21/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 21 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 21/2012
Legislator headnote
AI generated21/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 21 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 21/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 21 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 21/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: B. M. του I., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνστανίνο Νούσια, με δήλωση κατ' αρθρο 242 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Μ. του Γ., 2. Α. Π., 3. Δ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, Κυριάκο Τριανταφυλλίδη και Παναγιώτα Παπανδρέου, που παρέστησαν με δήλωση του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις και 4. του αλληλοασφαλιστικού οργανισμού ΚΤΕΛ Νομού Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, εκπροσωπείται νόμιμα και ήταν απών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 16.986/2003 και 4183/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντα, και την 13.899/2004 πλαγιαστική του ιδίου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28036/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1498/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 14-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου της αναιρέσεως, μόνο κατά το πρώτο μέρος τους και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. Γ/9183/4-4-20011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Αλληλοασφαλιστικό Οργανισμό ΚΤΕΛ Νομού Θεσσαλονίκης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα , με κλήση όπως παραστεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Όμως, τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου κατά την άνω δικάσιμο και επομένως πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου την 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του . Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α' ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση. Κι' αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειας της προς την αδικοπραξία. Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε ανίκανος προς εργασίας για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκαν για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, διότι καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 39/2007, ΑΠ 1408/2004). Τέλος, κατά το άρθρο 10 του ν. 489/1976, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 7 του Ν 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής. Η ανωτέρω διάταξη που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ, η διετής δε παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος και δεν εφαρμόζεται για την απρόβλεπτη ζημία, που μπορεί να συμβεί σε επιδείνωση της υγείας απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα. Και για τη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα για τη διακοπή, αναστολή και επιμήκυνση της παραγραφής (ΑΠ 1907/2007). Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής, συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεως του. Περαιτέρω κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Στις 18-8-1998 ο πρώτος εναγόμενος, ενώ οδηγούσε στην επαρχιακή οδό Λαγκαδά-Λουτρών Λαγκαδά με κατεύθυνση προς Λουτρά, το ΜΡ 6324 ΔΧΕ λεωφορείο, ιδιοκτησίας των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων κατά τη λειτουργία του προκαλούμενες ζημιές στον τέταρτο των εναγομένων, κατέλαβε, λίγο πριν από υπάρχουσα στην πορεία του κυκλική πλατεία, μέρος του οδοστρώματος (0,85 μ.), που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, με αποτέλεσμα ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που οδηγούσε στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση το ΒΑΕ δίκυκλο μοτοποδήλατο, χωρίς να φορά προστατευτικό κράνος, ούτε να κινείται στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, να προσκρούσει στον πίσω αριστερό τροχό του λεωφορείου με συνεπεία να πέσει στο οδόστρωμα και να τραυματιστεί πολύ σοβαρά. Με την υπ' αριθ. 2486/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί προηγούμενης αγωγής του ίδιου ενάγοντος, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα 70% του πρώτου των εναγομένων και 30% του ενάγοντος, ο οποίος επί πλέον κρίθηκε και συνυπαίτιος κατά 30% στην έκταση του τραυματισμού του. Με τη δεύτερη, ένδικη αγωγή του ο ενάγων προέβαλε για πρώτη φορά αξιώσεις για δαπάνες νοσηλείας του σε πρόγραμμα αποκατάστασης, λόγω απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του από τα μέσα του έτους 2003. Από τη χρονολογία δε αυτή, οπότε αρχίζει η παραγραφή για τις απρόβλεπτες αυτές αξιώσεις μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 6-2-2004, δεν συμπληρώθηκε η ισχύουσα για τον εναγόμενο οδηγό και τους προστήσαντες ιδιοκτήτες του ζημιογόνου αυτοκινήτου πενταετία, καθώς και η ισχύουσα για τον εναγόμενο ασφαλιστή διετία και συνεπώς δεν έχουν παραγραφεί, απορριπτόμενης ως αβάσιμης της ένστασης περί παραγραφής των εναγομένων. Όμως, η προβαλλόμενη με την ίδια αγωγή για πρώτη φορά αξίωση ποσού 49.000 ευρώ για δαπάνη χρησιμοποίησης νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, έχει υποκύψει στις παραπάνω, πενταετή και διετή παραγραφή, αφενός γιατί δεν φέρεται ως απρόβλεπτη ζημιά και αφετέρου γιατί οι ανωτέρω παραγραφές συμπληρώθηκαν από τον τραυματισμό του ενάγοντος μέχρι την άσκηση της αγωγής, χωρίς διακοπή και χωρίς να επιμηκυνθεί ο χρόνος παραγραφής σε εικοσαετή, αφού η αξίωση αυτή δεν είχε βεβαιωθεί τελεσιδίκως πριν από τη διαδρομή αυτού του χρόνου. Το Εφετείο ακολούθως απέρριψε το σχετικό αγωγικό αίτημα, κατά παραδοχή της ενστάσεως των εναγομένων, ενώ σχετικά με το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης για δαπάνη νοσηλίων, δέχτηκε ότι ο ενάγων απαιτείτο να εισαχθεί σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης, ώστε να γίνει προσπάθεια επαναφοράς μέρους των λειτουργιών του κατά τα έτη 2004 έως 2008 και για διάστημα τριών μηνών κάθε έτος η δε εξέλιξη αυτή ήταν απρόβλεπτη, γιατί από το ατύχημα και έως τα μέσα Ιουλίου 2003, είχε αρχίσει να εμφανίζει η υγεία του βελτίωση, που στη συνέχεια διακόπηκε. Και με βάση την παραδοχή αυτή επιδίκασε στον ενάγοντα για την εν λόγω αιτία, συνυπολογιζομένης της συνυπαιτιότητάς του, το ποσό των 47.250 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χρόνου έναρξης της παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος για αποζημίωση λόγω δαπάνης χρησιμοποίησης νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων. Και τούτο διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση αν η ως άνω ζημία του ενάγοντος ήταν ή όχι προβλεπτή, η δε ανεπάρκεια αυτή δεν καλύπτεται από την ασαφή ως προς την έννοια της φράση "δεν φέρεται ως απρόβλεπτη", από την οποία δεν μπορεί να εξαχθεί με βεβαιότητα αν το Εφετείο δέχεται με αυτήν ότι η ζημία δεν ήταν απρόβλεπτη ή ότι δεν γίνεται επίκληση του απρόβλεπτου με την αγωγή, της οποίας, όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο, αλλά περιεχόμενο της ένστασης περί παραγραφής των εναγομένων. Επιπλέον, η παραδοχή περί συμπλήρωσης ταυ χρόνου παραγραφής για την εν λόγω αξίωση αντιφάσκει προς την παραδοχή περί μη συμπλήρωσης του χρόνου αυτού για την αξίωση δαπάνης νοσηλίων, ενόψει το ότι και οι δύο αξιώσεις πηγάζουν από την ίδια αιτία, δηλαδή την, κατά τις ίδιες παραδοχές, απρόβλεπτη εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος που έλαβε χώρα περί τα μέσα Ιουλίου 2003. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω περί παραγραφής διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τον τέταρτο από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το σχετικό με την αποζημίωση του αναιρεσείοντος λόγω απώλειας των αποδοχών του συνεπεία της εκ του ατυχήματος ανικανότητας του για εργασία αίτημα, για το πέραν του έτους 2041 έως 26-3-2051, χρονικό διάστημα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297. 298 και 330 ΑΚ. Το Εφετείο σχετικά με το αγωγικό αυτό αίτημα, δέχτηκε τα εξής: Ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 26-3-1976, εάν δεν συνέβαινε το ατύχημα και ο τραυματισμός του, θα εξακολουθούσε να εργάζεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, που, κατά τα ισχύοντα κατά την άσκηση της β' αγωγής, θα θεμελίωνε δικαίωμα σύνταξης, δηλαδή μέχρι της 26-3-2041. Ως προς το πέραν αυτού διάστημα έως τη συμπλήρωση του προσδόκιμου ορίου της ηλικίας του των 75 ετών, δηλαδή μέχρι 26-3-2051, για το οποίο ο ενάγων ζητούσε επίσης διαφυγούσες αποδοχές η αγωγή είναι αβάσιμη καθόσον για το διάστημα αυτό δεν αποδείχθηκε ότι θα εργαζόταν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Η επικαλούμενη δε ασάφεια σχετικά με την παραδοχή "θα μπορούσε ενδεχομένως να ζητεί αποζημίωση για ζημία του από την εξαιτίας του τραυματισμού του μη συνταξιοδότηση του και απώλεια του αντίστοιχου ποσού αλλά δεν το ζητεί", αναφέρεται σε πλεοναστική αιτιολογία του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο λόγος αυτός και κατά τα δύο σκέλη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενώ, κατά το μέρος που η προβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναφέρεται σε πλεοναστική αιτιολογία, ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο διατύπωνε παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, σχετικά την κατ' ουσίαν απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση αποζημιώσεως όσον αφορά το πέραν του έτους 2041 χρονικό διάστημα, και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
Μετά από τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε επί του αγωγικού αιτήματος το οποίο αναφέρεται σε αποζημίωση για δαπάνη χρησιμοποίησης αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1498/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ