Legislator Case Law & Legislation
219/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on damages for moral harm in civil dispute.

Case Number 219/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four defendants against the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Thrace. The lower court had awarded the plaintiff 1,500 euros each from the defendants as compensation for moral harm based on a series of notarized documents and sworn statements. The Court upheld this decision, finding no grounds for the appeal and ordering the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals against final judgments to ensure no legal error exists, dismissing them when the lower court's assessment of evidence and application of law are correct.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment moral harm damages notarized documents evidence legal costs award civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 336 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 219 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 219 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Χ. του Α. , κατοίκου ... , 2) Μ. Χ. του Γ. , κατοίκου ... , 3) Δ. Μ. του Σ. , κατοίκου ... , 4) Α. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσελεμπή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ. του Μ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Παυλίνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/6/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθ. 100/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων η με αριθ. κατάθ. 33/2020 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων και η με αριθ.

κατάθ. 10/2021 έφεση του τρίτου εναγομένου κατά του ενάγοντος και κατά της με αριθ. 87/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων, είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι καθένας των εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που του προκάλεσαν από άδικη πράξη, ενώ την απέρριψε κατά το μέρος που η πρωτοβάθμια απόφαση την είχε δεχθεί ως προς τον τρίτο εναγόμενο και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωσή του να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ, με βάση έτερη άδικη πράξη, ως προς το οποίο (μέρος) δεν αναιρεσιβάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

I. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361, 362 (ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 136 περ. α) του ν. 5090/2024), 363 ΠΚ (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015).

Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ (ως τούτο ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 136 περ. α) του ν. 5090/2024), που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο, γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017).

Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1 ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.

Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ) και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 972/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1γ' ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με τον δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 792/2020, 2049/2017).

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 120/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006, ΑΠ 135 /2021).

III. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 798/2010, ΑΠ 22/2005). Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ , πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς κατά το νοηματικό περιεχόμενο του λόγου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 914 επ.

ΑΚ και 362 ΠΚ, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ως ουσιαστικά βάσιμη, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ, αν εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές, θα απέρριπτε την έφεση του αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Πιο συγκεκριμένα, κρίνοντας ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν το αδίκημα της δυσφήμησης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ότι συνακόλουθα προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος παράνομα και υπαίτια, έκρινε βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση και, ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, έκρινε εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του τελευταίου, ενώ έπρεπε να μην τις εφαρμόσει και να απορρίψει την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι έλαβαν χώρα δεν πληρούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο επί του κρινόμενου πρώτου λόγου αναίρεσης μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (ΚΤΕΛ) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ N. ΔΡΑΜΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Δράμα, ενώ o ενάγων ήταν μέλος και Πρόεδρος του ΔΣ μέχρι το Μάιο του έτους 2007. Συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθμόν .../2004 πρακτικού του ΔΣ της ανωτέρω εταιρίας συγκροτήθηκε εκ νέου σε σώμα το ΔΣ, κατόπιν παραιτήσεως μελών και ορίσθηκε o ενάγων ως Πρόεδρος, o πρώτος εναγόμενος Θ.

Χ. Αντιπρόεδρος, o δεύτερος και τρίτος των εναγομένων Μ. Χ. , Δ. Μ. και o Θ. Κ. , μη διάδικος στην παρούσα δίκη, μέλη του ΔΣ. Η θητεία του ΔΣ ορίσθηκε έως 30.6.2007 (βλ. υπ' αριθμ. ...2004 ΦΕΚ). Στις 8.2.2006 συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση και εξέλεξε νέο Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα και ορίσθηκε και πάλι o ενάγων ως Πρόεδρος, o πρώτος εναγόμενος Θ.

Χ. Αντιπρόεδρος και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων Μ. Χ. , Δ. Μ. και Α. Μ. , μέλη του ΔΣ. Η θητεία του ΔΣ ορίσθηκε 3ετής δυνάμενο να παραταθεί μέχρι τη σύγκληση τακτικής γενικής συνέλευσης (βλ. υπ' αριθμ. ...2006 ΦΕΚ). Ακολούθως στις 24.5.2007, ανασυγκροτήθηκε σε σώμα εκ νέου το ΔΣ ύστερα από αίτηση - δήλωση των εναγομένων προς τον Πρόεδρο του ΔΣ και ενάγοντα, για το υπόλοιπο της θητείας του, δηλαδή μέχρι 30.6.2009.

Η νέα σύνθεση ορίσθηκε ως εξής : O πρώτος εναγόμενος Θ. Χ. ως Πρόεδρος, o δεύτερος εναγόμενος Μ. Χ. , Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο ενάγων και οι λοιποί εναγόμενοι Δ. Μ. και Α. Μ. ορίσθηκαν ως μέλη του ΔΣ. (βλ. υπ' αριθμόν ....2007 ΦΕΚ). Στο τέλος δε του έτους 2007, o ενάγων μεταβίβασε το ΔΧ όχημά του και αποχώρησε οριστικά από την εταιρία, ενώ οι εναγόμενοι παραμένουν μέχρι και σήμερα στη διοίκηση αυτής (βλ.

υπ' αριθμόν ...2008 και ...2011 ΦΕΚ). H "ΚΤΕΛ Ν. ΔΡΑΜΑΣ ΑΕ", όπως και όλες οι ανώνυμες ΚΤΕΛ ανά την Ελλάδα είναι ιδιόμορφες ανώνυμες εταιρίες και συγκεκριμένα οι μέτοχοι - λεωφορειούχοι δεν μεταβιβάζουν την κυριότητα τω οχημάτων τους στην εταιρία, αλλά τα μισθώνουν σε αυτή και βαρύνονται με τις δαπάνες συντήρησης, καυσίμων, οδηγών και γενικά όλων των δαπανών που απαιτούνται για την κίνηση και την συντήρησή τους.

Η λειτουργία της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Νομού Δράμας Α.Ε.", όπως και όλων των ΚΤΕΛ διέπεται ήδη, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις του v. 2190/1920 και του v. 2963/2001. Στο άρθρο 13 του τελευταίου προβλέπεται η υποχρέωση του ΚΤΕΛ για υποχρεωτική εισφορά ποσοστού 5% επί των ετησίων ακαθαρίστων εισπράξεων. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 13, προβλέπεται ότι: 1.

Για την ανανέωση των λεωφορείων και την υλοποίηση έργων υποδομής αστικών και υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ. , καθώς την ενίσχυση των ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ. , επιβάλλεται εισφορά πέντε τοις εκατό (5%) επί του συνόλου των ετήσιων ακαθάριστων εισπράξεων των αστικών και υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ. Ειδικότερα: α. Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό, ο οποίος συνιστάται στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Η λειτουργία του ειδικού αυτού λογαριασμού και κάθε άλλη λεπτομέρεια θα καθοριστούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Οικονομικών. Από το ανωτέρω ποσό το ογδόντα τοις εκατό (80%) τουλάχιστον διατίθεται αποκλειστικά για την ενίσχυση ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ και το υπόλοιπο δύναται να διατεθεί για μελέτες και έργα εκσυγχρονισμού των Κ.Τ.Ε.Λ.

β. Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό εκάστου Κ.Τ.Ε.Λ. , και διατίθεται αποκλειστικά για την ανανέωση του στόλου, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του παρόντος. γ. Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) τηρείται σε ειδικό λογαριασμό εκάστου Κ.Τ.Ε.Λ., με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού του Κ.Τ.Ε.Λ., ιδίως σταθμών ή πρακτορείων άφιξης και αναχώρησης λεωφορείων, σταθμών στέγασης και συντήρησης, μηχανοργάνωσης, κατασκευής εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης και πληροφόρησης κοινού.

δ. Τα ποσά των περιπτώσεων β' και γ' της παρούσας παραγράφου δύνανται να μεταφέρονται από τον ένα λογαριασμό στον άλλον, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Κ.Τ.Ε.Λ., ανάλογα με τις ανάγκες και τον προγραμματισμό κάθε Κ.Τ.Ε.Λ. 2. Η εισφορά της παραγράφου 1 καταβάλλεται ανά τρίμηνο και το αργότερο εντός των επόμενων τριών μηνών από τη λήξη του, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2002.

Για την είσπραξη των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 του παρόντος ενισχύσεων, οι δικαιούχοι οφείλουν να αποδείξουν ότι κατέβαλαν εμπροθέσμως την ως άνω εισφορά. Σε περίπτωση μη καταβολής της εισφοράς της παραγράφου 1α, το ποσό αυτής καταλογίζεται σε βάρος του υπόχρεου Κ.Τ.Ε.Λ. και βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο, που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. 3.

Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών τίθενται τα κριτήρια καθορισμού των ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ. , η διαδικασία επιβολής, είσπραξης και διάθεσης της εισφοράς, ο τρόπος κατάθεσης και αξιοποίησης αυτής, η διαδικασία ελέγχου κατάθεσης και αξιοποίησης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Στο άρθρο 3 της εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 13 του v. 2963/2001 ΥΑ υπ' αριθ. ...2003 "Διαδικασία λειτουργίας του ειδικού λογαριασμού 5% του άρθρου 13Β του v. 2963/2001" προβλέπεται ότι : α. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς, που αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης 1α του άρθρου 13 της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για την ενίσχυση των ασθενέστερων ΚΤΕΛ και την εκπόνηση μελετών και τη δημιουργία έργων εκσυγχρονισμού των συγκοινωνιακών φορέων, κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό, η σύσταση του οποίου έγινε με την Απόφαση ...-2002 (B 327) του Υπουργού Οικονομίας & Οικονομικών και η λειτουργία του προβλέπεται από την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών της περιπτώσεως α' της παραγράφου 1 του v. 2963/2001 (A 268).

Ήδη, δυνάμει του v. 3697/2008 και της απόφασης ...2008 του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών τα Έσοδα καταργηθέντος εδικού λογαριασμού Υπ. Μεταφορών και Επικοινωνιών "Ε.Λ. εισφοράς 1% του άρθρου 13 του v.2963/01 για οικονομική ενίσχυση και εκσυγχρονισμό των ΚΤΕΛ" εγγράφονται στον κώδικα κατάταξης εσόδων και εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού υπό τον κωδικό ...

β. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς που αντιστοιχούν σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης β της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων, κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στο όνομα του προσώπου του κάθε συγκοινωνιακού φορέα, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της επιλογής του.

Ο παραπάνω λογαριασμός θα φέρει την ονομασία "Ατομικός λογαριασμός εισφοράς 3% του άρθρου 13 (παράγραφος 1 β) του v. 2963/2001 για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων". γ. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς που αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης γ, της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στο όνομα του νομικού προσώπου του κάθε συγκοινωνιακού φορέα, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της επιλογής του.

Ο παραπάνω λογαριασμός θα φέρει την ονομασία "Ατομικός λογαριασμός εισφοράς 1% του άρθρου 13 (παράγραφος 1 Υ) του v. 2963/2001 για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού". Στο άρθρο 2 παρ. 3 της ίδιας ΥΑ προβλέπεται ότι όλοι οι αναφερόμενοι στην ίδια απόφαση συγκοινωνιακοί φορείς υποχρεούνται να ανοίξουν άμεσα τους παραπάνω λογαριασμούς και να κοινοποιήσουν ταυτόχρονα στις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, όπου η έδρα τους και στη Διεύθυνση Επιβατικών Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, το όνομα του πιστωτικού ιδρύματος και τους αριθμούς των αντίστοιχων λογαριασμών.

Με το άρθρο 4 της ίδιας ΥΑ o έλεγχος κατάθεσης των εισφορών στους δύο ατομικούς λογαριασμούς που τηρεί κάθε συγκοινωνιακός φορέας ανατίθεται στην αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας) της έδρας του. Επιπλέον, ορίζεται ότι κάθε συγκοινωνιακός φορέας υποχρεούται να υποβάλει ανά τρίμηνο το αποδεικτικό κατάθεσης των εισφορών που αντιστοιχούν στους δύο αυτούς λογαριασμούς, συνοδευόμενο με κατάσταση των εισπράξεων που αντιστοιχούν σε αυτούς δεόντως υπογεγραμμένη.

Η αρμόδια υπηρεσία ελέγχει το εμπρόθεσμο των καταθέσεων και το ύψος του προς κατάθεση ποσού συγκρίνοντάς το με τις αντίστοιχες εισπράξεις. Ο έλεγχος για την αξιοποίηση της εισφοράς των δύο ατομικών λογαριασμών πραγματοποιείται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής (ήδη Περιφέρειας) της έδρας του με την προσκόμιση των απαραιτήτων αποδεικτικών στοιχείων για την πιστοποίηση υλοποίησης αυτών από κάθε συγκοινωνιακό φορέα.

Μέτοχοι της εταιρίας μετά τη διεξαγωγή των εκλογών της 20.08.2011 για την ανάδειξη των μελών του νέου διοικητικού συμβουλίου, υπέβαλαν την υπ' αριθ. πρωτ. ...2011 αίτηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, το οποίο συγκροτείτο από τους εναγόμενους, ζητώντας τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις και να δοθούν απαντήσεις, μεταξύ άλλων, για το ζήτημα της τήρησης του άρθρου 13 του v. 2963/2001, με τη συσσώρευση χρηματικών ποσών στους προβλεπόμενους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Επί της αιτήσεως αυτής, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και ήδη πρώτος εναγόμενος απάντησε αρνητικά, ζητώντας από τους μετόχους να επανέλθουν εκ νέου λόγω ανακριβούς αναφοράς των θεμάτων ημερήσιας διάταξης που επιθυμούσαν να συζητηθούν, οι οποίοι, στη συνέχεια, την 12.12.2011, απέστειλαν έγγραφο προς την εποπτεύουσα υπηρεσία της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας Δράμας, το οποίο κοινοποίησαν και στη Διεύθυνση Επιβατικών Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, στο οποίο αναφέρουν ότι η διοίκηση δεν τηρεί τις ως άνω διατάξεις για τις εισφορές των περιπτώσεων 1β' και 1γ' της παρ. 3 του άρθρου 13 του v. 2963/2001 και ότι τα σχετικά χρηματικά ποσά χρησιμοποιήθηκαν για αλλότριους σκοπούς.

Η Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Δράμας, με τη σειρά της, με το υπ' αριθμ. ...2011 έγγραφό της, απάντησε ότι δεν έχουν κατατεθεί τα παραστατικά κατάθεσης των ειδικών λογαριασμών πρώτου, δευτέρου και τρίτου τριμήνου 2011, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 της ΥΑ .../2003. Στον ισολογισμό της 31.12.2011 διαπιστώθηκε ότι υπάρχει εγγραφή ποσού 971.937,04 ευρώ που αναφέρεται στα ειδικά αποθεματικά του άρθρου 13 του v. 2963/2001.

Στον ίδιο ισολογισμό αναφέρεται ότι στην αντίστοιχη εγγραφή της προηγηθείσης χρήσης (2010) το εν λόγω ποσό ανερχόταν στο ύψος των 752.432,47 ευρώ. Ακολούθως, κατατέθηκε από τους Σ. Μ. και Κ. Ε. , αρχικά η από 23.01.2012 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας κατά παντός υπευθύνου, για το αδίκημα της υπεξαίρεσης των εισφορών των περιπτώσεων β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του v. 2963/2001 και εν συνεχεία, η από 15.04.2013 συμπληρωματική μηνυτήρια αναφορά.

Βάσει αυτών ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των εναγομένων για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης και της απιστίας και διατάχθηκε η διενέργεια κυρίας ανάκρισης. Στα πλαίσια της αντιδικίας που ξέσπασε μεταξύ των μετόχων της εταιρίας, ασκήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, από τους μετόχους Ι. Λ. , Κ. Ε. , Κ.

Κ. , Ε. Κ. , Σ. Μ. , Ι. Λ. και Γ. Κ. κατά της "ΚΤΕΛ Ν. ΔΡΑΜΑΣ η υπ' αριθμόν εκθ. κατ. .../2013 αγωγή, με αίτημα την ακύρωση της απόφασης της Γ.Σ. της 29.6.2013. Οι εδώ εναγόμενοι από την πλευρά τους, κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, την από 26.5.2017 αγωγή τους σε βάρος του ενάγοντος Α. Ζ. , Ι. Λ. , Κ. Ε. , Κ. Κ. , Ε. Κ. , Σ.

Μ. , Ι. Λ. και Γ. Κ. , Ι. Α. , με αίτημα την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ένεκα προσβολής της προσωπικότητάς τους. Οι εναγόμενοι στα ως άνω δικόγραφα περιέλαβαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς τους : α) Στο από 12.1.2005 κοινό απολογητικό υπόμνημα προς τον Ανακριτή Δράμας, στα πλαίσια της διενεργηθείσας ανάκρισης, για την αποδιδόμενη με βάση τις προαναφερόμενες μηνυτήριες αναφορές πράξη της απιστίας, ισχυρίσθηκαν, στην 1η και στη 2η σελίδα αυτολεξεί "...Κατόπιν της από ...2012 μηνυτήριας αναφοράς των Σ.

Μ. και Κ. Ε. εναντίον μας, ως μελών του Δ.Σ της ΑΕ ΚΤΕΛ ΔΡΑΜΑΣ και των συμπληρωματικών υπομνημάτων-αναφορών τους που ακολούθησαν, οι οποίες είναι ψευδείς και συκοφαντικές και χαρακτηρίζονται από κενά ασυμβατότητες, λογικές, νομικές, ουσιαστικές και αποδεικτικές εκφράσεις, αυθαίρετες κατασκευές και συλλογισμούς και αντιφάσεις και σε κάθε περίπτωση είναι αναπόδεικτες, ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον μας για την πράξη της υπεξαίρεσης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εμπιστευμένου λόγω της ιδιότητάς μας ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, με το συνολικό αντικείμενο της πράξης να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Κατόπιν ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΜΑΣ που υποβλήθηκε με τις από 18.9.2012 έγγραφες εξηγήσεις μας, προς την Πταισματοδίκη Δράμας (βλ. σελ. 10, δεύτερη παράγραφο), o Ανακριτής Δράμας με την με αριθμό .../2014 διάταξή του, διέταξε ορθά τη διεξαγωγή οικονομοτεχνικής πραγματογνωμοσύνης διορίζοντας ως πραγματογνώμονα τον οικονομολόγο - λογιστή Γ.

Π. , επί συγκεκριμένων-ουσιωδών ζητημάτων, που σχετίζονται με την ερευνώμενη υπόθεση. Ο άνω πραγματογνώμονας, αφού έλεγξε όλα τα οικονομικά στοιχεία που απαιτούντο, διαπίστωσε τα εξής: 1.- ΟΤΙ ΟΤΑΝ αναλάβαμε τη διοίκηση της Α.Ε. ΚΤΕΛ ΔΡΑΜΑΣ, ενώ στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Ειδικών Αποθεματικών έπρεπε να είναι κατατεθειμένα ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (στην οποία παρεμπιπτόντως συμμετείχαν αυτοί που υποκινούν την κρινόμενη υπόθεση, μαζί με τους μηνυτές μας), ποσό 298.381,15 Ευρώ, ήταν κατατεθειμένο ποσό 7.475,34 Ευρώ, δηλαδή 288.905,81 Ευρώ ΛΙΓΟΤΕΡΑ.

Καταλήγουμε δε στο συμπέρασμα ότι κατά την ανάληψη των καθηκόντων μας δεν παραλάβαμε σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά ίσα με τα ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΑ αποθεματικά που ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ το άρθρο 123 N. 2963/2001, αλλά ΚΑΤΑ 288.905,81 Ευρώ ΛΙΓΟΤΕΡΑ (βλ. σελίδα πραγματογνωμοσύνης) κι επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό μας, ότι ΛΟΓΟΙ ΤΑΜΕΙΑΚΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ ΕΠΕΒΑΛΑΝ ΤΟΣΟ ΣΤΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΙΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ, ΤΗ ΜΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩ ΠΟΣΟΥ ΣΤΟΥΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ, σύμφωνα με το νόμο και ότι κάθε φορά που απαιτείτο δαπάνη από αυτές που επέβαλαν τη δημιουργία των άνω ειδικών αποθεματικών, κατατίθεντο τα ποσά αμέσως πριν στους σχετικούς λογαριασμούς κι ακολουθούσε άμεσα η ανάληψη των αντίστοιχων ποσών για την ανανέωση του στόλου, τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και γενικά για την εκπλήρωση των σκοπών των αποθεματικών

(βλ.6η σελίδα πραγματογνωμοσύνης, 2η παράγραφος)..." β) Στις από 18.4.2016 έγγραφες εξηγήσεις τους που κατέθεσαν από κοινού ενώπιον του κ. Πταισματοδίκη Δράμας στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης, κατόπιν της με αριθμό .../2016 Εισαγγελικής παραγγελίας, προς διερεύνηση των αδικημάτων της ψευδορκίας πραγματογνώμονα (άρθρο 226 παρ.1 ΠΚ) και ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, στην 3η σελίδα, ισχυρίσθηκαν αυτολεξεί "Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας με την παρακολούθηση και του ανωτέρω τεχνικού συμβούλου των εγκαλούντων, έπειτα από ενδελεχή έλεγχο των οικονομικών και λογιστικών στοιχείων της εταιρίας μας, αποφάνθηκε επί των παραπάνω καίριων ζητημάτων, ότι η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΜΑΣ ΔΕΝ ΠΑΡΕΛΑΒΕ κατά την ανάληψη των καθηκόντων της σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά ίσα με τα αφορολόγητα αποθεματικά που προβλέπει το άρθρο 13 Ν. 2963/2001 (βλ.

προς το τέλος της 5ης σελίδας της πραγματογνωμοσύνης), ότι το ποσό των 971.937,04 ευρώ αποτελεί λογιστική εγγραφή για τον σχηματισμό αφορολόγητου αποθεματικού της εταιρίας από την ίδρυσή της έως της 31.12.2011 και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του άρθρου 13 του νόμου δεν θα έπρεπε να έχουν το ανωτέρω ποσό αλλά αυτό που αναφέρεται ανωτέρω, δηλαδή 137.418,49 (με βάση το αποθεματικό του 2007 και τον έλεγχο για τις χρήσεις 2008 έως 2011.

Σε κάθε περίπτωση τα χρήματα δεν κατατέθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του 3% και 1% αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν έλαβε χώρα (ελλείψει προηγούμενης κατάθεσης) υπεξαίρεση του ποσού αυτού (βλ. στο τέλος της 9ης σελίδας..).." Γ) στις από 25.08.2015 προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας επί της υπ' αριθμόν εκθ.

κατ. .../2013 αγωγής, στη 2η σελ. αυτών ισχυρίσθηκαν ότι "....Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, αφού έλεγξε όλα ανεξαιρέτως τα οικονομικά στοιχεία που απαιτούνται, διαπίστωσε τα ακόλουθα: 1. -ΟΤΙ ΟΤΑΝ αναλάβαμε τη διοίκηση της ΚΤΕΛ Ν ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε., ενώ στους τραπεζικούς λογαριασμούς των ειδικών αποθεματικών έπρεπε να είναι κατατεθειμένο ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (στην οποία παρεμπιπτόντως συμμετείχαν αυτοί που υποκινούν την κρινόμενη υπόθεση μαζί με τους- ενάγοντες) ποσό 296.381,15 ευρώ), ήταν κατατεθειμένο ποσό 7.475,34 ευρώ, δηλαδή 288.905,81 Ευρώ λιγότερα.

Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι κατά την ανάληψη των καθηκόντων μας, δεν παραλάβαμε σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά ίσα με τα αφορολόγητα αποθεματικά που προβλέπει το άρθρο 13 N. 2963/2001, αλλά ΚΑΤΑ 288.905,81 ευρώ ΛΙΓΟΤΕΡΑ...". δ) Στην υπ' αριθμόν εκθ. κατ. .../2017 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, ισχυρίσθηκαν στις σελ. 2 και 3 τα εξής "...Ο ένατος από τους εναγόμενους που είναι σήμερα συνταξιούχος μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2007 ήταν μέτοχος στην πιο πάνω Εταιρία μας ενώ από το έτος 2003 μέχρι και τον μήνα Μάιο του έτους 2007 διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της.

Έκτοτε o ένατος από τους εναγόμενους, επειδή θεώρησε ότι εμείς οι ενάγοντες τον εκδιώξαμε από Πρόεδρο του Δ.Σ. της πιο πάνω εταιρίας μας ορκίστηκε, ότι θα κάνει τα πάντα για να εκδιώξει όλους εμάς από τη Διοίκηση της εταιρίας μας και στη συνέχεια έγινε γνωστό σε όλους τους μετόχους της.........". Ως προς τη βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών, λεκτέα τα εξής :

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στη διοίκηση της "ΚΤΕΛ ΔΡΑΜΑΣ ΑΕ", τουλάχιστον από το έτος 2004 που προσκομίζονται τα αντίστοιχα ΦΕΚ και δύναται να ελεγχθεί από το Δικαστήριο, ήταν ο ενάγων ως Πρόεδρος, ο πρώτος εναγόμενος ως Αντιπρόεδρος και οι λοιποί εναγόμενοι ως μέλη του ΔΣ (ο τέταρτος εναγόμενος από 8.2.2006). Η σύνθεση αυτή παρέμενε ως ανωτέρω, μέχρι 5.6.2007, οπότε και κατόπιν απαίτησης των εναγομένων για αποχώρηση του ενάγοντος από την Προεδρία του Δ.Σ. , έγινε ανασυγκρότηση αυτού, και ορίσθηκε Πρόεδρος ο πρώτος εναγόμενος Θ.

Χ. , o δεύτερος εναγόμενος Μ. Χ. , Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος o ενάγων και οι λοιποί εναγόμενοι Δ. Μ. και Α. Μ. ορίσθηκαν ως μέλη του ΔΣ, ενώ τέλη του έτους 2007 αποχώρησε οριστικά ο ενάγων τόσο από το ΔΣ όσο και από μέτοχος της εταιρίας. Περαιτέρω, στα πλαίσια της διενεργηθείσης ανάκρισης επί των ανωτέρω μηνυτήριων αναφορών, ο Ανακριτής Δράμας, με τη με αριθμό .../2014 Διάταξή του, διέταξε τη διενέργεια οικονομοτεχνικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία διεξήχθη από τον Οικονομολόγο - Λογιστή Γ.

Π. , επί των εξής ερωτημάτων : Α) αν οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν στα ταμεία της επιχείρησης ή σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 του Ν. 2963/2001 Β) το αναγραφόμενο στον ισολογισμό ποσό αποθεματικού των 971.937,04 ευρώ αποτελεί εγγραφή χωρίς αντίκρισμα ήτοι χωρίς να έχει γίνει ποτέ η παρακράτησή του από τα ακαθάριστα έσοδα;

Γ) από την αντιπαραβολή των εισπράξεων και των ποσών που τυχόν διατέθηκαν σύννομα για αναγκαίες δαπάνες και για μερίσματα των μέτοχων, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της Α.Ε. ανακύπτει έλλειμμα και δη της τάξεως του ανωτέρω ποσού;". Ο διορισθείς πραγματογνώμονας, επί των ανωτέρω ερωτημάτων, έπειτα από έλεγχο των οικονομικών και λογιστικών στοιχείων της εν λόγω εταιρείας, την 04.11.2014 αποφάνθηκε : 1) επί του με στοιχείο Α ζητήματος ότι "δεν παρέλαβαν κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά ίσα με τα αφορολόγητα αποθεματικά που προβλέπει το άρθρο 13 Ν. 2963/2001", 2) επί του με στοιχείο Β ζητήματος ότι "το ποσό των 971.937,04 ευρώ αποτελεί λογιστική εγγραφή για τον σχηματισμό αφορολόγητου αποθεματικού της εταιρείας από την ίδρυσή της έως τις 31.12.2011 και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του άρθρου 13 του νόμου δεν θα έπρεπε να έχουν το ανωτέρω ποσό αλλά αυτό που αναφέρεται ανωτέρω, δηλαδή 137.418,49 ευρώ (με βάση τα αποθεματικά του 2007 και τον έλεγχο για τις χρήσεις 2008 έως 2011 που εγώ διενήργησα).

Σε κάθε περίπτωση τα χρήματα δεν κατατέθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του 3% και 1% αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν έλαβε χώρα (ελλείψει προηγούμενης κατάθεσης) υπεξαίρεση του ποσού αυτού" και 3) επί του με στοιχείο Γ ζητήματος ότι "δεν υφίσταται λογιστικό έλλειμμα από τα βιβλία της ανώνυμης εταιρείας, τα οποία είναι αυτά που απεικονίζουν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας".

Επί της ασκηθείσας ποινικής διώξεως, εκδόθηκε το με αριθμό ...2015 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Δράμας, με το οποίο οι εναγόμενοι απαλλάχθηκαν της κατηγορίας της υπεξαίρεσης και στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα : " Οι ίδιοι (οι εδώ εναγόμενοι) - δεν ιδιοποιήθηκαν ξένη περιουσία... Συνεπεία όλων των ανωτέρω δεν προκύπτουν ενδείξεις που να δικαιολογούν την παραπομπή των κατηγορουμένων για το έγκλημα της υπεξαίρεσης τελεσθείσας από κοινού κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας..." και παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, για το αδίκημα της απιστίας.

Το τελευταίο με την υπ' αριθμόν 208/2017 απόφαση του η οποία κατέστη αμετάκλητη (βλ. υπ' αριθμόν .../2018 πιστοποιητικό της γραμματέως του Εφετείου Θράκης) κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους-εναγόμενους για το αδίκημα της απιστίας ως προς τη διαχείριση κονδυλίων της εταιρίας, με το σκεπτικό ότι δεν υπερέβησαν τα όρια επιτρεπτής έννομης δράσης τους, αλλά αντιθέτως προέβησαν σχετικά με τις ανωτέρω προκαταβολές σε επιβεβλημένες για τους ίδιους ενέργειες για την αντιμετώπιση της σοβαρής οικονομικής δυσπραγίας, που αντιμετώπιζαν οι μέτοχοι της εταιρίας για την εξυπηρέτηση τελικώς των συμφερόντων αυτών.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι ασκήθηκε από την "ΚΤΕΛ Ν. ΔΡΑΜΑΣ" η από 23.4.2013 αγωγή κατά των εναγομένων, για την επιστροφή του ποσού των 971.937 ευρώ που αφορά το συνολικό ύψος των εισφορών που έπρεπε βάσει του νόμου να τοποθετούνται στους ειδικούς λογαριασμούς της ανώνυμης εταιρίας τα έτη 2008 έως 2012, ήτοι μετά την αποχώρηση του ενάγοντος από την εταιρία, επί της οποίας εκδόθηκε, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων επί της πρωτόδικης απόφασης η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή υποχρεώνοντας τους εναγόμενους να καταβάλουν το ποσό των 51.587,62 ευρώ, η υπ' αριθμόν 118/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε τις ασκηθείσες εφέσεις.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 1189/2020 απόφαση του ΑΠ, η οποία αναίρεσε την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλη σύνθεση. Ο ενάγων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι καθ'όλη τη διάρκεια της δικής του Προεδρίας τηρούνταν οι ειδικοί λογαριασμοί του άρθρου 13 του ν.2963/2001, προσκομίζει, μεταξύ άλλων, αντίγραφα του βιβλιαρίου καταθέσεων το οποίο τηρούταν στην Τράπεζα Πειραιώς στο όνομα της "ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ ΑΕ", όπου γίνεται χειρόγραφη μνεία ότι αφορά ατομικό λογαριασμό εισφοράς 3% του άρθρου 13 παρ. 1β του v.2963/2001 για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων, όπου η κίνηση του λογαριασμού, με αναλήψεις-καταθέσεις διαφόρων χρηματικών ποσών για την περίοδο από 31.12.2004 έως Ιούνιο του έτους 2007 , που ήταν Πρόεδρος της ενώ εταιρίας αποτυπώνεται και η κίνηση του λογαριασμού και μετά την αποχώρησή του και μέχρι 16.1.2009.

Στις 29.6.2007 ο λογαριασμός εμφάνιζε υπόλοιπο 1.396,38 ευρώ (βλ.σχετικά έγγραφα). Στον ισολογισμό της εταιρίας της 31.12.2007, τον οποίο υπογράφει ο πρώτος εναγόμενος υπό την ιδιότητα του Προέδρου του ΔΣ της εταιρίας, στη στήλη ειδικά αποθεματικά αναγράφεται το ποσό των 296.381,15 ευρώ, πλην όμως γίνεται η μνεία στην έκθεση ελέγχου ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή, ότι οι εισφορές των παρ. 1β και 1γ του άρθρου 13 του ν.2963/2001 , συνολικού ποσού 183.887,81 ευρώ στις 31.12.2007 , κάλυψαν τρέχουσες χρηματοοικονομικές ανάγκες της εταιρείας και δεν έχουν κατατεθεί σε προβλεπόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Από τ' ανωτέρω στοιχεία το Δικαστήριο δε δύναται να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση, ότι τα ποσά που αποτυπώνονται στο βιβλιάριο τήρησης του λογαριασμού του άρθρου 13 του v.2963/2001 είναι αυτά αρμόζουν στο ύψος των προβλεπόμενων, μέχρι την αποχώρηση του ενάγοντος από την Προεδρία του ΔΣ, εισφορών με βάση τις σχετικές διατάξεις, εφόσον δεν ενισχύεται ο σχετικός ισχυρισμός ότι υπήρχαν πράγματι στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας (και όχι ότι αποτυπωνόταν στους ισολογισμούς) κατατεθειμένα τα προβλεπόμενα ποσά, από κάποιο άλλο βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα αναιρείται από τον επίσημο ισολογισμό αλλά και την από 04.11.2014 έκθεση του διορισθέντος πραγματογνώμονος, κατά την οποία "δεν παρέλαβαν κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά ίσα με τα αφορολόγητα αποθεματικά που προβλέπει το άρθρο 13 Ν. 2963/2001".

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται εισέτι περαιτέρω από την ένορκη βεβαίωση του Α. Β. του Χ. , o οποίος ήταν βοηθός λογιστή στην εταιρία από 22.5.2005 έως 31.12.2012 , ο οποίος κατέθεσε ρητά ότι "αυτό που γνωρίζω από προσωπική αντίληψη και ανατρέχοντας στα επίσημα βιβλία και οικονομικά στοιχεία της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας είναι ότι, από τη σύστασή της το έτος 2003 μέχρι και σήμερα οι εισφορές (ειδικά αποθεματικά) 3% και 1% δεν κατατίθεντο στους αντίστοιχους ειδικούς λογαριασμούς με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 13 του v.2963/2001 από καμία διοίκηση της εταιρίας....". (...) Επιπλέον αποδείχθηκε ότι o ενάγων, ενόψει του τεταμένου κλίματος που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των μετόχων της εταιρίας ένεκα των ζητημάτων διαχείρισης αυτής, στις 22.11.2006 δέχθηκε εξυβρίσεις, απειλές και επιθετική συμπεριφορά από μέλη του ΚΤΕΛ Ν.

Δράμας και συγκεκριμένα από τον Χ. Χ. , αδελφό του πρώτου εναγομένου και το Μ. Κ. , πατέρα του τέταρτου των εναγομένων, συμβάν για το οποίο προσέφυγε και κατήγγειλε στο Αστυνομικό Τμήμα Δράμας (βλ. υπ' αριθμόν πρωτ. ... βεβαίωση ΑΤ Δράμας). Με βάση τ' ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προέκυψε ότι τα όσα ανέφεραν στα προαναφερόμενα δικόγραφα οι εναγόμενοι περί του ότι έπρεπε στους τραπεζικούς λογαριασμούς των ειδικών αποθεματικών να είναι κατατεθειμένο από την προηγούμενη διοίκηση, το ποσό των 296.381,15 ευρώ είναι αληθή, εφόσον στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε και ο διορισθείς πραγματογνώμονας, την έκθεση του οποίου επικαλούνται και στην οποία στήριξαν τον ως άνω ισχυρισμό τους.

Το γεγονός ότι δεν αναφέρουν από ποιους αποτελούνταν η προηγούμενη διοίκηση και ότι μετείχαν και οι ίδιοι σε αυτή και μάλιστα τουλάχιστον από το 2004, αποτελεί παράλειψη, όχι όμως ψευδές γεγονός. Συνακόλουθα, εφόσον τα όσα ανέφεραν στα δικόγραφα, αναφορικά με τα ειδικά αποθεματικά, είναι αληθή, δεν στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ωστόσο, όταν ισχυρίζονταν ότι "έπρεπε να είναι κατατεθειμένο ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (στην οποία παρεμπιπτόντως συμμετείχαν αυτοί που υποκινούν την κρινόμενη υπόθεση μαζί με τους ενάγοντες) ποσό 296.381,15 ευρώ, ήταν κατατεθειμένο ποσό 7.475,34 ευρώ, δηλαδή 288.905,81 Ευρώ λιγότερα", σαφώς και "φωτογραφίζουν" τον ενάγοντα, αφού το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούνταν από τους ίδιους και τον ενάγοντα, o οποίος βρισκόταν στην Προεδρία του μέχρι την αποχώρησή του τον Ιούνιο του έτους 2007 και ήταν γνωστή, σε όλα τουλάχιστον τα μέλη του ΚΤΕΛ, η ύπαρξη αντιδικίας μεταξύ των ανωτέρω.

Οι εναγόμενοι προέβησαν στην κατ' επανάληψη αναφορά στα δικόγραφά τους της προαναφερόμενης φράσης, με σκοπό να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και να αμφισβητήσουν την ηθική και κοινωνική του αξία τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο, ήταν δε αυτά πρόσφορα προς τούτο, καθόσον τον παρουσίαζαν ως ένα Πρόεδρο που παραβίαζε το νόμο και ήταν ουσιαστικά ανάξιος της θέσης του.

Ο συγκεκριμένος δε τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους, δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους στα επίμαχα δικόγραφα και οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι τα όσα ισχυρίσθηκαν ήταν πρόσφορα να βλάψουν και θέλησαν να ισχυρισθούν τούτα. Οι ως άνω δε ισχυρισμοί, οι οποίοι αφορούν γεγονότα, προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ατόμου, μειώνοντας ειδικότερα την τιμή και την υπόληψή του σε όλες τις εκφάνσεις της.

Σημειωτέον ωστόσο, οτι δεν συντρέχει λόγος επιβολής ποινής τάξεως στους εναγόμενους, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα διατείνεται o ενάγων, καθόσον η συμπεριφορά των εναγομένων, καίτοι άδικη, δεν διαπιστώνεται ως αντιδικονομική που έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 116 και 205 ΚΠολΔ.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί της τελέσεως της αδικοπραξίας, ενισχύεται εισέτι περαιτέρω, από τα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ του ενάγοντος των συγγενών των εναγομένων, τόσο κατά ο επεισόδιο της 22.11.2006 όσο και άλλες φορές, που καταδεικνύουν το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί σε βάρος του ενάγοντος, όπως προκύπτει από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις.

Ως τρίτος δε, θεωρείται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως o γραμματέας, o δικαστής, o εισαγγελέας, που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 3/2021 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και εν προκειμένω τρίτοι ενώπιον των οποίων οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, ήταν οι Δικαστές και Εισαγγελείς του Πρωτοδικείου και της Εισαγγελίας Δράμας που επιμελήθηκαν των υποθέσεων, οι γραμματείς, οι δικηγόροι που παραστάθηκαν, οι πραγματογνώμονες και τεχνικοί σύμβουλοι που διορίσθηκαν, οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεωνς, αλλά και μέτοχοι, υπάλληλοι των ΚΤΕΛ και συνταξιούχοι.

H εκτίμηση των παραπάνω στοιχείων οδηγεί το Δικαστήριο στο σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης για το γεγονός υφίσταται εκ μέρους των εναγομένων πρόθεση ισχυρισμού και διαδόσεως ενώπιον τρίτων των αναλυτικώς εκτεθειμένων ως άνω γεγονότων, που ήταν ικανά και έβλαψαν την τιμή και τη υπόληψη του ενάγοντος, στοιχεία απαραίτητα για την θεμελίωση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ).

Από την παραπάνω πράξη των η οποία είναι παράνομη και υπαίτια (άρθρα 57, 914 επόμ. ΑΚ και 362 Π.Κ.), συνάγεται σαφώς ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία και προσέβαλαν έτσι παράνομα την προσωπικότητα αυτού, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή προς αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή.

Περαιτέρω, από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του από τους εναγόμενους, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, συγκεκριμένα, δοκίμασε έντονη στεναχώρια και ψυχικό άλγος, με περαιτέρω συνέπεια στην προσωπική και κοινωνική του κυρίως ζωή, για την αποκατάσταση της οποίας, σταθμιζομένων των συνθηκών, του βαθμού του πταίσματος των μερών, της επαγγελματικής και οικονομικής κατάστασης αυτών και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμούνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 433/2008 ο.π. , ΑΠ 195/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/2006 Αρμ.2006.757), το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιούται ως χρηματική ικανοποίησή του, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, από έκαστο των εναγομένων, το οποίο αναγνωρίζεται ότι θα πρέπει να του καταβάλουν και το οποίο είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΔ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (ΟλΑΠ 6/2009 Αρμ, 2009.1162).(...)".

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν, σαφώς υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 362 ΠΚ, ως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, 57 και 914 επ. ΑΚ και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και, κατά συνέπεια, το διατακτικό αυτής.

Ειδικότερα, οι εν λόγω διατάξεις δεν παραβιάστηκαν, εφόσον συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις υπό στοιχ. Ι και

ΙΙ, καθόσον, τα πραγματικά αυτά περιστατικά, όπως διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη (ήτοι, ότι: α) "(...) όταν ισχυρίζονταν [οι εναγόμενοι] ότι "έπρεπε να είναι κατατεθειμένο ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ (στην οποία παρεμπιπτόντως συμμετείχαν αυτοί που υποκινούν την κρινόμενη υπόθεση μαζί με τους ενάγοντες) ποσό 296.381,15 ευρώ, ήταν κατατεθειμένο ποσό 7.475,34 ευρώ, δηλαδή 288.905,81 Ευρώ λιγότερα'', σαφώς και "φωτογραφίζουν" τον ενάγοντα, αφού το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούνταν από τους ίδιους και τον ενάγοντα, o οποίος βρισκόταν στην Προεδρία του μέχρι την αποχώρησή του τον Ιούνιο του έτους 2007 και ήταν γνωστή, σε όλα τουλάχιστον τα μέλη του ΚΤΕΛ, η ύπαρξη αντιδικίας μεταξύ των ανωτέρω".

β) Οι εναγόμενοι προέβησαν στην κατ' επανάληψη αναφορά στα δικόγραφά τους της προαναφερόμενης φράσης, με σκοπό να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και να αμφισβητήσουν την ηθική και κοινωνική του αξία τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο, ήταν δε αυτά πρόσφορα προς τούτο, καθόσον τον παρουσίαζαν ως ένα Πρόεδρο που παραβίαζε το νόμο και ήταν ουσιαστικά ανάξιος της θέσης του.

Ο συγκεκριμένος δε τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς τους, δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους στα επίμαχα δικόγραφα και οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι τα όσα ισχυρίσθηκαν ήταν πρόσφορα να βλάψουν και θέλησαν να ισχυρισθούν τούτα. γ) Οι ως άνω δε ισχυρισμοί, οι οποίοι αφορούν γεγονότα, προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ατόμου, μειώνοντας ειδικότερα την τιμή και την υπόληψή του σε όλες τις εκφάνσεις της, συνιστούν απλή δυσφήμιση του, ισχύοντος κατά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης, άρθρου 362 ΠΚ εκ μέρους των εναγομένων και συνακόλουθα αδικοπραξία και πιο συγκεκριμένα προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Επομένως, ο υπό κρίση πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, σε κάθε δε περίπτωση υπό την επίφαση της μη συνδρομής των πραγματικών προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης της απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ και, συνακόλουθα, των άρθρων 57 και 914 ΑΚ, πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθόσον οι αναιρεσείοντες αναφέρονται αναλυτικά στα όσα κατέθεσαν ενόρκως ορισμένοι μάρτυρες και σε περιεχόμενο εγγράφων που οι ίδιοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ενώνπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με βάση τα οποία, κατά τη δική τους άποψη, η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να καταλήξει στο διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα που οι ίδιοι θεωρούν ορθό.

Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και δη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως τους ανέπτυξαν στο στοιχ. Δ' του αναιρετηρίου και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή τους τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: 1) Ότι η επιλογή των εκάστοτε διοικήσεων της εταιρείας "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (ΚΤΕΛ) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" με διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Ν. ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε." να καλύπτουν με τις εισφορές των παραγράφων 1β και 1γ του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 τις τρέχουσες χρηματοοικονομικές ανάγκες της εταιρείας και να μην τις καταθέτουν στους προβλεπόμενους από το νόμο τραπεζικούς λογαριασμούς ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι υπήρχε πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας και θα έπρεπε πρώτα να αντιμετωπιστούν άμεσα έκτακτες συνθήκες και ταμειακές ανάγκες της εταιρείας, που ανάγονταν και ανάγονται στην εύρυθμη λειτουργία της (πληρωμή ΦΠΑ, πληρωμή ενσήμων, πληρωμή υπαλλήλων, πληρωμή μερίσματος στους μετόχους και λοιπών λειτουργικών δαπανών), γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση που δεν γινόταν αυτό η εταιρεία θα οδηγείτο με μαθηματική ακρίβεια στη διακοπή λειτουργίας της.

Αυτό, όμως, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει διάπραξη από τα μέλη όλων των διοικήσεων της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων, από πρόθεση των αδικημάτων της απιστίας και υπεξαίρεσης εισφορών των περιπτώσεων 1β (3%) και 1γ (1%) του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 και 2) ότι καμιά απολύτως διοίκηση της εταιρείας "ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε." δεν υπέβαλε ποτέ ανά τρίμηνο το αποδεικτικό κατάθεσης των εισφορών που αντιστοιχούν στους δύο ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενο με κατάσταση των εισπράξεων που αντιστοιχούν σ' αυτούς δεόντως υπογεγραμμένη, στην αρμόδια για τον έλεγχο κατάθεσης των εισφορών στους δύο αυτούς ατομικούς λογαριασμούς Υπηρεσία Μεταφορών & Επικοινωνιών, ούτε ελέγχθηκε ποτέ η εταιρεία για την αξιοποίηση των εισφορών των δύο εν λόγω ατομικών λογαριασμών ο οποίος (έλεγχος) πραγματοποιείται επίσης από την ίδια ως άνω Υπηρεσία.

Ότι, αυτό, όμως, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει διάπραξη από τα μέλη όλων των διοικήσεων της εταιρείας από πρόθεση του αδικήματος της υπεξαίρεσης, αλλά το σκεπτικό της επιλογής τους ήταν για να μην παραμένουν αναξιοποίητα μεγάλα χρηματικά ποσά και για μεγάλα χρονικά διαστήματα στους ως άνω λογαριασμούς, αλλά να χρησιμοποιούνται, λόγω των χρόνιων προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε η εταιρεία, για άλλους σκοπούς που ανάγονταν στην εύρυθμη λειτουργία της.

Ωστόσο, οι ως άνω, υπό κρίση ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, όπως εκτίθενται αναλυτικότερα στο ως άνω στοιχείο Δ' του αναιρετηρίου, συνιστούν άρνηση της αγωγής και επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν ένσταση ή ενστάσεις κατά της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα υπό στοιχ. ΙΙ νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, είναι αμφίβολο αν πράγματι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν πρωτόδικα και σε δεύτερο βαθμό, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν το αποδεικτικό μέσο ή τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ.

IV. Διότι, ναι, μεν για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, πρέπει όμως να καθορίζονται τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθόσον, με σαφή μνεία όλων, τα διαλαμβάνει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ως εξής: "Από την εκτίμηση των υπ' αριθμόν ...-2018, ...-2018, ...-2018 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Δράμας Μ.

Δ. που προσκομίζει ο ενάγων οι οποίες λήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ' αριθμ. ...-2018, ...-2018, ...-2018 και ...-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Δράμας Κ. Π.), την υπ' αριθμ. .../2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Δράμας που προσκομίζουν οι εναγόμενοι η οποία λήφθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντος (υπ' αριθμ. ....2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Β.

Μ.) από την υπ' αριθμόν .../21 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Δράμας που λήφθηκε νόμιμα κατόπιν προηγούμενης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ. υπ' αριθμόν ...2021 έκθεση επίδοσης δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Δ. Κ.) την οποία προσκομίζει παραδεκτά κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος Δικαστήριο και λαμβάνεται υπ'οψη κατά την κρίση του Δικαστηρίου o εκκαλώντης υπό στοιχείο Β έφεσης, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων και των εγγράφων της ποινικής διαδικασίας, η από 4-112014 πραγματογνωμοσύνη του Γ.

Π. καθώς και οι μαρτυρικές καταθέσεις στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, (ΑΠ 1643/2007 2008.411, ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004,245, ΕφΘεσ 397/2010 Αρμ. 2011.957, 790/2009 Αρμ. 2010.48), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από το σκεπτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί (αναιρεσείοντες), λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.6.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 100/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαϊου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ