Supreme Court dismisses appeal on professional liability insurance, upholding insurer's exemption clause for safety violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding a workplace injury claim. The court held that the insurer was exempt from liability because the injured worker failed to adhere to mandatory safety measures, a condition explicitly covered by the insurance contract's exemption clause. Consequently, the appellate court correctly applied the specific statutory provisions governing professional risk insurance exemptions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(6a) and 33(1) of Law 2496/1997; An insurer is exempt from liability for professional risk insurance cases where the insured fails to comply with mandatory safety measures, provided such a clause is agreed upon by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 219 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 219/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Δ.. Μ. Ε. Π. Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Δ. Μ. του Ν... και 3.Β. Κ., κατοίκου .... Οι 1η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Σαμαρά και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1………., κατοίκου…., και 2. Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "Ε. Π. Α." που εδρεύει στο…, όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γιαννακόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τρίμπαλη - Γάλλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2020 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, την από 22-10-2020 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή (ανταγωγή) των 1ης και 2ου των αναιρεσειόντων και την από 8-3-2021 πρόσθετη παρέμβαση της 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 613/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 3696/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2022 αίτησή τους και τους από 8-2-2023 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο παραστάς πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 1η Σεπτεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 6784/761/9-9-2022 αίτησης για αναίρεση της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 3696/11-7-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην κατάθεση του υπ' αριθ. ...
ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεφι της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).
Με την κρινόμενη από 1η Σεπτεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 6784/761/9-9-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 8 Φεβρουαρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 35/10-2-2023 με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 3696/11-7-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 24-11-2021 (αριθ. κατ. 93765/6665/2021) και από 10-1-2022 (αριθ. κατ.2958/236/2022) αντίθετες εφέσεις των διαδίκων (εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων-ασκούντων πρόσθετους λόγους αναίρεσης και ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου-καθού οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης αντίστοιχα) κατά της με αριθμό 613/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας κατά την ίδια ως άνω διαδικασία επί των α) από 27-2-2020 (αριθμ. καταθ. 20145/571/2020) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο αξίωση αποζημίωσης από εργατικό ατύχημα, β) από 22-10-2020 (αριθμ. καταθ., 78425/1950/2020) ανακοίνωσης δίκης-προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση μετά της ενωμένης σε αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, των εναγομένων και ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσειόντων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Δ..
Μ. Ε..Π..Ε.., και του Δ. Μ., γ) από 8-3-2021 (αριθμ. καταθ. 12767/396/2021 πρόσθετης παρέμβασης της παρεμπιπτόντως εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. Α..Ε..Γ..Α.., με την ως άνω απόφαση α) κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, προστηθέντων της πρώτης εναγόμενης, οπότε αντικειμενικά υφίσταται ευθύνη και της τελευταίας, απέρριψε την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 27-2-2020 κύρια αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους, έκαστο εις ολόκληρον να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, β) απέρριψε την από 22-10-2020 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με τη σωρευθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή γ) απέρριψε την από 8-3-2021 πρόσθετη παρέμβαση, δεχόμενο απαλλαγή από την ασφαλιστική κάλυψη, κατ' εφαρμογή περιεχόμενου στην ασφαλιστική σύμβαση σχετικού όρου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 10-2-2023 και επίδοση αυτού στις 10-2-2023 στους αναιρεσίβλητους όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ..., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρας πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο της 14ης-3-2023 (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190).
Επομένης, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του Ν. 551/1915 όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7./25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α. Κ, με το άρθρο 38 εδαφ. β' του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1914 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1953/2022, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 181/2016, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 888/2015).
Πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεών του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, Καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ., αδικοπραξία (ΑΠ 1953/2022, ΑΠ 1616/2022, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 518/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1953/2022, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 838/2017).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 932 ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχοι, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως (άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ), για έλλειψη Νόμιμης βάσης, είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 1953/2022, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1670/2006).
Ελέγχεται μόνο κατά τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εάν ή κρίση του δικαστηρίου κατά τον καθορισμό του ποσού, που επιδικάζεται, υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά παράβαση της καθιερούμενης με την αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος γενικής νομικής αρχής της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, επιβάλλεται, σέ κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1616/2022, ΑΠ 367/2020 ΑΠ 170/2020, ΑΠ 419/2019).
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του (ΑΠ 1624/2022, ΑΠ 962/2022, ΑΠ 531/2021, ΑΠ 367/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021 ,ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1357/2017). Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή περί απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1575/2021,ΑΠ 109/2020).
Όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματι κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ο οποίος είναι Πακιστανός υπήκοος που διαμένει νόμιμα στην Ελλάδα, προσλήφθηκε στις 28-11-2014 από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, που έχει ως αντικείμενο την κατασκευή και τοποθέτηση κυλινδρικών αναδιπλούμενων θυρών ασφαλείας (ρολά ασφαλείας) μεσαίων και μεγάλων διαστάσεων για βιομηχανίες, καταστήματα και οικίες, για να εργαστεί ως ανειδίκευτος εργάτης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δη ως βοηθός τεχνίτη.
Νόμιμος εκπρόσωπος, διαχειριστής και υπεύθυνος εργασιών της πρώτης εναγόμενης τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος. Στην ίδια εταιρεία εργαζόταν ως τεχνίτης ο τρίτος εναγόμενος, με ειδικό αντικείμενο εργασίας το χειρισμό μηχανημάτων. Στις 5-3-2015, ο δεύτερος εναγόμενος έδωσε εντολή στον τρίτο εναγόμενο να μεταβεί μαζί με τον ενάγοντα σε κατάστημα - αποθήκη επί της οδού …αρ. ..στην Αθήνα, προκειμένου να εκτελέσουν εργασίες μετατροπής του ρολού ασφαλείας της εκεί ευρισκόμενης επιχείρησης.
Οι εργασίες συνίσταντο στο διαχωρισμό του υπάρχοντος μονού ρολού ασφαλείας σε δύο ανεξάρτητα μικρότερα τμήματα, με διαμόρφωση και επανατοποθέτηση τους, ώστε να λειτουργούν ανεξάρτητα. Για το λόγο αυτό ο τρίτος εναγόμενος με τον ενάγοντα, αφού κατέβασαν το παλαιό ρολό, το έκοψαν με ηλεκτρικό δράπανο σε δύο τμήματα, εγκατέστησαν τους οδηγούς για τα δύο ρολά, τοποθέτησαν τους άξονες στα ρολά και τοποθέτησαν τα ρολά στην τελική τους θέση.
Αφού τοποθετήθηκε το αριστερό τμήμα η διαδικασία συνεχίσθηκε με την τοποθέτηση του δεξιού τμήματος του ρολού. Επειδή όμως το έδαφος στο σημείο τοποθέτησης των ρολών παρουσίαζε κλίση, θα έπρεπε να τοποθετήσουν πρόσθετο τεμάχιο λαμαρίνας στο τελευταίο τμήμα του ρολού, ώστε αυτό να εφάπτεται με το έδαφος και να μην υπάρχει κενό ανάμεσα στο ρολό και το έδαφος, όταν αυτό είναι κατεβασμένο.
Για τη στερέωση της πρόσθετης λαμαρίνας, επειδή αυτή εμφάνιζε ελαστικότητα και ήταν απαραίτητη η επιπλέον στήριξη αυτής στα σημεία διάτρησης, έπρεπε να γίνει διάνοιξη οπών (απόσταση ανά περίπου 35 cm) στο κάτω μέρος του υλικού της πτυσσόμενης θύρας, με τη χρήση ηλεκτρικού δράπανου (τρυπανιού) διαμέτρου 6 mm.
Έτσι στερέωσαν προσωρινά τη λαμαρίνα στο φύλλο (από την εξωτερική πλευρά) σε τρία σημεία (στα άκρα και στη μέση) με αυτοδιάτρητες βίδες. Οι προϋπάρχουσες οπές του ρολού χρησιμοποιήθηκαν ως οδηγοί για τη διάτρηση της λαμαρίνας. Για τη διάνοιξη των οπών στη λαμαρίνα, ο τρίτος εναγόμενος στεκόταν από την εσωτερική πλευρά του ρολού, χειριζόμενος το ηλεκτρικό δράπανο στα σημεία που ήδη υπήρχαν οπές, ενώ ο ενάγων ακολουθώντας τις οδηγίες του τρίτου εναγόμενου κρατούσε αντίσταση από την εξωτερική πλευρά του ρολού, ώστε να μην υποχωρεί η λαμαρίνα στο σημείο διάτρησης και να γίνει σωστή διάνοιξη της οπής (να είναι ευθυγραμμισμένες οι οπές στο φύλλο του ρολού με αυτές στη λαμαρίνα).
Η διάνοιξη των οπών θα γινόταν από τα αριστερά προς τα δεξιά, βλέποντας το ρολό από την εξωτερική πλευρά. Έτσι, ο τρίτος εναγόμενος, ευρισκόμενος στην εσωτερική πλευρά, ξεκίνησε τη διάνοιξη των οπών. Κατά την πραγματοποίηση της εργασίας, ο τρίτος εναγόμενος τρυπούσε περνώντας τη μύτη του τρυπανιού από την υπάρχουσα οπή στο φύλλο, ενώ ο ενάγων κρατούσε αντίσταση με το δεξί του χέρι, το οποίο τοποθετούσε πέρα από την επόμενη οπή (όπως υπολόγιζε βάσει των υπαρχουσών οπών).
Ο τρίτος εναγόμενος, μόλις διάνοιγε μία οπή, προειδοποιούσε τον ενάγοντα ότι θα ανοίξει την επόμενη και ο τελευταίος μετακινούσε τα χέρια του ώστε να βρίσκονται σε επαρκή απόσταση από το σημείο όπου το δράπανο θα διαπερνούσε τη λαμαρίνα. Με τον τρόπο αυτό διανοίχθηκαν οι τέσσερις πρώτες οπές και d τρίτος εναγόμενος ειδοποίησε τον ενάγοντα ότι θα προχωρήσει στην επόμενη - πέμπτη κατά σειρά οπή, ευρισκόμενη σε απόσταση 30 cm από την τέταρτη.
Ωστόσο, όμως, όπως δεν αμφισβητείσαι από τα διάδικα μέρη, ο τρίτος εναγόμενος, από λάθος κίνηση, παρέλειψε τη διάνοιξη της πέμπτης οπής και προχώρησε αμέσως στη διάνοιξη της έκτης οπής, σε απόσταση 60 cm από την προηγούμενη (αντί 30 cm), στο σημείο όπου ο ενάγων, ευρισκόμενος στον άλλη πλευρά της λαμαρίνας, είχε μόλις τοποθετήσει το δεξί του χέρι για να τη συγκρατεί και ταυτόχρονα να βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο όπου ανέμενε την διάνοιξη της πέμπτης οπής, με αποτέλεσμα το τρυπάνι που χειριζόταν να διαπεράσει τη λαμαρίνα, να προσκρούσει στο δεξί χέρι του ενάγοντα και παρά το προστατευτικό γάντι που φορούσε να τον τραυματίσει.
Μετά τις πρώτες βοήθειες ο ενάγων διακομίσθηκε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Ο Ευαγγελισμός" όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη "τραύμα δεξιάς άκρας χειρός από νήσσον όργανο" και του συνεστήθη αναρρωτική άδεια τριών ημερών (βλ. το από 5-3-2015 έγγραφο ιατρικών οδηγιών του ως άνω νοσοκομείου).
Στη συνέχεια, λόγω της σοβαρής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, στις 23-4-2015 εισήχθη στο τμήμα μικροχειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "Κέντρο Αποκατάστασης Τραυμάτων (ΚΑΤ) όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί διατομή ωλενίου αρτηρίας, μερική διατομή ωλενίου νεύρου και διατομή ωλενίου καμπτήρα του καρπού και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, έγινε τελικοτελική συρραφή, αναστόμωση αρτηρίας και συρραφή ωλενίου καμπτήρα του καρπού.
Εξήλθε στις 25-4-2015 με ομαλή μετεγχειρητική πορεία και σύσταση για παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία. Του εδόθη αναρρωτική άδεια τριών μηνών και γνωμάτευση παρούσας κατάστασης "ελάττωση μυϊκής ισχύος άκρας χειρός και εικόνα νευραπληξίας ωλενίου νεύρου" (βλ. την υπ' αρ. πρωτ. 2613/15-6-2015 ιατρική γνωμάτευση της Κλινικής Χεριού - Μικροχειρουργικής Άνω Άκρου του Γ.Ν.Α.
ΚΑΤ). Κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε, λόγω της επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας του, ο ενάγων επανεξετάστηκε πολλές φορές από το ίδιο νοσοκομείο και συνέχισε να λαμβάνει διαδοχικές αναρρωτικές άδειες κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους 2015 έως τον Ιούλιο του 2016, παρουσιάζοντας την ίδια κλινική εικόνα.
Κατά την εξέταση του στις 20-7-2016 διαπιστώθηκε αισθητικότητα στην κατανομή του ωλενίου νεύρου, περιορισμένη Si κινητικότητα μικρού δακτύλου με έλλειμμα κάμψης περίπου 5 cm από την παλάμη, ατροφία μυών - αδυναμία απαγωγής δακτύλων από τη μέση γραμμή, ελαττωμένη ισχύ δραγμού και σημαντικά περιορισμένη δυνατότητα διενέργειας βαρέων εργασιών (βλ.
την υπ' αρ. πρωτοκόλλου 1513/20-7-2016 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση της Κλινικής ΜΧΧ του Γ.Ν.Α ΚΑΤ). Κατά την εξέταση του στις 1-8-2017 διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε βελτίωση της μυϊκής ισχύος της άκρας χειρός, με προστατευτική αισθητικότητα στην κατανομή του ωλενίου νεύρου, με νευροπαθητικό άλγος κατά τη χρήση του άκρου (υπ' αριθμ. 3003/6-3-2018 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω Νοσοκομείου).
Να αναφερθεί ότι στις από 15-6-2015, 15-1-2017 και 6-3-2018 ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίζει ο ενάγων, από προφανή παραδρομή της Γραμματείας του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής ΚΑΤ, αναφέρεται ότι πρόκειται για το αριστερό και όχι για το δεξί χέρι αυτού, όμως από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι πρόκειται για τον ένδικο τραυματισμό του ενάγοντα στο δεξί του χέρι.
Το ατύχημα αυτό είναι, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εργατικό, καθόσον συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όλες οι προϋποθέσεις για τον εν λόγω χαρακτηρισμό αυτού. Ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε υπαιτιότητα του τρίτου εναγομένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει έδωσε εσφαλμένες εντολές στον ενάγοντα, και συγκεκριμένα, αφού ενημέρωσε τον τελευταίο να κρατήσει αντίσταση σε συγκεκριμένο σημείο προχωρώντας στη διάνοιξη της πέμπτης κατά σειρά οπής, από λάθος κίνηση, σε απόσταση 30 εκατοστών από την προηγούμενη, στη συνέχεια προέβη στη διάνοιξη της έκτης οπής, σε απόσταση 60 εκατοστών από την προηγούμενη, ενώ, αν είχε επιδείξει την απαιτούμενη προσοχή, έπρεπε να αντιληφθεί ότι πλησίον του τελευταίου αυτού σημείου βρίσκονταν τα χέρια του ενάγοντος και υπήρχε κίνδυνος τραυματισμού του.
Περαιτέρω, έχοντας προστηθεί από την πρώτη εναγόμενη στη συγκεκριμένη εργασία ώστε να δίνει εντολές και οδηγίες στον ενάγοντα στην εκτέλεση των εργασιών που είχαν αναλάβει, από αμέλεια του δεν ακολούθησε ασφαλή εργασιακή πρακτική στο έργο, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος προσέγγισης επικίνδυνων στοιχείων στα άκρα του ενάγοντος, όπως η συγκράτηση της λαμαρίνας με κάποιο εργαλείο ή άλλο μεταλλικό ή ξύλινο αντικείμενο, ούτε βεβαιώθηκε πριν ξεκινήσει τη διάνοιξη εκάστης οπής ότι τα χέρια του ενάγοντος βρίσκονταν σε ασφαλή απόσταση από την περιστρεφόμενη μύτη του τρυπανιού, παρά προχώρησε στη διάνοιξη της χωρίς να έχει άμεση οπτική επαφή με τον ενάγοντα που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του ρολού και απέκρυπτε εν μέρει τον τελευταίο, χωρίς να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 5, 7Θ, άρθρ. 47 παρ. 1β και 48 του ν. 3850/2020 (εννοεί 2010) καθώς και στα παραρτήματα I και III του π.
δ 396/1994, αφού όπως αποδείχθηκε τα γάντια που χορηγήθηκαν στον ενάγοντα και ο ίδιος φορούσε κατά την εκτέλεση της εργασίας δεν ήταν κατάλληλα (ήταν σχισμένα) σύμφωνα με την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. (Σελ. 10 πρακτικών). Οι παραπάνω πλημμέλειες διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 11-12-2015 στο χώρο του ατυχήματος από τον Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία του Υπουργείου Εργασίας Γ.
Α., ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν για τη συγκεκριμένη εργασία (διάνοιξη οπών σε φύλλο ρολού το οποίο είναι κρεμασμένο στο χώρο τελικής τοποθέτησης) είχε γίνει κατάλληλη ενημέρωση και εκπαίδευση ώστε να ακολουθούνται ασφαλείς εργασιακές πρακτικές, όπως π.χ χρήση βοηθητικού εξοπλισμού εργασίας, ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος προσέγγισης επικίνδυνων στοιχείων (περιστρεφόμενη μύτη του τρυπανιού)".
Περαιτέρω, για τον ένδικο τραυματισμό του ενάγοντα ευθύνεται ο δεύτερος εναγόμενος, ως διαχειριστής της πρώτης εναγόμενης και υπεύθυνος των εργασιών αυτής και προστήσας τον τρίτο εναγόμενο στην εκτέλεση των εργασιών, εφόσον παρέλειψε να βεβαιωθεί ότι ο ενάγων είχε λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση για το επίδικο έργο και ότι είχε επιλεχθεί ασφαλής εργασιακή μέθοδος, παραλείποντας επίσης να εφοδιάσει τον ενάγοντα με τον απαραίτητο εξοπλισμό εργασίας, όπως ορίζεται από το νόμο.
Τέλος, ευθύνεται και η πρώτη εναγόμενη εταιρία, αντικειμενικά, λόγω του πταίσματος του δεύτερου εναγόμενου ως προστήσασα αυτόν (άρθρ. 922 ΑΚ). Ο ισχυρισμός των εναγόμενων της κύριας αγωγής περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του τραυματισμού του κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, επειδή αποδείχθηκε ότι δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία, εφόσον εργαζόταν στην επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης από το έτος 2014, δεν αποδείχθηκε ότι είχε εκτελέσει παρόμοια εργασία με την επίδικη, ενώ σε κάθε περίπτωση όφειλε να συμμορφώνεται με τις εντολές και οδηγίες του τρίτου εναγόμενου, που στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η συγκράτηση του φύλλου του ρολού με τα χέρια του, χωρίς ο ίδιος να έχει οπτική επαφή με τον τρίτο εναγόμενο.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα και εντεύθεν ο τραυματισμός του ενάγοντα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων και απέρριψε τον ισχυρισμό των τελευταίων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του τραυματισμού του ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και όσα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της από 24-11- 2021 έφεσης τους τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα....λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, του βαθμού πταίσματος του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, της οικονομικής και προσωπικής κατάστασης του ενάγοντος (ηλικία 35 ετών και άνεργος μετά το ατύχημα), της ψυχικής ταλαιπωρίας που υπέστη, της οικονομικής κατάστασης του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε το ως άνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και όσα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τον τρίτο λόγο της από 24-11-2021 έφεσης τους τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα, ενώ απορριπτέος τυγχάνει αντίστοιχα και ο μόνος λόγος της από 10-1-2022 έφεσης του ενάγοντος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη - παρεμβαίνουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Π. Α." δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου γενικής αστικής ευθύνης έργου, με ισχύ από 5-4-2014 ως 5-4-2015, είχε αναλάβει την ασφάλιση της αστικής ευθύνης της πρώτης εναγόμενης έναντι του προσωπικού της από επαγγελματικούς κινδύνους για σωματικές βλάβες κατ' άτομο και κατ' ατύχημα μέχρι του ποσού των 75.000 ευρώ και για εργοδοτική αστική ευθύνη μέχρι του ποσού των 225.000 ευρώ.
Στην παράγραφο 5 του ειδικού όρου εργοδοτικής αστικής ευθύνης στη σελίδα 15 της ως άνω σύμβασης εμπεριέχεται ο όρος ότι "η παρούσα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών θα τηρούνται ανελλειπώς τα μέτρα ασφαλείας τα οποία προβλέπονται από τους ισχύοντες Νόμους και Κανονισμούς". Ο όρος αυτός του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, είναι δε ισχυρός αφού κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 6§7 (εννοεί 7§6) του ν. 2496/1997 μπορεί με την ασφαλιστική σύμβαση να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν ελλείπει η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών (ΟλΑΠ 18/2015, ΑΠ 1880/2017).
Ως προαναφέρθηκε στην προκειμένη περίπτωση, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρεία δεν έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα, που θα μπορούσε να λάβει, προκειμένου να είχε αποφευχθεί το προπεριγραφόμενο εργατικό ατύχημα, ήτοι δεν τήρησε την ορθή εργασιακή πρακτική, ούτε έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας με τη χρήση των κατάλληλων εργαλείων και εξοπλισμού, ενώ παραβίασε τις διατάξεις περί παροχής εκπαίδευσης και ορθών οδηγιών στους εργαζομένους της.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την από 22-10-2020 παρεμπίπτουσα αγωγή με την ίδια αιτιολογία ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και όσα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με τον τέταρτο λόγο της από 24-11-2021 έφεσης τους τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα....Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος των εφέσεων για έρευνα, πρέπει αυτές να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες..." Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κατά παράβαση ευθέως και εκ πλαγίου της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, επιδίκασε σε βάρος τους σε ολόκληρο και υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου το ποσό των 20.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό του, κατά το επίδικο εργατικό ατύχημα, το οποίο ποσό, είναι δυσανάλογα μεγάλο, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από της συνθήκες της αδικοπραξίας.
Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του πρώτου αναιρεσίβλητου στο ποσό των 20.000 ευρώ, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό πταίσματος των αναιρεσειόντων, την οικονομική κατάσταση των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων καθώς και, την προσωπική κατάσταση του παθόντος-πρώτου αναιρεσίβλητου (ηλικία και ανεργία), χωρίς να έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά. Με την κρίση του αυτή, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι το ποσό των 20.000 ευρώ, που επιδικάστηκε στον παθόντα πρώτο αναιρεσίβλητο για τον τραυματισμό του, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε, την απόδειξή του γι' αυτά.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 385/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 609/2020 ΑΠ 576/2018). Με τον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη του πράγματα χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης του πρώτου αναιρεσίβλητου, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το κριτήριο της οικονομικής κατάστασης των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, χωρίς να έχουν προσκομιστεί έγγραφα προς απόδειξή του.
Ο λόγος αυτός και κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης έλαβε υπόψη του όλα τα προσδιοριστικά του άρθρου 932 ΑΚ κριτήρια, μεταξύ των οποίων και την οικονομική κατάσταση των ως άνω διαδίκων για την απόδειξη δε (και) της συνδρομής των κριτηρίων αυτών στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προησήχθησαν χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε εξειδικευμένη αιτιολόγηση και ανάλυση αυτών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 804/2022, 1186/2021, ΑΠ 957/2020, ΑΠ 879/2020, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την παραδοχή της αποκλειστικής υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων και την απόρριψη του υποβληθέντος ισχυρισμού τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του παθόντος (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) στην επέλευση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα ήτοι:
α) την ονομαστική κατάσταση έργων από της προσλήψεως του ενάγοντος στα οποία συμμετείχε προς απόκτηση ικανής τεχνικής πείρας και γνώσης περί του ασφαλούς και ακινδύνου τρόπου εκτέλεσης των συγκεκριμένων έργων, β) επίσημο αντίγραφο του βιβλίου του τεχνικού ασφαλείας Ζ. Β. με τη συχνότητα των επισκέψεών του στην έδρα της πρώτης αναιρεσείουσας και τη διενέργεια από αυτόν εκπαιδευτικών σεμιναρίων και συστάσεων για εφοδιασμό των εργαζομένων με τον αναγκαίο εξοπλισμόν και γ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Δ.
Λ., που εξετάσθηκε την 20-4-2010 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που κατέθεσε ότι ο ενάγων συμμετείχε σε μεγάλο αριθμό έργων και ότι στην εταιρεία γίνονταν σεμινάρια για εκπαίδευση και ενημέρωση των εργαζομένων για τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το ένδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε πταίσμα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων προστηθέντων της πρώτης αναιρεσείουσας, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των εναγομένων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν".
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης με αριθμό 613/2021 και τα ανωτέρω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, τα οποία συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, το δικαστήριο εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειόντων) την αποδεικτική τους δύναμη.
Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του ν. 2496/1997 ορίζεται, ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδαφ.
α' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Εξάλλου η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.
Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι, κατά κανόνα, το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχομένη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης, υπό άνισους όρους, συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).
Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά, μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.
Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7 παρ. 6 του νόμου αυτού, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 18/2015, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 190/2021, ΑΠ 1880/2017).
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 7 παρ. 5α,6σ, 11, 13 παρ.3, 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 και 330 εδ.β και 361 ΑΚ, όσον αφορά την παραδοχή της απαλλαγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας λόγω μη τήρησης των μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή του ασφαλιζόμενου κινδύνου του τραυματισμού του πρώτου αναιρεσίβλητου, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον δεν αποσαφηνίζονται με πληρότητα τα μέτρα ασφαλείας που δε τηρήθηκαν και ποιο εξοπλισμό έπρεπε να έχει ο παθών προς αποφυγή του ενδίκου ατυχήματος.
Όσον αφορά την παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων του ν.2496/1997, 1 παρ.1 που αναφέρεται στην έννοια και τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, 7 παρ.5α, όπως προεκτέθηκε που αναφέρεται στην απαλλαγή του ασφαλιστή επί ασφάλισης ζημιών για δόλο ή βαρειά αμέλεια και επί ασφάλισης προσώπων μόνο για δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου, 11 που αναφέρεται στο ασφάλισμα της ασφάλισης κατά ζημιών, 13 παρ.3, που αναφέρει ότι με το ασφαλιστήριο μπορεί να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον δικαιολογείται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, η αιτίαση περί παραβίασης τους ερείδεται επί της μη αληθούς προϋπόθεσης ότι η ένδικη διαφορά αφορά σε ασφάλιση ζημιών ή προσώπων, ενώ, το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις που αφορούν στην ασφάλιση για κάλυψη των επαγγελματικών κινδύνων, δυνάμει των οποίων μπορεί να συμφωνηθούν και άλλοι λόγοι απαλλαγής του ασφαλιστή, πλέον των στις ανωτέρω διατάξεις οριζόμενων.
Ειδικότερα το Εφετείο όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε ότι με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο γενικής αστικής ευθύνης έργου, είχε αναλάβει η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, την ασφάλιση της αστικής ευθύνης της ήδη αναιρεσείουσας έναντι του προσωπικού της από επαγγελματικούς κινδύνους για σωματικές βλάβες κατ' άτομο και κατ' ατύχημα μέχρι του ποσού των 75.000 ευρώ και για εργοδοτική αστική ευθύνη μέχρι του ποσού των 225.000 ευρώ.
Ότι η ως άνω σύμβαση περιείχε (παρ. 5, σελ. 15) ειδικό όρο εργοδοτικής αστικής ευθύνης με τον οποίο ορίζεται ότι "η παρούσα ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών θα τηρούνται ανελλειπώς τα μέτρα ασφαλείας τα οποία προβλέπονται από τους ισχύοντες Νόμους και Κανονισμούς". Ότι ο όρος αυτός, αποτελεί λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και είναι ισχυρός αφού μπορεί με την ασφαλιστική σύμβαση να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, καθώς δεν ελλείπει η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών.
Ακόμη δέχθηκε ότι δεν λήφθηκαν όλα τα απαραίτητα μέτρα με τη χρήση των κατάλληλων εργαλείων και εξοπλισμού και παραβιάστηκαν οι διατάξεις περί παροχής εκπαίδευσης και ορθών οδηγιών στους εργαζομένους της και ότι δεν τηρήθηκε η ορθή εργασιακή πρακτική, προκειμένου να αποφευχθεί το προπεριγραφόμενο εργατικό ατύχημα και κατόπιν αυτών απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Στις παραδοχές δε του Εφετείου, όσον αφορά τις συνθήκες του ατυχήματος με σαφήνεια και πληρότητα περιγράφεται ότι δεν τηρήθηκαν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, καθόσον δεν χορηγήθηκε στον ενάγοντα βοηθητικός εξοπλισμός, όπως η συγκράτηση της λαμαρίνας με κάποιο εργαλείο ή άλλο μεταλλικό ή ξύλινο αντικείμενο, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος προσέγγισης επικίνδυνων στοιχείων στα άκρα του ενάγοντος, ούτε του χορηγήθηκαν κατάλληλα γάντια, ούτε τηρήθηκε ασφαλής εργασιακή πρακτική, με σαφείς οδηγίες του τρίτου των εναγομένων προς τον ενάγοντα, καθόσον δεν βεβαιώθηκε ο τρίτος εναγόμενος ήδη τρίτος αναιρεσείων, πριν ξεκινήσει τη διάνοιξη εκάστης οπής ότι τα χέρια του ενάγοντος βρίσκονταν σε ασφαλή απόσταση από την περιστρεφόμενη μύτη του τρυπανιού, παρά προχώρησε στη διάνοιξη της χωρίς να έχει άμεση οπτική επαφή με τον ενάγοντα.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και κενά αιτιολογίες δέχτηκε ότι δεν τηρήθηκαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας και η ασφαλής εργασιακή πρακτική κατά τη εκτέλεση των εργασιών στις οποίες τραυματίστηκε ο ενάγων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 330 εδ.β ' ΑΚ, και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 7 τταρ.6 (και όχι 6 τταρ.7 που εκ παραδρομής αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) και 33 παρ.1 του ν.2496/1997, ως προς την απαλλαγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και την απόρριψη της σε βάρος της ασκηθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής.
Και τούτο διότι στην κρινόμενη διαφορά πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου που εμπίπτει στην ως άνω διάταξη της παρ.6α του άρθρου 7 του ν.2496/1997, με την οποία διευρύνονται οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή στην ασφάλιση επαγγελματικών κινδύνων, περιοριζομένων επιτρεπτά των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου, κατά τη διάταξη του άρθρου 33§1 του ν. 2496/1997, της οποίας η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ.6α, αποτελεί ειδική ρύθμιση.
Ο περιεχόμενος όρος στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση επαγγελματικών κινδύνων, ότι αυτή ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι για την εκτέλεση των εργασιών τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας που ορίζουν οι νόμοι και οι κανονισμοί, που συμφωνήθηκε με διαπραγματευτική ισοδυναμία των συμβαλλομένων μερών, ήτοι μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εμπίπτει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ.6α και διευρύνει την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας για τις ασφαλιστικές περιπτώσεις που δεν τηρούνται τα μέτρα ασφαλείας, όπως στην κρινόμενη περίπτωση.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τους δεύτερο λόγο αναίρεσης και δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα, απορριπτέων συνακόλουθα των λόγων αυτών ως αβάσιμων.
Μετά από όλα αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις και της δεύτερης αναιρεσίβλητης που παρέστη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου επιδικάζονται ξεχωριστές δικαστικές δαπάνες (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 1269/2019), κατόπιν σχετικού αιτήματος τους.
όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1η Σεπτεμβρίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 6784/761/9-9-2022 αίτηση και τους από 8 Φεβρουαρίου 2023 και με αριθμό κατάθεσης 35/10-2-2023 πρόσθετους λόγους για αναίρεση, της, με αριθμό 3696/11-7-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, για καθένα αναιρεσίβλητο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ