219/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated219/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 219 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 219/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Σ. Π. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρελλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "IBG Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", με τον διακριτικό τίτλο "IBG ΑΕΠΕΥ" (πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΑΕΠΕΥ"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αθανασίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4125/2007 μη οριστική και 6408/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2324/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και 5599/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-12-2015 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 105/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 24-9-2018 κλήση της αναιρεσίβλητης-καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της κατά νόμο βασιμότητας της αγωγής.
Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή η ποιοτική αοριστία αυτής, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών, ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αριθ. 14 του αυτού Κώδικα.
Περαιτέρω η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που δύναται να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), εφόσον μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υποστάσεως του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.
Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό.
Οι διατάξεις του άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.
Επομένως η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχάς με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, εφ' όσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ.ΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010).
Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΑΠ 705/2007).
Περαιτέρω, την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής δεν αποκλείει το γεγονός ότι την υπέγραψε αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφόσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιρειών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 179/2019, AΠ1051/2012).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω στοιχεία απαραίτητα για τη θεμελίωση της αγωγής αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι α) η έκδοση έγκυρης επιταγής από τον εναγόμενο, β) η εμπρόθεσμη, μέσα σε οκτώ ημέρες από τη χρονολογία της έκδοσης της επιταγής, εμφάνισή της προς πληρωμή, γ) η μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της λόγω έλλειψης στην πληρώτρια τράπεζα αντίστοιχων με το ποσό της επιταγής κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη της, είτε εξ αρχής κατά το χρόνο της έκδοσής της είτε μεταγενέστερα και μέχρι την εμφάνισή της προς πληρωμής, δ) η απότοκη της μη πληρωμής ζημία του νόμιμου κομιστή της επιταγής (ενάγοντος) και ε) ο δόλος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 798/2010, ΑΠ 1051/2012).
Άλλα στοιχεία για την πληρότητα και νομική θεμελίωση της πιο πάνω αγωγής, όπως η αιτία έκδοσης της επιταγής και ειδικότερα ότι αυτή (αιτία) δεν πάσχει ακυρότητα, δεν απαιτούνται, καθόσον πρόκειται για αδικοπραξία και όχι απαίτηση από επιταγή. Τούτο διότι από τη διάταξη του άρθρου 79 του Ν 5960/1933, που ορίζει ότι τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται σ' αυτήν, όποιος εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα σε πληρωτή στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος και συνακόλουθα της αδικοπραξίας από το άρθρο 914 ΑΚ, δεν ενδιαφέρει η αιτία έκδοσης της επιταγής, και ιδίως δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία, η ακυρότητα, η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της άσκησης της απαίτησης από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής ( ΑΠ 1804/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη εταιρεία "IBG Α.Ε.Π.ΕΥ" με την από 15/4/2003 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων α) Σ. Π., ήδη αναιρεσείοντος και β) Γ. Κ. ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι την 15.2.2002 εξέδωσαν στην Αθήνα ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ-Χρηματοοικονομικοί Σύμβουλοι Επιχειρήσεων" και για λογαριασμό της (υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία και την εταιρική σφραγίδα της εν λόγω εταιρίας), τις κατωτέρω επιταγές πληρωτέες εις διαταγή της (ενάγουσας) στην πληρώτρια "Εθνική Τράπεζα" α) την υπ' αριθμ. ...
επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 20.02.2002 και ποσού 179.474,69 €, β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 27.02.2002 και ποσού 27.292,74 €, γ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 06.03.2002 και δ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 13.3.2002 και ποσού 75.715,33 €, ήτοι συνολικού ποσού 465.784,30 €, εν γνώσει τους ότι υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Ότι όταν αυτή (ενάγουσα) εμφάνισε εμπροθέσμως και νομοτύπως προς πληρωμή τις επιταγές ως νόμιμη κομίστριά τους αυτές δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων, όπως τούτο βεβαιώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα και με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας από τη μη πληρωμή των επιταγών το ισόποσο αυτών, ήτοι 465.784, 30 ευρώ και την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά των εναγομένων ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6408/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 5599/2013
προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς η τελευταία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά την περί δικαστικής δαπάνης διάταξή της, την οποία επαναπροσδιόρισε στο ποσό των 18.631 ευρώ. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, προβάλλοντας αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, αφού δεν αναφερόταν σ' αυτή η υποκείμενη αιτία για την έκδοση των επιδίκων επιταγών, καθώς και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και επελθούσας ζημίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας από τη έκδοση ακάλυπτης επιταγής δεν ενδιαφέρει η αιτία έκδοσης της επιταγής, η ανυπαρξία ή η ακυρότητα αυτής και επομένως για τη νομική θεμελίωση της σχετικής αγωγής αποζημίωσης δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της η υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, ενώ ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο σαφώς αναφέρεται στην αγωγή ότι η ισόποση με το ποσό των επιταγών ζημία της ενάγουσας προήλθε από τη μη πληρωμή αυτών λόγω της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ11/2017, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντιστρόφως εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1555/2018).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων( ΑΠ 1261/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα, η οποία αρχικώς έφερε την επωνυμία "Ελληνικός Επενδυτικός Όμιλος - ΑΕΠΕΥ", συστήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2000 ως Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) στον τομέα των κινητών αξιών.
Την 04.10.2000 κατάρτισε σύμβαση αντιπροσώπευσης με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΙΣΚΟ Χρηματοοικονομικοί Σύμβουλοι Επιχειρήσεων Α.Ε." (εφεξής "ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε."), στην οποία ο πρώτος εναγόμενος ασκούσε καθήκοντα Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου και ο δεύτερος εναγόμενος (Γ. Κ.) καθήκοντα Αντιπροέδρου και εκπροσώπου της, έχοντας η τελευταία ως κύρια αρμοδιότητα και αποστολή την εξεύρεση πελατών για λογαριασμό της ενάγουσας, προκειμένου (η ενάγουσα) να τους παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες, δηλαδή θα λάμβανε και θα διαβίβαζε σ' αυτήν εντολές των επενδυτών για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων.
Οι εν λόγω εντολές που θα λάμβανε η ενάγουσα θα εκτελούνταν από την εταιρεία "ΣΙΓΜΑ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών". Η ως άνω σύμβαση αντιπροσώπευσης επιπλέον διαλάμβανε τους όρους, α) του εφοδιασμού της "ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε." εκ μέρους της ενάγουσας με το απαραίτητο υλικό, προκειμένου να προωθηθεί η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τους πελάτες, β) της κοινής ευθύνης αμφότερων των συμβαλλόμενων εταιρειών έναντι των πελατών και επενδυτών είτε λόγω αντισυμβατικής στάσης είτε λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ιδίων ή των προστηθέντων υπαλλήλων τους. 2.Περί τα μέσα Φεβρουάριου του 2002 κατόπιν παραπόνων και οχλήσεων πελατών της ενάγουσας, οι οποίοι τηρούσαν τα χαρτοφυλάκιά τους υπό τη διαχείριση της τελευταίας και μετά από επιμονή τους να πραγματοποιηθεί έλεγχος στην κίνηση των λογαριασμών τους διαπιστώθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας εντός του κύκλου των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί από την ενάγουσα, προέβη στις εξής πράξεις:
Επέτυχε να πείσει τουλάχιστον δέκα πελάτες - επενδυτές να καταρτίσουν σύμβαση συμβουλευτικής εκτέλεσης αγοραπωλησίας επενδυτικών χαρτοφυλακίων και παρακαταθήκης χρεογράφων και να καταθέσουν χρηματικά ποσά για επένδυση, συνισταμένη σε αγοραπωλησία μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, θέτοντας επί του εντύπου της σχετικής αίτησης για το άνοιγμα του κωδικού - μερίδας διαχείρισης χαρτοφυλακίου πελατών της ενάγουσας αριθμό τραπεζικού λογαριασμού στην Εμπορική Τράπεζα, στον οποίο εμφανιζόταν και ο ίδιος ως συνδικαιούχος με τον αιτήσαντα πελάτη.
Ακολούθως, εν αγνοία των πελατών λάμβανε από τους λογαριασμούς τους χρήματα ή και επιταγές τους προς επένδυση στον προσωπικό του λογαριασμό. Για την εν λόγω αδικοπρακτική του συμπεριφορά, που συνομολόγησε ο δεύτερος εναγόμενος, ευθυνόταν, α) ο ίδιος σε αποζημίωση έναντι των πελατών -επενδυτών, β) η εταιρεία "ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε.", καθόσον ο εν λόγω εναγόμενος ενήργησε στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως εκπρόσωπος της τελευταίας, γ) η ενάγουσα εξ αντικειμένου, δοθέντος ότι είχε προστήσει στις υπηρεσίες της την "ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε." καθώς και τον δεύτερο εναγόμενο ως αντιπρόεδρο του Δ.Σ.
και εκπρόσωπό της. 3.Περαιτέρω, ο πρώτος και ο δεύτερος των εναγομένων την 15.02.2002 συνέταξαν και υπέγραψαν μία δήλωση απευθυνόμενη προς την ενάγουσα, με την οποία : α) Ο δεύτερος εναγόμενος αναγνώρισε ότι τέλεσε τις ως άνω αδικοπραξίες, χωρίς τη γνώση και τη συμμετοχή τόσο της ενάγουσας όσο και της εταιρείας "ΣΙΓΜΑ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", β) ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε ότι οι επίμαχες πράξεις του δεύτερου εναγομένου έγιναν εν αγνοία του, γ) αμφότεροι οι εναγόμενοι αναγνώρισαν την αστική τους ευθύνη και δήλωσαν ότι θα ικανοποιήσουν τις τυχόν απαιτήσεις των πελατών της ενάγουσας από τις ως άνω παράνομες ενέργειες του δεύτερου εναγομένου, ατομικώς με την ίδια τους περιουσία και ως εκπρόσωποι της "ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε.".
Οι απαιτήσεις των πελατών της ενάγουσας από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου ανέρχονταν - περί τα μέσα Φεβρουάριου 2002 -στο συνολικό ποσό των 465.784,30 € (βλ. και την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). 4. Σε εκτέλεση των ως άνω δηλώσεων οι δύο εναγόμενοι ανέλαβαν να καταβάλουν το ως άνω ποσό (των 465.784,30 €) στην ενάγουσα εκδίδοντας εις διαταγή της τελευταίας ως εκπρόσωποι της "ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε." και για λογαριασμό της, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία και την εταιρική σφραγίδα της εν λόγω εταιρίας, τις ακόλουθες επιταγές πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό της ως άνω εταιρίας που τηρούνταν στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" (Υποκατάστημα Σπάτων) και συγκεκριμένα : α) Την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 20.02.2002 και ποσού 179.474,69 €, β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 27.02.2002 και ποσού 27.292,74 €, γ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 06.03.2002 και ποσού 183.301,54 €, δ)τηνυπ' αριθμ. ...
επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 13.03.2002. και ποσού 75.715,33€. Τις επίδικες επιταγές η ενάγουσα ως λήπτρια και νόμιμη κομίστρια εμφάνισε νομοτύπως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα ως εξής : α) Την υπ' αριθμ. ... επιταγή την 27.02.2002, β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή την 07.03.2002, γ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή την 08.03.2002, δ) την υπ' αριθμ. ...
επιταγή την 13.3.2002. Ωστόσο, οι ανωτέρω επιταγές δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της εκδότριας εταιρείας "ΑΓΙΣΚΟ Α.Ε.", οι δε μη πληρωμές βεβαιώθηκαν βάσει των από 27.02.2002, 07.03.2002, 08.03.2002 και 13.03.2002 σχετικών βεβαιώσεων αντίστοιχα της πιο πάνω Τράπεζας στα σώματα των επιταγών. Επομένως, η αγωγή θα πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 465.784,30 €, εντόκως από την επόμενη ημέρα επίδοσης της αγωγής, απορριπτομένου ως αβασίμου του έκτου λόγου της έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων".
Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 και 914, 297,298 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού πουθενά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων κατά το χρόνο έκδοσης ή εμφάνισης των επίδικων επιταγών γνώριζε ότι δεν υπήρχαν ή ήταν ενδεχόμενο να μην υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους και ότι η ζημία της ενάγουσας ήταν απότοκη της μη πληρωμής των επιταγών και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μ' αυτή, ζητήματα τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν θεμελιώνεται αδικοπραξία από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών (ΑΠ 651/2010).
Επομένως, ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, με την επίκληση του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια αυτού που έγινε δεκτός. Ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ.5599/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ