219/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 219 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated219/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 219 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 219 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 219/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ε. Κ. το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Παπαϊωάννου η οποία ανεκάλεσε την από 24-4-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Κ. του Γ., και 2. Κ. Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 24-4-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17315/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 51/2011 και μετ’ ανακοπή 1145/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 6-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το άρθρο 553 παρ. 1 εδ.β’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ από το άρθρο 554 του ιδίου Κώδικα προκύπτει,ότι αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε (ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία), η αναίρεση απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι απευθύνεται και κατά της ερήμην αποφάσεως, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 εδ.α’ Κ.Πολ.Δ.: "Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της εφέσεως, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία, προσβλητή με το ένδικο μέσον της αναίρεσεως είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας δίκης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Α.Π. 1506/2013).
Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται α’ )κατά της υπ’ αριθ.1145/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσης υπ’ αριθ.51/2011 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου και β’ )κατά της τελευταίας αποφάσεως, με την οποία το Εφετείο απέρριψε λόγω ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, την ασκηθείσα από αυτήν έφεση κατά της 17315/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτή και ερευνητέα ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στην έννοια της ανώτερης βίας, που συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εντελώς εξαιρετικής φύσεως, το οποίο δεν αναμενόταν, ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί από τον διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ανεξάρτητα αν το γεγονός είναι εσωτερικό ή όχι (Ολ.ΑΠ 29/1992).
Η έννοια της ανώτερης βίας του ως άνω άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι νομική έννοια εκ του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την κρινομένη ανακοπή ερημοδικίας εκθέτει, ότι επί αγωγής των αντιδίκων της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε η 17315/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που την υποχρέωσε να τους καταβάλει, ως αποζημίωση, για την αναφερομένη αιτία, τα ποσά των 381.666,14 και 20.087,69 ευρώ.
Ότι κατά της απόφασης αυτής ο δικηγόρος της άσκησε την ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης απευθυνόμενη από 14-7-2008 έφεσή της, και, ακολούθως, προήλθε σε επίσπευση της συζήτησής της, οπότε ορίσθηκε αρμοδίως προς τούτο η κατά τη δικάσιμο της 8-1-2010 συνεδρίαση του εν λόγω δικαστηρίου. Ότι, παραλλήλως, σε επίσπευση της συζήτησης της άνω έφεσής της, προχώρησαν και οι καθ’ ων η ανακοπή-εφεσίβλητοι, οπότε ορίσθηκε συντομότερη προς τούτο ημερομηνία και δη η κατά τη δικάσιμο της 4-12-2010 συνεδρίαση.
Ότι οι εφεσίβλητοι επέδωσαν στην ίδια, που το παρέλαβε προσωπικά, αντίγραφο της έφεσής της μετά της παρά πόδας αυτού πράξης ορισμού δικασίμου και κλήση για παράστασή της στη συζήτησή της κατά την προαναφερθείσα, στη δικάσιμο της 4-12-2010, πλην όμως η ίδια, βλέποντας στο δικόγραφο πρώτο το δικό της όνομα και τη σφραγίδα του δικηγόρου της, δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο του, αλλά υπολαμβάνοντας ότι το επιδοθέν έγγραφο προέρχεται απ’ αυτόν, του τηλεφώνησε να τον ρωτήσει γιατί στέλνει έγγραφα και σ’ αυτή, για να λάβει από το δικηγόρο της την απάντηση ότι αυτά είναι δικονομικά ζητήματα και καλά θα κάνει να μη ρωτάει.
Ότι, ακολούθως, κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2009 άρχισαν να διαταράσσονται οι σχέσεις της με το δικηγόρο της, οι οποίες έφθασαν, λόγω δικαιολογημένου κλονισμού της εμπιστοσύνης της στο πρόσωπό του, σε πλήρη ρήξη κατά μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους, οπότε, ενόψει της κακόπιστης και παράνομης άρνησής του να της παραδώσει τους φακέλους των υποθέσεών της, μεταξύ των οποίων και αυτόν της ένδικης, αποδύθηκε σε πραγματικό αγώνα, με αναφορά στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τους αναλάβει, πράγμα που έγινε δυνατό περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου 2009.
Ότι, αγνοούσα, για τους προαναφερθέντες λόγους, καθ’ όλο αυτό το διάστημα την παρά των αντιδίκων της επίσπευση συζήτησης της έφεσής της για τη δικάσιμο της 4-12-2009, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην και ν’ απορριφθεί η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, γεγονότος του οποίου έλαβε γνώση από τη νυν δικηγόρο της, που προήλθε στη σχετική έρευνα, μόλις την προτεραία της δικασίμου της 8-1-2010, κατά την οποία αυτή είχε με επιμέλειά της προσδιορισθεί να συζητηθεί.
Ότι, τέλος, οι αντίδικοί της, που επεδίωξαν τον ορισμό συντομότερης δικασίμου χωρίς ουσιώδες έννομο συμφέρον, φαίνεται ότι γνώριζαν πως η ιδία αγνοούσε την παρ’ αυτών επίσπευση της συζήτησης της έφεσής της για τη δικάσιμο της 4-12-2009 και για το λόγο αυτό, προκειμένου ν’ αποφύγουν πιθανό αίτημα αναβολής από μέρους της, εάν, έστω και την τελευταία στιγμή, την πληροφορείτο, ο δικηγόρος τους δεν παρέστη αυτοπροσώπως κατά την εκδίκαση, αλλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ανακόπτουσα, ισχυριζόμενη ότι από λόγους ανωτέρας βίας δεν μπόρεσε να παραστεί στην συζήτηση της έφεσης της κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 4-12-2009 και, ειδικότερα, λόγω της προπεριγραφείσης κακόπιστης συμπεριφοράς του τότε δικηγόρου της, με συνέπεια να δικασθεί ερήμην και ν’ απορριφθεί η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, ζητά να εξαφανισθεί η ανακοπτομένη απόφαση και να χωρήσει επί της ουσίας συζήτηση της έφεσης της.
Το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω περί ανωτέρας βίας λόγο ως μη νόμιμο με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Τα επικαλούμενα από την ανακόπτουσα περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον από μέρους της επικαλούμενο λόγο ανωτέρας βίας. Ως ανωτέρα βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατόν ν’ αποτραπεί από το διάδικο, ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας συνετού ανθρώπου.
Με βάση όμως τα επικαλούμενα από την ανακόπτουσα περιστατικά, η ερημοδικία της κατά την προαναφερθείσα, νομίμως, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 498 ΚΠολΔ, ορισθείσα παρά των αντιδίκων της προς εκδίκαση της εφέσεώς της δικάσιμο της 4-12-2009, δεν συνδέεται αμέσως με την αντιδικία της με τον προηγούμενο νομικό της συμπαραστάτη, ούτε σε άλλο, και δη εξαιρετικής φύσεως, γεγονός, για το οποίο η ιδία δεν έχει ευθύνη, αλλά σε λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπό της και την έλλειψη της στοιχειώδους επιμελείας, που όφειλε να επιδεικνύει σχετικά με την ένδικη υπόθεσή της.
Και τούτο γιατί, όπως η ιδία ομολογεί, παρέλειψε ακόμη και να αναγνώσει την παρά των αντιδίκων της, επισπευσάντων τη συζήτηση της εφέσεώς της για την προαναφερθείσα δικάσιμο της 4-12 - 2009, επιδοθείσα προς αυτή κλήση για εμφάνισή της στην κατά την ημερομηνία αυτή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, με συνέπεια να μη έχει, εξ οικείου πταίσματος, τη δυνατότητα ν’ απευθυνθεί στη νέα νομική συμπαραστάτριά της, αφού η ρήξη των σχέσεών της με τον προηγούμενο δικηγόρο της είχε προηγηθεί, και να εμφανισθεί μετά ή δι’ αυτής στην άνω δικάσιμο και, αν δεν μπορούσε, λόγω των επικαλουμένων περιστάσεων, να είναι έτοιμη για τη συζήτηση της υποθέσεως, να υποβάλει δικαιολογημένο αίτημα αναβολής της, που, αντικειμενικά, μπορούσε να ήταν συντομότατη, δεδομένου ότι υπήρχε δυνατότητα η υπόθεση ν’ αναβληθεί για τη δικάσιμο της 8-1-2010, οπότε είχε αρχικά προσδιορισθεί με επιμέλειά της η συζήτησή της.
Εξ άλλου, ο περαιτέρω ισχυρισμός της ανακοπτούσης περί δολίας συμπεριφοράς των αντιδίκων της, που, αφ’ ενός επεδίωξαν, χωρίς ουσιώδες συμφέρον, τον ορισμό συντομοτέρας δικασίμου προς εκδίκαση της εφέσεώς της και αφ’ ετέρου παρέστησαν στη δικάσιμο που δικάσθηκε ερήμην δια δηλώσεως, κατ’ άρθρο 242 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, προκειμένου ν’ αποφύγουν πιθανό αίτημα αναβολής από μέρους της, σε περίπτωση που, έστω και την τελευταία στιγμή, πληροφορεί την κατά τη δικάσιμο αυτή συζήτηση, δεν ασκεί έννομη εν προκειμένω επιρροή, υπό την έννοια ότι δεν δημιουργεί νομικά βάσιμο λόγο παραδοχής της ενδίκου ανακοπής, αφ’ ενός γιατί, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι αντίδικοί της άσκησαν δικαιώματα προβλεπόμενα από το νόμο και εφ’ ετέρου γιατί η κατά τον άνω τρόπο παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεως της ανακοπτούσης, δεν αποτελούσε, όπως αυτή υπολαμβάνει, παρακωλυτικό στοιχείο να ζητηθεί από μέρους της η αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που επικαλείται, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 εδ.
στ’ ΚΠολΔ, όταν διάδικος παρίσταται με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το Δικαστήριο, αν προβάλλονται παρ’ άλλου διαδίκου διαδικαστικοί ισχυρισμοί, μπορεί ν’ αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί". Με το να απορρίψει το Εφετείο ως μη νόμιμο τον προταθέντα με την ένδικη ανακοπή λόγο ανωτέρας βίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (υπαγωγή) την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου (ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας) διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ.
Τούτο διότι τα ως άνω επικαλούμενα με την ένδικη ανακοπή πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν (όπως και το Εφετείο δέχεται) λόγο ανωτέρας βίας, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην προαναφερθείσα μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Η θεμελίωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου και ελλείψεις (ατέλειες) ή αντιφάσεις στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύεται, ως εκ τούτου, ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε τον κρίσιμο (αυτοτελή) πραγματικό ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο.
Συνεπώς, ο ως άνω πρώτος λόγος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα (της ανυπαρξίας λόγου ανωτέρας βίας) είναι απαράδεκτος.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25, 26, 27/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την υπ’ αριθ.51/2011 απόφασή του στην οποία ενσωματώθηκε η υπ’ αριθ.17315/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) μετά την λόγω συνταξιοδοτήσεως αποχώρησή της από την θέση εργασίας της στην τράπεζα Citibank SA από το έτος 1997 απασχολήθηκε με την παροχή σε επενδυτές συμβαλλομένους με την ίδια συμβουλών επενδύσεως του κεφαλαίου τους σε προγράμματα διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου.
Τα επενδυτικά αυτά προγράμματα είχαν την μορφή της τοποθετήσεως του επενδυόμενου κεφαλαίου κυρίως σε χρηματιστηριακά παράγωγα. Η εναγομένη ανέπτυσσε την συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα διατηρώντας συνεργασία με την εδρεύουσα στην πόλη ... ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." η οποία έναντι των πελατών της προαναφερόμενης διαδίκου και υπό την εποπτεία της τελευταίας αναλάμβανε μέσω αντιστοίχων συμβάσεων διαχειρίσεως την εκτέλεση των επιχειρούμενων επενδυτικών κινήσεων.
Νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της παραπάνω εταιρίας είναι οι S. S. και A. H.. Παράλληλα μέσω του από 29-8-1997 προσκομιζόμενου σε νόμιμη μετάφραση επίσημου αποσπάσματος αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της εδρεύουσας στην Ελβετία ανώνυμης εταιρίας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και εκτελέσεως κάθε είδους οικονομικών κα εμπορικών συναλλαγών με την επωνυμία "..." που από την 20-6-2000 προσέλαβε της επωνυμία "..." μεταξύ άλλων η εναγομένη είχε οριστεί εκπρόσωπος αυτής στην Ελλάδα.
Το πρόσωπα που υπογράφουν το απόσπασμα αυτό είναι ο C. K. που ήταν μοναδικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και η προαναφερόμενη A. H., η οποία εμφανίζεται με την ιδιότητα της γραμματέως. Με την από 16-3-1999 βεβαίωση της A. H. η ίδια διεύθυνση προσδιορίζεται ως έδρα της παραπάνω εταιρίας όπως και της εταιρίας με την επωνυμία "...".
Η εναγομένη σύμφωνα με σχετική διαφημιστική καταχώρηση στο περιοδικό ... έναντι των πελατών της εμφάνιζε τον C. K. ως διευθύνοντα σύμβουλο και τον εαυτό της ως πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας με την επωνυμία "...", ενώ το έτος 2000 μετείχε στη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." της οποίας ήταν η αντιπρόεδρος και η διευθύνουσα σύμβουλος.
Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) το έτος 1998 ενδιαφερόνταν να επενδύσουν ορισμένο κεφάλαιο με ασφάλεια και κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί ένα επιτόκιο υψηλότερο αυτού που θα τους παρείχε κάποια τοποθέτηση του αντίστοιχου ποσού με την μορφή καταθέσεως υπό προθεσμία σε ελληνική τράπεζα. Αξιολογώντας τις πληροφορίες που οι ενάγοντες άντλησαν από τον κύκλο των φιλικώς συνδεόμενων με αυτούς προσώπων εκτίμησαν ότι η εναγομένη ήταν το περισσότερο κατάλληλο πρόσωπο, ώστε να εμπιστευτούν σε αυτήν να επιλέξει και να τους υποδείξει το επωφελέστερο για την κάλυψη των αναγκών τους επενδυτικό πρόγραμμα ασκώντας παραλλήλως την εποπτεία των κινήσεων που θα επιχειρηθούν κατά την εξέλιξη της επενδύσεως και παρέχοντας σε αυτούς αντίστοιχη ενημέρωση.
Τον μήνα Ιούλιο του έτους 1998 η εναγομένη αποδέχθηκε την ανωτέρω περιεχόμενου πρόταση των εναγόντων και ανέλαβε τις αντίστοιχες υποχρεώσεις έναντι αυτών διαβεβαιώνοντας τους τελευταίους, ότι στο προτεινόμενο εκ μέρους της επενδυτικό πρόγραμμα περιλαμβάνονται ασφαλείς τοποθετήσεις που θα είχαν την μορφή κυρίως καταθέσεων σε λογαριασμούς υπό προθεσμία με επιτόκιο περίπου 5-6%, ενώ ελάχιστο μέρος του κεφαλαίου το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 25 έως 30% περίπου θα επενδυόταν σε μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης.
Με τους όρους αυτούς η εναγομένη εμφανίζοντας ως μια επιχείρηση αξιόπιστη και φερέγγυα συνδεόμενη με την τράπεζα της Ελβετίας με την επωνυμία "..." την εδρεύουσα στην πόλη ... άγνωστη στους ενάγοντες εταιρία με την επωνυμία "..." έπεισε τους συγκεκριμένους διαδίκους την 13-7-1998 να συμφωνήσουν με την τελευταία να της αναθέσουν την άσκηση διαχειρίσεως του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου παραλείποντας όμως να τους διευκρινίσει τη μορφή του προτεινόμενου επενδυτικού προγράμματος.
Ειδικότερα παρέλειψε η εναγομένη να προσδιορίσει στους ως άνω αντισυμβαλλομένους της ότι η εκ μέρους της υποδεικνυόμενη επενδυτική επιλογή συνδέεται κυρίως με τοποθετήσεις κεφαλαίου σε διαπραγματεύσιμους τίτλους παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, με συνέπεια οι τελευταίοι να έχουν την εντύπωση ότι η διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους δεν θα επεκταθεί εκτός των παραπάνω περιγραφόμενων ορίων της αρχικής συμφωνίας τους με την προαναφερόμενη διάδικο.
Κατά μείζονα λόγο η εναγόμενη παρέλειψε να εξηγήσει στους ενάγοντες του υψηλούς κινδύνους απώλειας του κεφαλαίου με τους οποίους συνδέεται η άσκηση διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου με την προτεινόμενη εκ μέρους της μορφή, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι οι αντισυμβαλλόμενοί της ήταν πρόσωπα τα οποία διέθεταν τις αναγκαίες εξειδικευμένες γνώσεις, ώστε να είναι σε θέση να αντλήσουν και να κατανοήσουν επαρκώς τις σχετικές πληροφορίες χωρίς την συνδρομή της ιδίας, την οποία άλλωστε λόγω της αδυναμίας τους αυτής επέλεξαν να εμπιστευτούν.
Αυτές ήταν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι ενάγοντες την 13-7-1998 όπως ήταν αναγκαίο προκειμένου να ασκηθεί η διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους μέσω της από 13-7-1998 συμβάσεως κοινού διαζευκτικού λογαριασμού συμφώνησαν με την τράπεζα "..." να τεθεί σε λειτουργία ενιαίος λογαριασμός αποτελούμενος από τους υπ’ αριθμ ...
λογαριασμούς αποτιμώμενους σε γερμανικά μάρκα, ελβετικά φράγκα και δολάρια ΗΠΑ αντιστοίχως στους οποίους όπως είχαν καθορίσει οι προαναφερόμενοι διάδικοι μετείχαν με ποσοστό 95 % ο πρώτος και 5% η δεύτερη από αυτούς. Επίσης με την από 13-7-1998 έγγραφη συμπληρωματική κάρτα υπογραφών, την οποία υπέγραψαν οι ενάγοντες, παρείχαν στην εναγομένη και στους ανωτέρω αναφερόμενους νομίμους εκπροσώπους της εταιρίας με την επωνυμία "..." πληρεξουσιότητα ατομικού με την υπογραφή καθενός από αυτούς χειρισμού και κινήσεως του ανωτέρω λογαριασμού.
Ακολούθησε η υπογραφή από τους ενάγοντες του από 12-8-1998 ειδικού πληρεξουσίου μέσω του οποίου παρεχόταν από τους ίδιους προς την προαναφερόμενη εταιρία δικαίωμα αντιπροσωπεύσεώς τους κατά την διαχείριση και επένδυση της περιουσίας τους που θα διαμόρφωνε το περιεχόμενο του λογαριασμού. Τα παραπάνω έγγραφα ήταν συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα και τα υπέγραψαν οι ενάγοντες ακολουθώντας τις σχετικές υποδείξεις της εναγομένης.
Επιπλέον την 13-1-1998 η εναγομένη εμφάνισε στους ενάγοντες ως μια τυπική αναγκαιότητα την υπογραφή εκ μέρους τους του συνταγμένου στη αγγλική γλώσσα έγγραφου υπό τον τίτλο "..." (δικαιώματα προαίρεσης/χρηματοοικονομικές προθεσμιακές συμβάσεις), το οποίο αυτοί πείστηκαν να υπογράψουν, ενώ το επίπεδο των γνώσεών τους στην αγγλική γλώσσα δεν επέτρεπε την κατανόηση του περιεχομένου του.
Στον όρο υπ’ αριθμ 1.3 του συγκεκριμένου κειμένου αναφέρεται, ότι ο πελάτης υπογράφοντας το συγκεκριμένο έγγραφο βεβαιώνει ότι γνωρίζει όσους κινδύνους συνδέονται με τις συγκεκριμένες μορφές επενδύσεως και ότι του παραδόθηκε το φυλλάδιο με τίτλο "Τι πρέπει να γνωρίζετε σχετικά με τις συναλλαγές διαπραγματεύσιμων τίτλων οι οποίες περιλαμβάνουν ειδικούς κινδύνους" του οποίου πληροφορήθηκε το περιεχόμενο.
Οι ενάγοντες όμως δεν αποδεικνύεται ούτε ότι παρέλαβαν από την εναγομένη το φυλλάδιο αυτό, ούτε ότι η τελευταία έστω και συνοπτικά τους ανέπτυξε το περιεχόμενο του, το οποίο χωρίς τη συνδρομή της σε κάθε περίπτωση δεν θα είχε καταστεί αντιληπτό από τους συγκεκριμένους διαδίκους. Στον παραπάνω λογαριασμό κατατέθηκε εκ μέρους των εναγόντων την 5-8-1998 ποσό ύψους 99.980 δολαρίων ή 149.970 ελβετικών φράγκων, την 18-2-1999 ποσό ύψους 194.850 δολαρίων ΗΠΑ ή 283.627 ελβετικών φράγκων, την 12-7-1999 και την 20-12-2001 ποσό ύψους 285.350, και 258.625 ελβετικών φράγκων, αντιστοίχως και την 22-4-2002 ποσό ύψους 29.350 Ευρώ ή 42.401,95 ελβετικών φράγκων.
Η διαχείριση των ανωτέρω κεφαλαίων εντός του διαστήματος μεταξύ του μηνός Αυγούστου του έτους 1998 έως την 21-11-2002 ασκήθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "..." μέσω 201 εντολών προς την τράπεζα "...", η οποία τις εκτέλεσε ενεργώντας ως θεματοφύλακας. Εκτός από εννέα, όλες οι υπόλοιπες εντολές αφορούσαν στην επιχείρηση πράξεων αγοράς ή πωλήσεως διαπραγματεύσιμων τίτλων.
Κατά το ίδιο διάστημα εκ μέρους της εναγομένης δεν ανακοινώθηκε στους ενάγοντες ούτε αναλύθηκε σε αυτούς η μορφή της ασκούμενης διαχείρισης, αλλά η ίδια τους παρέδιδε επιστολές εμφανιζόμενες ως προερχόμενες από την εταιρία με την επωνυμία "..." που περιείχαν αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους εμφανίζοντας ως επωφελή την επένδυση.
Σε ορισμένα από τα κείμενα αυτά υπήρχαν και εκτιμήσεις της ανωτέρω διαδίκου μέσω τον οποίων ενισχυόταν η εμπιστοσύνη των εναγομένων προς το πρόσωπό της και η πεποίθησή τους ότι η ίδια διατηρώντας τον έλεγχο παρακολουθεί την ασκούμενη διαχείριση, η οποία εμφανιζόταν ως κερδοφόρα κινούμενη εντός των ορίων των οδηγιών των παραπάνω αντισυμβαλλομένων της.
Οι επιστολές αυτές συνοδευόταν από κάποιους πίνακες αποτελεσμάτων που εμφανίζονται να προέρχονται από την εταιρία με την επωνυμία "...". Κατά το διάστημα που ακολούθησε τον Φεβρουάριο του έτους 2003 οι ενάγοντες επεχείρησαν να ερευνήσουν οι ίδιοι την κατάσταση της επενδύσεως εκτιμώντας ως ανησυχητική την εκ μέρους τους παρατηρούμενη έλλειψη ετοιμότητας της εναγομένης να ικανοποιήσει το αίτημά τους μεταφοράς σε τραπεζικό λογαριασμό στη Ελλάδα του κεφαλαίου που αντιστοιχούσε στο χαρτοφυλάκιό τους, το οποίο οι συγκεκριμένοι διάδικοι είχαν την εντύπωση, ότι, όπως αναφερόταν στην ενημερωτική επιστολή του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2003 ανερχόταν στο ποσό των 636.293,80 ελβετικών φράγκων και 29.350 Ευρώ ή αφαιρουμένων των ελληνικών μετοχών σε 434.035 ελβετικά φράγκα και 17.640,33 Ευρώ.
Η έρευνα όμως που οι ενάγοντες επεχείρησαν μέσω των ηλεκτρονικώς τηρούμενων εκ μέρους της τράπεζας "..." αρχείων που αποτυπώνουν την κίνηση του λογαριασμού απέδειξε ότι το υπόλοιπο αυτού το έτος 2003 έχει περιοριστεί στο ύψος των 51.676 ελβετικών φράγκων. Ακολούθησε η λεπτομερής συγκέντρωση των αποσπασμάτων των εμπορικών βιβλίων της παραπάνω τράπεζας που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή μέσω των οποίων προέκυψε, ποια ήταν η μορφή της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου και με ποιο τρόπο ασκήθηκε αυτή προκαλώντας ζημία στην περιουσία των εναγόντων.
Η εναγομένη περιλαμβάνεται μεταξύ όσων προσώπων ευθύνονται σε αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας, δεδομένου ότι οι ενάγοντες εμπιστεύτηκαν την ίδια και αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να επιλέξει και να παρουσιάσει στους αντισυμβαλλομένους της το κατάλληλο επενδυτικό πρόγραμμα διαχείρισης ασκώντας εκ μέρους τους τον έλεγχο των επενδυτικών κινήσεων και παρέχοντας σε αυτούς σχετική ενημέρωση που θα περιλαμβάνει την παρουσίαση όλων των αναγκαίων πληροφοριών.
Έχοντας η ενάγουσα αναλάβει αυτές τις υποχρεώσεις παραπλάνησε τους αντισυμβαλλομένους της παραλείποντας να αναπτύξει αναλυτικώς σε αυτούς ποια θα ήταν η μορφή της διαχειρίσεως που συνδεόταν με το υποδεικνυόμενο επενδυτικό πρόγραμμα και κυρίως να τους εξηγήσει ότι το κεφάλαιο τους δεν ήταν δεδομένο ότι θα παρέμενε ασφαλές, αλλά αντιθέτως υπήρχε κίνδυνος να υποστεί εκτεταμένη μείωση.
Παράλληλα η εναγομένη δεν επεχείρησε να εκθέσει στους ενάγοντες ποιο ήταν το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψαν υπό τον τίτλο "...", ούτε να περιέλθει σε αυτούς σε μετάφραση από αγγλικά το ενημερωτικό φυλλάδιο που το συνόδευε. Όλες αυτές οι πληροφορίες όπως ήταν γνωστό στην εναγομένη από την επικοινωνία που είχε με τους ενάγοντες ήταν απαραίτητες σε αυτούς και ή ίδια είχε υποχρέωση να τους παράσχει την αντίστοιχη ενημέρωση, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθούν τι είδους επενδυτικό πρόγραμμα τους πρότεινε η αντισυμβαλλόμενή τους και ακολούθως αφού συνεκτιμήσουν όλες τις ουσιώδεις παραμέτρους να αποφασίσουν αναλαμβάνοντας πλέον οι ίδιοι τους κινδύνους και αποδεχόμενοι τις συνέπειες της επιλογής τους.
Την πλάνη αυτή των εναγόντων η εναγομένη δεν επιχείρησε με οποιαδήποτε τρόπο να αποφύγει να ενισχύσει και κατά το διάστημα που εξελισσόταν η διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους, αλλά αντιθέτως την καλλιεργούσε και την ενίσχυε με τη συμπεριφορά της να τους παραδίδει μεταφρασμένες στα ελληνικά τις παραπάνω μνημονευόμενες ψευδείς ενημερωτικές επιστολές, ενώ παράλληλα στα κείμενα των συγκεκριμένων εγγράφων δεν ανέφερε ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει και να ελέγξει τις επενδυτικές κινήσεις όπως ισχυρίζεται στην παρούσα δίκη.
Εξαιτίας της πλάνης αυτής που προκλήθηκε και διατηρήθηκε ως συνέπεια των ανωτέρω περιγραφόμενων παραλείψεων που συνθέτουν την συμπεριφορά της εναγομένης οι ενάγοντες δεν απέκτησαν γνώση της υφιστάμενης καταστάσεως του χαρτοφυλακίου τους και του είδους της ασκούμενης διαχειρίσεως σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο κατά το οποίο εξελισσόταν η τελευταία, με αποτέλεσμα, πιστεύοντας ότι αυτή είναι κερδοφόρα, να αποδέχονται την συμμετοχή στην αντίστοιχη συμβατική σχέση, που ενώ ήταν ζημιογόνα για την περιουσία τους αντιθέτως υπήρξε επωφελής για όσους συνεργαζόμενους με την εναγομένη μέσω της εταιρίας με την επωνυμία "..." είχαν υπό τον έλεγχο τους τα αντίστοιχα κεφάλαια.
Ο λογαριασμός στον οποίο οι ενάγοντες είχαν καταθέσει τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά δεν βρισκόταν εκτός ελέγχου της εναγομένης, δεδομένου ότι όπως ανωτέρω εκτέθηκε οι συγκεκριμένοι διάδικοι στην ίδια όπως και σε καθένα από τους νομίμους εκπροσώπους της εταιρίας με την επωνυμία "..." είχαν παραχωρήσει δικαίωμα αντιπροσωπεύσεώς τους κατά το χειρισμό της κινήσεως της αντίστοιχης καταθέσεως.
Με τα δεδομένα αυτά η εμφανιζόμενη σύμφωνα με το από 27-6-2003 έγγραφο της τράπεζας "..." παράλειψη της εναγομένης να επιχειρήσει σε οποιαδήποτε χρονικό σημείο να αξιοποιήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα αντιπροσωπεύσεως ελέγχοντας τουλάχιστον την κίνηση του λογαριασμού, ώστε να ενημερώσει τους πελάτες της, εκτιμώμενη σε συνδυασμό με την συμπεριφορά που ήδη είχε εκδηλώσει προκαλώντας πλάνη στους ενάγοντες σχετικά με το είδος και τις συνέπειες της διαχειρίσεως και με την σχέση συνεργασίας που διατηρούσε με τις εταιρίες ".../..." και "..." αποτελούν περιστατικά τα οποία εάν δεν ενισχύουν σε κάθε περίπτωση δεν αναιρούν την υπό διάγνωση τελούσα στην παρούσα δίκη ευθύνη της ανωτέρω διαδίκου σε αποζημίωση των εναγόντων.
Εξάλλου η διαπίστωση της επικαλούμενης από την εναγόμενη περιουσιακής βλάβης που εμφανίζεται κατά τους ισχυρισμούς της ότι έχει υποστεί λόγω απώλειας κεφαλαίου ύψους 1.276.529 ελβετικών φράγκων δεν συνέχεται προς το αντικείμενο της παρούσας δίκης και προϋποθέτει την διάγνωση και εκκαθάριση της συμβατικής σχέσεως που την συνδέει με τις ανωτέρω εταιρίες, με τις οποίες συνεργαζόταν.
Σε κάθε περίπτωση ακόμα και εάν υποτεθεί ότι εξαιτίας κάποιων περιστατικών των οποίων η συνδρομή δεν τεκμηριώνεται στην παρούσα δίκη η εναγομένη δεν περιλαμβανόταν μεταξύ όσων προσώπων είχαν πληροφορηθεί την μορφή και ασκούσαν τον έλεγχο της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου των εναγόντων η εκ μέρους της εμφάνιση έναντι των τελευταίων ως ενός προσώπου εμπιστοσύνης και η ανάληψη της ευθύνης να τους προτείνει ορισμένο πρόγραμμα επενδύσεων συνδεόμενο με υψηλού κινδύνου διαχείριση το περιεχόμενο το οποίου όμως η ίδια αδυνατούσε να ελέγξει και να παράσχει στους πελάτες της τις απαραίτητες συγκεκριμένες αξιόπιστες πληροφορίες σε σχέση με αυτό, θέτει τους όρους επελεύσεως ζημίας στην περιουσία των τελευταίων.
Κατά συνέπεια και υπό την εκδοχή αυτή η παράλειψη της εναγομένης αφού ενημερωθεί η ίδια να πληροφορήσει του ενάγοντες σχετικά με την πορεία της επενδύσεως, ενόψει της ζημιογόνου καταστάσεως που με τη συμπεριφορά της δημιούργησε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο σχετικό τμήμα της προηγούμενης νομικής σκέψης θεμελιώνει την ευθύνη της σε αποζημίωση των εναγόντων.
Δεδομένου ότι και οι ενάγοντες συνομολογούν ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού τους ανέρχεται σε 51.676 ελβετικά φράγκα, ενώ το συνολικό ύψος των αναλήψεων από αυτόν αποτιμάται σε (398.174,83 + 80.742) 478.916,83 ελβετικά φράγκα, το ποσό των (478,916,83 + 51.676) 530.598,83 ελβετικών φράγκων θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ύψος των κεφαλαίων που παραδόθηκαν προς διαχείριση το οποίο αντιστοιχεί σε "49.970 + 283.627 + 285.350 + 258.625 + 42.401,95) 1.019.973,95 ελβετικά φράγκα.
Συνακόλουθα η επελθούσα απώλεια κεφαλαίου η οποία αντιστοιχεί στην θετική ζημία που οι ενάγοντες έχουν υποστεί εξαιτίας της ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης προσδιορίζεται ανερχόμενη στο ύψος των (1.019.973,95-530.592,83) 489.381,12 ελβετικών φράγκων ή 320.214,79 Ευρώ. Εξάλλου το ποσό των τόκων το οποίο οι ενάγοντες θα εισέπρατταν κατά το διάστημα εντός της περιόδου 5-8-1998 έως 15-6-2006 που κατέθεσαν στο λογαριασμό καθένα από τα παραπάνω κεφάλαια εάν όπως ήταν αναμενόμενο να συμβεί είχαν τοποθετήσει τα αντίστοιχα ποσά σε κατάθεση ταμιευτηρίου ελληνικής τράπεζας αφαιρουμένου του παρακρατούμενου φόρου 15% ανέρχεται σε 81.539,05 Ευρώ.
Το παραπάνω συνολικό ποσό ύψους (320.214,79 + 81.539,05) 401.753,84 Ευρώ στο οποίο αποτιμάται η θετική και αποθετική ζημία που έχει προκληθεί κατανέμεται στην περιουσία των εναγόντων σύμφωνα με την ποσοστιαία αναλογία τους στον λογαριασμό. Κατά συνέπεια το ύψος της συνολικής ζημίας σε αποκατάσταση της οποίας ευθύνεται η εναγομένη υπολογίζεται σε (401.753,84 Χ 95%) 381.666,14 Ευρώ και (401.753,84 Χ 5%) 20.087,69 Ευρώ για τον πρώτο και την δεύτερη των εναγομένων αντίστοιχα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές η ένδικη αγωγή, η οποία κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας ως νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 713,714, 718, 914, 297, 298, 330, 334 και 335 ΑΚ και 8 Ν. 2251/1994, έγινε εν μέρει δεκτή και κατ’ ουσίαν και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες τα πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της.
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 713 ΑΚ, η οποία (σύμφωνα με όσα εκτίθενται στον λόγο αυτό) δεν είχε εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, (όπως έκρινε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να θεμελιώσει την ένδικη αγωγή), αλλά εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 729ΑΚ, την οποία (το ως άνω δικαστήριο) εσφαλμένα δεν εφάρμοσε.
Ο ανωτέρω λόγος είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέος ως αλυσιτελής. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό και με την παρατεθείσα σ’ αυτήν σχετική με την αδικοπραξία μείζονα σκέψη, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, που ως αίτημα της είχε την καταδίκη της εναγομένης σε καταβολή προς τους ενάγοντες των αναφερόμενων σε αυτήν ποσών, ως αποζημίωση για τη ζημία τους από την αναφερόμενη συμπεριφορά της αντιδίκου τους θεμέλιό της είχε, τόσο τις διατάξεις περί εντολής των άρθρων 713, 714, 718 ΑΚ, όσο και εκείνες περί αδικοπραξίας του άρθρου 914ΑΚ,αλλά και εκείνη του αρθρ. 8 ν.2251/1994 "περί "προστασίας του καταναλωτή", ως προς όλες δε αυτές τις συρρέουσες βάσεις της το δικαστήριο έκρινε και κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά.
Επομένως η προσβολή, με τον ως άνω λόγο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μόνο κατά το κεφάλαιο της με το οποίο κρίθηκε νόμιμη -και στη συνέχεια κατ’ ουσίαν, βάσιμη η ένδικη αγωγή, ως στηριζόμενη στις περί εντολής διατάξεις του άρθρου 713 ΑΚ, είναι αλυσιτελής, αφού δεν πλήττονται με λόγους αναίρεσης και οι παραδοχές της με τις οποίες κρίθηκε νόμιμη και στη συνέχεια και ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς τις δύο άλλες (συρρέουσες) βάσεις της, οι οποίες (παραδοχές) στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία από αυτές το διατακτικό της.
Πέραν τούτου ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ως άνω διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ και, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, εκείνη του άρθρου 729 ΑΚ. Τούτο διότι υπό τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της πρώτης διάταξης, ενώ δεν πληρούται το πραγματικό του κανόνα της δεύτερης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β’ ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης. Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο, από τον αριθ. 8 περ.
β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, τον οποίο προέβαλε προς απόκρουση του αγωγικού ισχυρισμού, ότι την βάρυνε πταίσμα κατά την εκπλήρωση των ως άνω συμβατικών υποχρεώσεων της, γιατί στο πλαίσιο της επίδικης έννομης σχέσης επέδειξε έναντι των εναγόντων την ίδια επιμέλεια που κατέβαλε στις προσωπικές της υποθέσεις, όπως προκύπτει και από το ότι εκείνη και η οικογένεια της με παρόμοιο τρόπο, (που ιστορείται στην κρινόμενη αγωγή), ζημιώθηκε από την ..., λόγω απώλειας του επενδυθέντος κεφαλαίου της.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο περιεχόμενος σ’ αυτόν ισχυρισμός της αναιρεσείουσας λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι "δεν συνέχεται προς το αντικείμενο της παρούσης δίκης και προϋποθέτει την διάγνωση και εκκαθάριση της συμβατικής σχέσεως που τη συνέδεε (δηλαδή την ενάγουσα) με τις ανωτέρω εταιρείες, με τις οποίες συνεργαζόταν".
Κατά το άρθρου 298 ΑΚ "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικά με την επιδίκαση αποζημιώσεως για την αποθετική ζημία την οποία υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, ήτοι την απώλεια τόκων από την μη κατάθεση των κεφαλαίων τους υπό προθεσμία σε ελληνική Τράπεζα, διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα: "....Εξ άλλου το ποσό των τόκων το οποίο οι ενάγοντες θα εισέπρατταν κατά το διάστημα εντός της περιόδου 5-8-1998 έως 15-6-2006 που κατέθεσαν στο λογαριασμό καθένα από τα παραπάνω κεφάλαια εάν όπως ήταν αναμενόμενο να συμβεί είχαν τοποθετήσει τα αντίστοιχα ποσά σε κατάθεση ταμιευτηρίου ελληνική τράπεζας αφαιρουμένου του παρακρατούμενου φόρου 15% ανέρχεται σε 81.539,05 ευρώ....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, καθόσον η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σχετικά με τον καθορισμό του ύψους των τόκων. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη υπ’ αριθ.51/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα κατά το μέρος το οποίο αφορά το κατά τα άνω προσδιορισθέν ποσόν των τόκων από 81.539,05 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Εν τέλει, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ’ αριθ.51/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ