλωσε ότι η τελευταία έχει στην πλήρη, αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή μεταξύ άλλων και τα προαναφερόμενα επίδικα ακίνητα, από άτυπη δωρεά από το σύζυγο της Ε. Β., κατά το έτος 1945, τα οποία και λόγω πώλησης μεταβιβάζει κατά κυρτότητα στον Α. Χ.

του Ε.. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η Μ. Μ. διέμενε στη ..., μέχρι το έτος 1950 και χρησιμοποιούσε, ως κατοικία της, την τρίτη ως άνω οικία, κατόπιν δε μετέβη στη Ρόδο και από εκεί έφυγε με το σύζυγο της Μ. Λ. του Ε. στην .... Το 1979 επέστρεψε στην Ελλάδα από την ..., διέμενε για κάποιο χρονικό διάστημα με τον αδελφό της Ε., για να φύγει και πάλι στην ..., απ’ όπου και επέστρεψε το έτος 1985.

Το γεγονός ότι το τρίτο εκ των ανωτέρω ακινήτων η Μ. Μ. το παραχώρησε στο ζεύγος Ε. Κ., αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι η ίδια προ αυτής της παραχώρησης αναμίχθηκε και υπεισήλθε στην κληρονομία της μητέρας της, ο θάνατος της οποίας από το εισφερόμενο αποδεικτικό υλικό προκύπτει, ότι έχει επισυμβεί κατά τη διάρκεια του πολέμου και, δηλαδή, προ του χρόνου της εισαγωγής του ΑΚ.

Συνεπώς ο ενάγων Ε. Λ., κατά το χρόνο σύνταξης και μεταγραφής του ως άνω συμβολαίου μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, λόγω δωρεάς εν ζωή, δεν απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα αυτών, αλλά αδιαίρετο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στο οποίο η δωρήτρια Μ. Μ. υπεισήλθε εξ αδιαθέτου στην κληρονομιά της μητέρας της, ο θάνατος της οποίας προκύπτει ότι έχει συμβεί μετά το θάνατο του συζύγου της Μ.

Μ.. Έτσι ο ενάγων έγινε συγκύριος εξ αδιαιρέτου ποσοστού 1/2 των επίδικων ακινήτων με παράγωγο τρόπο, ήτοι με την ως άνω, δωρεά. Στην περίπτωση, όμως, που ήθελε υποτεθεί, ότι οι μαρτυρίες για το χρόνο θανάτου της Κ. Μ., είναι λανθασμένες, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν προσκομίζεται ληξιαρχική πράξη θανάτου της Κ.

Μ., ότι ο θάνατος της τελευταίας συνέβη μετά την εισαγωγή του Α.Κ. και η δωρήτρια Μ. Μ., δεν αποδέχθηκε, ούτε μετέγραψε τη σχετική πράξη αποδοχής κληρονομίας και έτσι δεν ήταν κυρία κατά το χρόνο της δωρεάς, του αδιαιρέτου ποσοστού κατά το οποίο ήταν συγκληρονόμος εξ αδιαθέτου, στα επίδικα ακίνητα μετά του αδελφού της, τότε, ο ενάγων Ε.

Λ. έγινε συγκύριος των επιδίκων ακινήτων, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, δεδομένου, ότι το ως άνω συμβόλαιο δωρεάς μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών και ο ίδιος άσκησε κατά τα ανωτέρω πράξεις νομής για χρονικό διάστημα από τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου που έγινε στις 18.11.1987, έως και το χρόνο που αποβλήθηκε από τη νομή του δηλαδή το έτος 1999 και είχε καλή πίστη, η οποία όμως, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την αγωγή του, αφορούσε μόνο το αδιαίρετο ποσοστό κατά το οποίο η δωρήτρια αυτού ήταν συγκληρονόμος μετά του αδελφού της, την ύπαρξη του οποίου ουδόλως αγνοούσε ο ενάγων, ενώ γνώριζε μάλιστα και τη διαφορά που είχανε η δωρήτρια με τη γυναίκα του αδελφού της μέχρι και το χρόνο προ της σύνταξης του συμβολαίου δωρεάς, που είχε σχέση με τα επίδικα ακίνητα.

Ειδικότερα, ο Ε. Λ. μετά και τη σύνταξη του με αριθμό ...24.9.1987 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Ροδίτη, ασκεί πράξεις νομή διάνοια κυρίου στα επίδικα, γεγονός, που το γνωστοποίησε στην Α. Μ.. ‘ Ετσι, επιβλέπει τα δωρηθέντα σ’ αυτόν ακίνητα, καταμέτρησε και οριοθέτησε αυτά πρόχειρα και, στη συνέχεια, το Φεβρουάριο του έτους 1997 έδωσε εντολή στους μηχανικούς Μ.

Σ., για τα δύο πρώτα ακίνητα και Ι. Φ. για το τρίτο ακίνητο να συντάξουν τοπογραφικά διαγράμματα, ενώ από το χρόνο της σύνταξης του ανωτέρω συμβολαίου, ουδείς άλλος αναμίχθηκε ασκώντας πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων. Αρχές όμως Αυγούστου του έτους 1999, ότε και υπογράφηκε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά το με αρ. .../9.8.1999 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνου Τζεδάκη, ο Α.

Χ., κάτοικος ..., ανέθεσε σε εργάτες να διαμορφώσουν το χώρο των επιδίκων, κόβοντας και δύο μικρά δέντρα και τοποθετώντας πασσάλους και την ίδια περίοδο τοποθέτησε μία ξύλινη ταμπέλα, που ανέφερε "ιδιοκτησία Α. Χ.", ενώ ακολούθησε μεταξύ των διαδίκων για τον παραπάνω λόγο ένδικη διαφορά στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής, συμμορφούμενος δε ο Α.

Χ. αφαίρεσε τις πινακίδες. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της Α. Μ., προ του γάμου τους, ο οποίος (γάμος) έγινε το έτος 1953, ήταν αποκλειστικά κύριος και ως τέτοιος μεταβίβασε άτυπα το έτος 1945 ή και σε μετέπειτα χρόνο, τα παραπάνω ακίνητα στην ανωτέρω πωλήτρια και μέλλουσα σύζυγό του Α..

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι, μέχρι και το θάνατό του ο Ε. Μ., τέλεσε πράξεις νομής με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, για χρονικό διάστημα της έκτακτης χρησικτησίας έχοντας γνωστοποιήσει το γεγονός αυτό στην αδελφή του και συγκληρονόμο Μ.. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια Α. χήρα Ε. Β., νεμόταν τα επίδικα για λογαριασμό της, ασκώντας πράξεις νομής και έχοντας ανάμειξη σ’ αυτά, ακόμη και με βοηθούς νομής ή αντιπροσώπους στην άσκηση αυτής, ούτε, γνωστοποίησε ποτέ στην Μ.

τη βούλησή της να νεμηθεί αυτά ως αποκλειστική κυρία, ενώ οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες, λόγω της επιθυμίας της Α. να της μεταβιβάσει το μερίδιό της στα επίδικα, η Μ. Μ.. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο Ε. Μ. και ακολούθως η γυναίκα του Α. άσκησαν πράξεις νομής μέσω αυτού στα επίδικα ακίνητα, ούτε ποτέ κάτι τέτοιο γνωστοποιήθηκε στην Μ.

Μ. ή στον ενάγοντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατά ένα μέρος βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένδικη από 26/5/2000 αγωγή με τις εξής δύο επάλληλες αιτιολογίες: 1) ότι ο ενάγων Ε. Λ. κατέστη συγκύριος των επιδίκων ακινήτων παραγώγως, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με ειδική διαδοχή και αιτία τη δωρεά, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομοτύπως, αφού η δωρήτρια είχε αποκτήσει τη συγκυριότητα αυτού κατά το ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας της, που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στα Δωδεκάνησα, στην κληρονομία της οποίας υπεισήλθε σιωπηρά εκδηλώνοντας με υλικές πράξεις τη βούλησή της προς απόκτηση των κληρονομιαίων ακινήτων, απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η δωρήτρια είχε καταστεί κυρία των ίδιων ακινήτων, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτά καλόπιστα από το 1935 μετά την παράδοση της νομής τους με άτυπη δωρεά από τον προηγούμενο κύριο τούτων, πατέρα της και 2) ότι ο ενάγων Ε.

Λ. απέκτησε τη συγκυριότητα των επιδίκων ακινήτων κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, πρωτοτύπως, με τακτική χρησικτησία, με την καλόπιστη νομή του πλέον των δέκα ετών από τη μεταγραφή του παραπάνω δωρητηρίου συμβολαίου (1987-1999), με την εκδοχή ότι η δωρήτρια απεβίωσε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στα Δωδεκάνησα και δεν αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας της, στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα, ούτε μετέγραψε σχετική πράξη αποδοχής και, συνεπώς, δεν ήταν συγκυρία κατά το χρόνο της δωρεάς.

Με τους δύο αναιρετικούς λόγους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11-7) και ν.69 πανδ. (29.2), ν.2 εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ./38.16, ν.3 κωδ. 7.34, ν.42 πανδ. 41,2, ν.7 παρ. 5, πανδ. 10,3 ν.28 πανδ. 10,3, ν.8 παρ. 1 πανδ. 7.39, ν.9 παρ. 1, 3α (50.14) του ΒΡΔ, 50, 43, 92 του Εισ.Ν.ΑΚ, 787, 980, 981, 982, 994, 1113, 1884 ΑΚ, στις οποίες υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης περί της μη απόκτησης της αποκλειστικής κυριότητας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία των επιδίκων ακινήτων, που συναρτάται με την απόκτηση της κυριότητας τούτων από τον ενάγοντα κατά την κύρια αγωγική βάση παραγώγως.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού η μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης περί του ότι ο ενάγων απέκτησε τη συγκυριότητα των επιδίκων ακινήτων πρωτοτύπως με τακτική χρησικτησία, που θεμελιώνει την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2/4/2015 αίτηση του Ε. Λ. για αναίρεση της 71/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ