21/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated21/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, αν από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Full text
Απόφαση 21 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 21/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΡΑΒΕΛ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζωητό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2275/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5089/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 335, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, αν από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι ενάγοντες ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους να υποχρεωθεί η εναγομένη, η οποία είχε προσλάβει τον πρώτο από αυτούς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο της ως ηλεκτροτεχνίτης, να καταβάλει σ' αυτόν τις αναφερόμενες διαφορές αποδοχών με βάση τις Σ.Σ.Ε.
των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων όλης της χώρας. Προς απόδειξη της αγωγής τους και ειδικότερα της συμβατικής εφαρμογής των διατάξεων αυτών οι ενάγοντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο Εφετείο, μεταξύ άλλων και α) την 10518/22-5-2000 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, β) τα πρακτικά της δίκης επί προηγούμενης αγωγής του πρώτου ενάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η 2548/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) εκκαθαριστικό μισθοδοσίας αυτού για το μήνα Μάϊο 1982, και δ)εκκαθαριστικό μισθοδοσίας του ίδιου για το Μάϊο 1977, από τα οποία προέκυπτε ότι επί σειρά ετών εφαρμόζονταν οι ειδικές ρυθμίσεις των ως άνω Σ.Σ.Ε.
Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την έλλειψη της επικαλούμενης συμφωνίας περί εφαρμογής των Σ.Σ.Ε.
που αφορούσαν τους ηλεκτροτεχνίτες καταστημάτων, προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος, κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο, διότι αιτιολόγησε πλημμελώς το πόρισμά του, ότι οι διάδικοι δεν συνήψαν συμφωνία για την εφαρμογή των Σ.Σ.Ε. των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων όλης της χώρας, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται οι αποδιδόμενες πλημμέλειες.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο ανέγνωσε λανθασμένα το έγγραφο και αν στήριξε αποκλειστικά ή προεχόντως σ'αυτό την κρίση του για το αποδεικτέο γεγονός.
Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22-5-1985 ομαδικής αγωγής, διότι δέχθηκε ότι αυτή ασκήθηκε με σκοπό να εφαρμοσθούν οι επίδικες ρυθμίσεις για πρώτη φορά, ενώ από το περιεχόμενο της αγωγής, είτε μόνο του, είτε σε συνδυασμό προς το από 4-2-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό προέκυπτε ότι οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονταν επί σειρά ετών.
Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναγράφεται το ακριβές περιεχόμενο της εν λόγω αγωγής, ούτε ότι το δικαστήριο στήριξε το πόρισμά του για την έλλειψη συμφωνίας περί εφαρμογής των επικαλουμένων Σ.Σ.Ε. αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο και συνεπώς ο ως άνω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566, παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το oποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, για καταβολή μισθολογικών διαφορών με βάση τις διατάξεις των Σ.Σ.Ε.
που ίσχυσαν κατά έτη 1992-1994 για τους ηλεκτροτεχνίτες καταστημάτων κλπ. όλης της χώρας- παραβίαση του Ν. 1876/1990, διότι δέχθηκε το Εφετείο, ως ισχύουσα καθ' όλη την ένδικη περίοδο, τη Δ.Α. 13/1990, παρότι έπρεπε να δεθεί ότι ίσχυαν οι από 23-6-1992, 9-11-1993 και 22-7-1994 Σ.Σ.Ε. για τους ηλεκτροτεχνίτες καταστημάτων κλπ. όλης της χώρας.
Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίος πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 5089/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ