Legislator Case Law & Legislation
219/2017 AI generated

219/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 219/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

219/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 219 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 219/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Χ. Κ., το γένος Λ. Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπατσίκη.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Στεφανοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1641/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 6511/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 20-3-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτός ο τελευταίος αναρίθμητος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του μεν άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναι άκυρη, του δε άρθρου 175 εδ. α ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Εξάλλου, με δικαιοπρακτική διάθεση εξομειώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, που όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 199 ΑΚ και 1005 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ είναι μια ιδιόρρυθμη σύμβαση εξομοιούμενη με πώληση, η οποία διενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής, τελειώνεται με την κατακύρωση και επιφέρει μετάθεση της κυριότητας, αλλά και η δια πλειστηριασμού πώληση του επικοίνου πράγματος, στην περίπτωση που η αυτούσια διανομή του είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠολΔ .

Περαιτέρω με τα άρθρα 1, 4 παρ. 1α και 6 παρ. 2 του ν. 1138/1972 "περί αναπροσαρμογής και βελτιώσεως των στεγαστικών προγραμμάτων του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας" ορίζεται ότι η στεγαστική συνδρομή με τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνει και τη χορήγηση δανείου προς ανέγερση ή επισκευή κατοικίας και ότι για τη χορήγηση των δανείων αυτών εγγράφεται υπέρ της στο άρθρο 8 αυτού αναφερομένης διαχειρίστριας Τράπεζας ή Οργανισμού πρώτη υποθήκη επί του αποκτωμένου με δάνειο ακινήτου.

Εξάλλου στο άρθρο 1 του ν. 1641/1986 για "Μικτά δανειοδοτικά στεγαστικά προγράμματα του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι η στεγαστική συνδρομή που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους σύμφωνα με τον εκάστοτε κανονισμό του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ) περιλαμβάνει α) δάνειο για την ανέγερση κατοικίας σε ιδιόκτητο οικόπεδο ή οικόπεδο που παραχωρεί οποιοσδήποτε στεγαστικός φορέας, β) δάνειο για αγορά κατοικίας από το δικαιούχο και γ) δάνειο για αποπεράτωση ιδιόκτητης κατοικίας του δικαιούχου.

Με το άρθρο 3 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι για την εξασφάλιση των χορηγουμένων δανείων (έντοκο και άτοκο μέρος) εγγράφεται υπέρ των πιστωτικών οργανισμών του άρθρου 11 και με φροντίδα τους πρώτη υποθήκη στο αποκτώμενο ή οικοδομούμενο με δάνειο ακίνητο. Αν ο δικαιούχος παίρνει μόνο το άτοκο ποσό του δανείου, εγγράφεται ισόποση υποθήκη μόνο υπέρ του ΟΕΚ.

Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου ορίζεται, σχετικά με τη στεγαστική συνδρομή, που παρέχεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού στους δικαιούχους, ότι πριν από την εξόφληση του δάνειου και επί δεκαετία από τη λήψη του, απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε δικαιοπραξία ή προσύμφωνο διάθεσης του ακινήτου που αποκτάται με δάνειο ή σύσταση οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή επιβολή κατάσχεσής του επιτρέπεται η μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που αγοράζονται ή ανεγείρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και προ της παρόδου δεκαετίας, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, κρίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΟΕΚ.

Η παραπάνω μεταβίβαση τελεί υπό την προϋπόθεση της ολοσχερούς εξόφλησης του δανείου. Από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 4 του ν. 1641/1986, με εκείνη της παρ. 13 του άρθρου 6 του ν.δ. 775/1964 "περί κωδικοποιήσεως διατάξεων περί λαϊκής κατοικίας", η οποία ορίζει ότι "υφισταμένης υποθήκης πάσα απαλλοτρίωσις του ακινήτου είναι άκυρος, επιτρεπομένης μόνο της μεταβιβάσεως λόγω προικός υπέρ κατιόντων ή αδελφών", προκύπτει ότι με αυτή θεσπίζεται, για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, απαγόρευση διάθεσης και με αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που αγοράστηκε ή αναγέρθηκε, κατά τις διατάξεις του ν. 1641/1986, με χρήματα του ως άνω δανείου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 αυτού, η δε παρά τις προϋποθέσεις αυτές γενομένη διάθεση είναι απολύτως άκυρη.

Η απαγόρευση της κατάσχεσης, η οποία αν επιβληθεί είναι άκυρη, ισχύει αθροιστικώς, μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν έχει εξοφληθεί το δάνειο και επί μία δεκαετία από τη λήψη του δανείου. Επομένως για τη δυνατότητα της κατάσχεσης, αλλά και της δια πλειστηριασμού κατά τα ανωτέρω πώλησής του, σε περίπτωση δικαστικής διανομής, απαιτείται η πλήρης εξόφληση του δανείου και η πάροδος δεκαετίας από τη λήψη του δανείου, με συνέπεια η έλλειψη της μιας από τις ανωτέρω προϋποθέσεις να αποκλείει την κατάσχεση ή την πώληση.

Έτσι σε περίπτωση διάθεσης του ακινήτου με πλειστηριασμό και αν ακόμη αυτός παραμείνει έγκυρος, ως διαδικαστική πράξη, αφού είναι ανίσχυρος και ανενεργής ως δικαιοπραξία διάθεσης του ουσιαστικού δικαίου, δεν επιφέρει μεταβίβαση της κυριότητας επί του πλειστηριασθέντος στον υπερθεματιστή (ΟλΑΠ 1688/1983).

Περαιτέρω με το άρθρο 2 του ν. 1849/1989, που συμπληρώνει το ν. 1641/1986, θεσπίζεται η χορήγηση δανείων αποκλειστικά από κεφάλαια του ΟΕΚ (δάνεια ΕΣΑΚ-Ειδικού Στεγαστικού Ανακυκλούμενου Κεφαλαίου), ενώ, κατά της διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 2224/1994, που συμπληρώνει το άρθρο 10 του ν.δ. 2963/1954 (ιδρυτικού νόμου του ΟΕΚ), η στεγαστική συνδρομή του ΟΕΚ προς τους δικαιούχους του παρέχεται, εκτός των άλλων και με επιδότηση του επιτοκίου των δανείων που χορηγούνται σ` αυτούς από Τράπεζες για την αγορά ή την ανέγερση κατοικίας, υπέρ των οποίων εγγράφεται και η αντίστοιχη εμπράγματη ασφάλεια (προσημείωση ή υποθήκη), ο δε ΟΕΚ απλώς επιδοτεί το επιτόκιο με ορισμένο ποσοστό.

Στην περίπτωση αυτή η διαμεσολάβηση της Τράπεζας στη χορήγηση των δανείων είναι αυτοτελής, αφού τα δάνεια αυτής της κατηγορίας χορηγούνται από ίδια κεφάλαια της εκάστοτε Τράπεζας, χωρίς κανέναν έλεγχο ή επηρεασμό εκ μέρους του ΟΕΚ. Οι Τράπεζες, ακολουθώντας τους τραπεζικούς στόχους τους, χορηγούν δάνεια στους καταγεγραμμένους από τον ΟΕΚ δικαιούχους, σύμφωνα με τον κανονισμό του, με τους όρους που αυτές θέτουν στις στεγαστικές τους παροχές μέσω της νομοθεσίας και των εγκυκλίων τους και με την καθιερωμένη τακτική τους.

Γίνεται δηλαδή, σ` αυτήν τη μορφή των δανείων μια τοποθέτηση κεφαλαίων της Τράπεζας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι απαγορεύσεις του άρθρου 4 του ν. 1641/1986 ισχύουν για τα δάνεια που προβλέπονται από το νόμο αυτό και όχι για τις περιπτώσεις ακινήτων που αγοράστηκαν με χορήγηση δανείου από Τράπεζα και επιδότηση επιτοκίου από τον ΟΕΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε, λόγω άρνησης της αναιρεσείουσας-εναγομένης να συναινέσει στην εξώδικη διανομή του επιδίκου διαμερίσματος, του οποίου τη συγκυριότητα έχουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάτερος τούτων, να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του, άλλως και λόγω του ανεφίκτου αυτής, να διαταχθεί η δια πλειστηριασμού πώλησή του και η διανομή του πλειστηριάσματος: " Δυνάμει του με αριθμό .../22-9-1995 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

συζ. Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν. Φιλαδέλφειας, στον τόμο … και με αριθμό …, οι διάδικοι απέκτησαν συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στο υπό στοιχείο ... διαμέρισμα, εμβαδού 83,50 τ.μ. του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας πολυκατοικίας, που είναι κτισμένη σε οικόπεδο κείμενο στη ...

Αττικής επί της οδού ..., έναντι τιμήματος 10.000.000 δρχ., το οποίο ολόκληρο καταβλήθηκε με δάνειο που αυτοί έλαβαν από την "... Α.Ε.", με επιτόκιο επιδοτούμενο από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας. Ο ενάγων με την από 3-4-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../23-5-2001 προγενέστερη αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, είχε ζητήσει τη δικαστική διανομή της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3327/2003 απόφαση, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη και με αυτή κρίθηκε α) ότι στη συγκεκριμένη διαφορά, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 175 εδ. α’ του Α.Κ. (απαγόρευση διάθεσης), 1, 4, 6 παρ. 2 του ν.δ. 1138/1972 και 1, 3, παρ. 4 και 4 ν. 1641/1986, με την οποία (τελευταία διάταξη) ορίζεται ότι, πριν από την εξόφληση του δανείου και για δέκα χρόνια από τη λήψη του, απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε δικαιοπραξία ή προσύμφωνο διάθεσης του ακινήτου που αποκτάται με δάνειο ή σύσταση οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους ή επιβολή κατάσχεσής του, β) ότι το αίτημα περί λύσης της κοινωνίας με την πώληση του επιδίκου ακινήτου με πλειστηριασμό, ήταν μη νόμιμο, αφού, για την αγορά του ακινήτου χορηγήθηκε δάνειο από τον ΟΕΚ, ενώ για την εξασφάλιση του δανείου εγγράφηκε υποθήκη υπέρ του δανειστή, η δε με πλειστηριασμό πώληση, εξομοιούται με διάθεση του κοινού, οι προϋποθέσεις για την οποία δεν πληρούνταν στην κρινόμενη τότε αγωγή δεδομένου ότι ούτε το δάνειο είχε εξοφληθεί ούτε είχε παρέλθει δεκαετία από τη λήψη του.

γ) Ότι ήταν προδήλως αδύνατη και ασύμφορη η αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου σε δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών. Επομένως, έχει κριθεί ήδη αμετάκλητα το ανέφικτο της αυτούσιας διανομής του παραπάνω ακινήτου και το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο για το εν λόγω ζήτημα, κατ’ άρθρο 322 ΚΠολΔ, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Στην κρινόμενη υπόθεση, ενώ δέχεται η εκκαλουμένη απόφαση ότι υπάρχει δεδικασμένο, που προκύπτει από την αμετάκλητη με αριθμό 3327/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων και αφορά την ίδια ένδικη διαφορά (διανομή) και απέρριψε σχετική προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος και για το λόγο αυτό δέχεται ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί διανομή του επιδίκου με αυτούσιο τρόπο, αφού δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται από την παραπάνω απόφαση, παρόλα αυτά δεν δέχεται ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ίδια παραπάνω απόφαση και για το άλλο από τα κριθέντα από αυτή ζητήματα, δηλαδή για το ποιές είναι οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διανομή με πλειστηριασμό.

Δεν δέχεται δηλαδή, την ύπαρξη δεδικασμένου, αν και έχει κρίνει το ίδιο Δικαστήριο, το έτος 2003, ότι έπρεπε να έχει εξοφληθεί πρώτα ολοσχερώς το δάνειο και σε κάθε περίπτωση να έχει παρέλθει δεκαετία από τη σύναψή του και όχι από την εξόφλησή του, όπως διέλαβε σφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση. Στην έννοια της εκποίησης του ακινήτου εντάσσεται και ο πλειστηριασμός, τόσο ο αναγκαστικός (κατόπιν επιβολής κατάσχεσης) όσο και ο διαταχθείς από δικαστική απόφαση στα πλαίσια της δίκης διανομής.

Συνεπώς, όταν ασκήθηκε η από 21-12-2011 ένδικη αγωγή, αφενός είχαν παρέλθει πλέον των 16 ετών από τη λήψη του δανείου (έτος 1995), αφετέρου δε, το δάνειο είχε εξοφληθεί από τις 10-11-2011. Παρ’ όλα αυτά η εκκαλουμένη απέρριψε την ένδικη αγωγή διανομής ως απαράδεκτη. Έτσι, όμως, που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έσφαλε στην εφαρμογή των διατάξεων που έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της έφεσης". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου, διατάσσοντας τη δια πλειστηριασμού πώληση του επικοίνου επιδίκου ακινήτου, θεωρώντας ότι τούτο δεν προστατεύεται από τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174 ΑΚ, 6 παρ. 4 του ν.δ. 1138/1972 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ν. 1641/1986 [εκ προφανούς παραδρομής το έτος αναφέρεται στο αναιρετήριο ως 1968], δεν παραβίασε ευθέως τις τελευταίες, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή προσδίδοντας σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναρίθμητος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 16 και 562 παρ. 2γ ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις αναιρετικού λόγου, της κατά παράβαση δηλαδή του νόμου αποδοχής της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας δεδικασμένου απαιτείται η προβολή του σχετικού περί δεδικασμένου ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και η επίκληση της εν λόγω προβολής στο αναιρετήριο δικόγραφο (ΟλΑΠ 1339/85). Κατ` ακολουθίαν αυτών ο αναρίθμητος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, αρνήθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την 580/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, είναι απαράδεκτος αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο δικόγραφο, τι ακριβώς αφορά το ανωτέρω δεδικασμένο και μεταξύ τίνων προσώπων εκτείνεται τούτο, αλλ’ ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου ότι τον περί υπάρξεως δεδικασμένου σχετικό ισχυρισμό είχε προτείνει νομότυπα στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με αναρίθμητο λόγο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 (κατά το πρώτο μέρος του) και 11 περ.

γ’ (κατά το δεύτερο μέρος του) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσίβλητου και συνακόλουθα την αγωγή του και διατάσσοντας την δια πλειστηριασμού πώληση του επιδίκου ακινήτου, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προσαχθέν με επίκληση από 10-4-2012 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας, καθολικής διαδόχου της δανείστριας Τράπεζας, από το οποίο αποδεικνυόταν ότι το χορηγηθέν στους διαδίκους δάνειο για την αγορά του επιδίκου ακινήτου εξοφλήθηκε στις 11-11-2011 και ως εκ τούτου δεν παρήλθε η δεκαετία από την εξόφληση του δανείου.

Ο λόγος αυτός ως προς μεν το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος εφόσον το επικαλούμενο έγγραφο δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προαναφερόμενη έννοια του νόμου, ως προς δε το δεύτερο είναι προεχόντως αλυσιτελής, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η κατά το νόμο δεκαετία δεν αρχίζει από την εξόφληση του δανείου, αλλά από τη λήψη αυτού.

Η κατ’ άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να προβληθεί και στην περίπτωση άσκησης του δικαιώματος περί διανομής κοινού πράγματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, προτείνεται δε και όταν ο δικαιούχος εδημιούργησε, όχι μόνο με την αδράνεια του επί μακρό χρόνο, αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά του, στον υπόχρεο ευλόγως, την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, εις τρόπον ώστε η επιδίωξη, με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, μεταβολής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την μακροχρόνια αδράνεια και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις αρχές που καθιερώνονται με τη διάταξη του, ως άνω, άρθρου.

Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Με τον τελευταίο αναρίθμητο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νομοτύπως τόσο ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου, όσο και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τις ενστάσεις α) αφενός του απαραδέκτου της περί δικαστικής διανομής του επιδίκου ακινήτου των διαδίκων αγωγής, εφόσον τούτο αγοράσθηκε εξ ολοκλήρου με δάνειο που οι διάδικοι έλαβαν από την ..., με επιτόκιο επιδοτούμενο από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, εις βάρος αυτού δε υφίστατο, κατά την άσκηση της αγωγής, η δια του υπ’ αριθ. .../1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ιωάννας Γκούσκου εγγραφείσα υπέρ της δανείστριας Τράπεζας υποθήκη, με συνέπεια να είναι άκυρη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 13 του άρθρου 6 του ν. 775/1964 κάθε απαλλοτρίωση του επιδίκου, χωρίς προηγούμενη εξάλειψη της υφιστάμενης υποθήκης και β) αφετέρου της κατ’ άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστικής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος άσκησης του δικαιώματός του, καθόσον είχε προηγηθεί συμφωνία των αντιδίκων περί καταβολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας-εναγομένης στη δανείστρια Τράπεζα και του ποσοστού της οφειλής του αναιρεσίβλητου, ενόψει της οικονομικής του αδυναμίας, ώστε να εξοφληθεί πλήρως το δάνειο, χωρίς να απωλεσθεί η ευνοϊκή επιδότηση του δανείου από τον ΟΕΚ και χωρίς να επισπευσθεί εις βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση, με τελικό σκοπό να μεταβιβασθεί σ’ εκείνη (αναιρεσείουσα), δεδομένης και της ανίατης ασθένειάς της, του μεριδίου επί του επικοίνου επιδίκου του αναιρεσίβλητου πρώην συζύγου της, ο οποίος και τη διαβεβαίωνε ότι, τηρώντας τα συμφωνηθέντα, δεν θα ήγειρε οποιαδήποτε αξίωσή του.

Οι εν λόγω ενστάσεις προβλήθηκαν νομοτύπως με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας τόσο στον πρώτο, όσο και στο δεύτερο βαθμό, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων, επ’ αυτών δε το Εφετείο δεν απάντησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Και ως προς μεν την πρώτη τούτων, ο σχετικός λόγος αναιρετικός λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, στην ένδικη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 4 του ν. 1641/1986 και 6 παρ. 13 του ν. 775/1964.

Ως προς την στηριζόμενη, όμως, στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του σχετικού δικαιώματός του, το Εφετείο δεν απάντησε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κάνοντας δεκτή ή απορρίπτοντας αυτήν, κατά τον βάσιμο περί τούτου αναιρετικό λόγο, κατά το σχετικό σκέλος του.

Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο και μόνο μέρος (που αφορά την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του σχετικού δικαιώματός του), να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 6511/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ