Supreme Court remands appealable land expropriation compensation determination due to lower court's failure to rule on specific requests.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final expropriation compensation decision, finding the lower court failed to rule on specific requests. The appellants argued that the court ignored their submissions regarding the determination of the unit compensation price for specific land parcels and accessory buildings. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different panel of judges while ordering the state to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9)(c) and 17(2) of the Constitution; The failure of a court to rule on an independent request for the determination of unit compensation price in expropriation proceedings constitutes a ground for appeal, necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 21 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 21/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) α) Χ1, β) Χ2, 2) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Καπράρα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατοικοεδρεύοντα στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 496/2002 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 2/12/2002 ανταίτηση και από 3/1/2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2601/2003 μη οριστική και 388/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 26/11/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μόνου λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οιαδήποτε μορφή αυτής, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση και η ανταίτηση για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους.
Η σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με αυτοτελή αίτηση του διαδίκου στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 69/2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, η πλήρης αποζημίωση περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία απαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, έστω και αν δεν έχουν περιληφθεί στην περί κηρύξεως της απαλλοτριώσεως απόφαση (ΟλΑΠ 5/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μόνο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες την από 3 Ιανουαρίου 2003 αίτηση, με αριθ. κατ. 90/2003 και την ανταίτηση, από 2-12-2002, που άσκησαν δια των προτάσεων, οι ήδη αναιρεσειόντες, κατά το μέρος αυτής με το οποίο ζητούσαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ως προς το απαλλοτριούμενο εδαφικό τμήμα του ακινήτου ιδιοκτησίας Χ1 και Χ2, με α/α ..., εκτάσεως 1.875 τμ, και ως προς τα επικείμενα, που αναφέρονται στο κεφάλαιο Α2, με αριθ. 1 και 2, καθώς και ως προς τα υπάρχοντα επικείμενα στο απαλλοτριωθέν τμήμα εμβαδού 149 τμ, με α/α ..., του ακινήτου του Χ3, που αναφέρονται με αριθ. ...
και .... Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δεν έκρινε κατά τούτο την αίτηση, δηλαδή δεν εχώρησε σε προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αναφορικά προς το ως άνω τμήμα του απαλλοτριούμενου ακινήτου και τα επικείμενα που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες, και μόνο για τα κεφάλαιά της που αναφέρονται παραπάνω, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης των ανωτέρω αναιρεσειόντων, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 388/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσαλονίκης μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες, και τα κεφάλαιά της, που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ