Legislator Case Law & Legislation
21/2008 AI generated

21/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 21/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

21/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : Η Ζ1 αποβίωσε το έτος 1932, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από το σύζυγό της Ζ2 και τα οκτώ τέκνα τους, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας τους.

Keywords

AI generated
rural land ownership ownerless property agricultural lease agricultural succession law property ownership forced heir
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 21 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 21/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φραντζεσκάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 28-12-1989 προσεπίκληση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 392/1997 του Εφετείου Κρήτης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1693/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης. Το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε την 699/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-2-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 25-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : Η Ζ1 αποβίωσε το έτος 1932, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από το σύζυγό της Ζ2 και τα οκτώ τέκνα τους, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας τους.

Από τότε και μέχρι το έτος 1955 ο σύζυγος της θανούσας Ζ2 νεμόταν την κληρονομιαία περιουσία αυτής για τον εαυτό του και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων, τέκνων του. Το επίδικο αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως 10.037 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση " ......." της κτηματικής περιφέρειας της τότε Κοινότητας Ακουμίων Ρεθύμνης, ήταν χέρσο και ακαλλιέργητο.

Οι πράξεις νομής που ασκούσαν στο επίδικο, το οποίο ήταν απρόσοδο, οι ανωτέρω συγκληρονόμοι ήταν κυρίως η επίβλεψή του και η εκμίσθωση αυτού σε τρίτους για την εκτροφή ζώων. Τον Αύγουστο του έτους 1955 ο ανωτέρω Ζ2 διένειμε στα οκτώ τέκνα του την κληρονομιαία περιουσία της συζύγου του και ορισμένα ακίνητα που ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητά του.

Με τη διανομή αυτή το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην ενάγουσα και στα αδέλφια της Ζ3, Ζ4 και Ζ5, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Στα υπόλοιπα αδέλφια της ενάγουσας περιήλθε με τη διανομή, πλην άλλων, ένα ακίνητο στη θέση "......." της ίδιας Κοινότητας, μικρότερης μεν έκτασης, αλλά προσοδοφόρο για την εποχή εκείνη, καθόσον παρήγαγε χαρούπια.

Για το ότι με τη διανομή αυτή περιήλθε το επίδικο ακίνητο και στην ενάγουσα είναι σαφείς και κατηγορηματικές οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης αδελφών της, οι οποίοι συμμετείχαν στη διανομή είτε αυτοπροσώπως, είτε εκπροσωπούμενοι από τους συζύγους ή τον πατέρα τους. Τη συγκυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο συνομολογούν οι από τους εναγομένους προσεπικληθέντες δικαιοπάροχοί τους, αδελφοί της ενάγουσας.

Μετά την ως άνω διανομή οι ασκούμενες στο επίδικο, που κατά το μεγαλύτερο τμήμα του ήταν χέρσος αγρός, πράξεις νομής ήταν οι επισκέψεις και η επίβλεψη αυτού από τις επιβουλές τρίτων. Τις πράξεις αυτές κυρίως ασκούσε, για λογαριασμό των παραπάνω τεσσάρων συννομέων, τέκνων του, ο Ζ2 μέχρι το έτος 1969 που αποβίωσε.

Μικρά τμήματα του επιδίκου τα καλλιεργούσαν με κηπευτικά εκείνοι από τους συννομείς που διέμεναν στην Κοινότητα Ακουμίων, με την άδεια των λοιπών, χωρίς ποτέ να εκδηλωθεί βούληση από μέρους αυτών να νέμονται αποκλειστικά το τμήμα που καλλιεργούσαν. Έτσι τεκμαίρεται ότι καθένας από τους συννομείς του επιδίκου, με τις πράξεις του αυτές, νεμόταν το επίδικο και για λογαριασμό των λοιπών συγκοινωνών, μεταξύ των οποίων ήταν και η ενάγουσα.

Ενόψει αυτών η ενάγουσα κατέστη συγκυρία του επιδίκου ακινήτου, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Οι εναγόμενοι για τη θεμελίωση της ένστασής τους ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, ισχυρίσθηκαν ότι με την άτυπη διανομή που έγινε το έτος 1955 το επίδικο περιήλθε μόνο στα τρία αδέλφια Ζ5 ( πρώτη εναγομένη), Ζ4 και Ζ3(προσεπικληθέντες από τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους), κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Ότι έκτοτε αυτοί νέμονταν και κατείχαν από κοινού, με διάνοια κυρίου, το επίδικο ακίνητο και έτσι κατέστησαν συγκύριοι τούτου με έκτακτη χρησικτησία. Ότι από τους συγκύριους αυτούς οι Ζ3 και Ζ4, μεταβίβασαν τα ανήκοντα σ' αυτούς ιδανικά μερίδια, με το υπ' αριθμ. .......... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζωγραφάκη, με αιτία την πώληση, στους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, οι οποίοι συνέχισαν να κατέχουν και να νέμονται το επίδικο και έτσι κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι αυτού, κατά τα μεταβιβασθέντα σ' αυτούς ποσοστά, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και πρωτοτύπως με χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής τους και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Ο ισχυρισμός , όμως, αυτός των εναγομένων, ενόψει των παραπάνω περιστατικών που αποδείχθηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο περιήλθε με τη ρηθείσα άτυπη διανομή του έτους 1955, στην ενάγουσα και τους συγκληρονόμους αδελφούς της Ζ3, Ζ4 και Ζ5, οι οποίοι ουδέποτε μέχρι την άσκηση της αγωγής αντιποιήθηκαν τη νομή της ενάγουσας σ' αυτό και συνεπώς οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και όχι κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, όπως αυτοί ισχυρίζονται.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία και ότι επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διεκδικήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, κατά το ως άνω ποσοστό, δεν έσφαλε.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, τόσο της απόκτησης της συγκυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, όσο και της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την κτήση αποκλειστικής κυριότητας στο επίδικο από τους αναιρεσείοντες εναγομένους με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου για την ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως στοιχείου της κληρονομίας της αποβιώσασας κατά το έτος 1932, αρχικής ιδιοκτήτριας αυτού, Ζ1, για την περιέλευση της νομής του επιδίκου, με βάση τη γενόμενη κατά το έτος 1955, μεταξύ όλων των κληρονόμων αυτής, άτυπη διανομή της κληρονομίας της, στα προαναφερόμενα τέσσερα τέκνα της, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη ενάγουσα, και για την άσκηση έκτοτε της επ' αυτού νομής από τα εν λόγω τέκνα μέσω του πατέρα τους Ζ2 μέχρι το έτος 1969 και μετά το έτος αυτό και μέχρι το έτος 1986 μέσω εκείνων από τους συννομείς αδελφούς που διέμεναν στην Κοινότητα Ακουδίων, περιστατικά που, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, απέκλειαν την άσκηση κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αποκλειστικής νομής στο επίδικο από την πρώτη εναγόμενη και τους δικαιοπαρόχους των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων, και, συνεπώς, την απόκτηση από αυτούς αποκλειστικής κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση ιδίας αυτών κυριότητας επί του επιδίκου, την οποία πρόβαλαν προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθμούς 11 περ.γ' και 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, αφενός ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα το υπ' αριθμ. ......... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ζωγραφάκη και αφετέρου ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συμβολαίου τούτου, είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-2-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 699/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ