219/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated219/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ'ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αιτίαση που διατυπώνεται με το λόγο αυτό ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στα ως άνω έγγραφα και καταθέσεις την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως πλήττουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 219 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 219/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Α. Π. του Σ. συζ. Ν. Κ., κατοίκου ... και 2)Π. Π. του Σ., συζ. Ε. Π., κατοίκου .... Η 1η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Σιούλη και η 2η εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ν. Χ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολιδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/1/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2013 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15/7/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 5/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 1044 και 1192 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, που αρχίζει από την μεταγραφή του τίτλου. Περαιτέρω για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, αρκεί η επί 20ετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος (άρθρο 974 ΑΚ).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο Μ. Ι. Μ. ή Μ., παππούς των διαδίκων, που απεβίωσε στις 21-12-1956 κατέλειπε την υπ' αριθμ. .../18-3-1955 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου Σπύρου Ανδρουλιδάκη, που δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. 55/15-10-1957 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία εγκατάστησε κληρονόμους του τα τέκνα του Ε., Σ., Μ., Δ. (μητέρα των εναγουσών - εκκαλουσών) και Ι. (πατέρα της εναγόμενης - εφεσίβλητης) και τη σύζυγο του Α., στα αναφερόμενα στην παραπάνω διαθήκη του ακίνητα.
Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων ήταν και το επίδικο, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Πρινέ του Δήμου Νικηφόρου Φωκά Ρεθύμνης, στη θέση "Χαλέπια", εκτάσεως 5.ΘΘ0 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Ρ., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.
Μ. και δυτικά με αγροτικό δρόμο και στη διαθήκη περιγράφεται ως αγρός 15 οκάδων. Στο εν λόγω ακίνητο με την παραπάνω διαθήκη ο κληρονομούμενος εγκατέστησε κληρονόμο του τη θυγατέρα του Ε. Μ., η οποία απεβίωσε το 1976 άνευ τέκνων και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγο της και τα προαναφερθέντα αδέλφια της.
Μετά το θάνατο της Ε. Μ. οι κληρονόμοι της προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της. Ο σύζυγος της συμφώνησε να μη λάβει μερίδιο στην περιουσία της στην Κρήτη, η οποία τότε ήταν μικρής αξίας, διότι κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα κι έτσι έλαβε το ακίνητο που αυτή είχε στην Αθήνα και τα αδέλφια της διάνειμαν άτυπα την υπόλοιπη περιουσία της.
Κύριος γνώμονάς τους κατά τη διανομή της περιουσίας της αδελφής τους Ε. ήταν να λάβει ο καθένας εκείνο το ακίνητο, που γειτνίαζε με το δικό του, που είχε λάβει με την παραπάνω διαθήκη του πατέρα τους. Έτσι κατά την παραπάνω άτυπη διανομή ο Ι. (πατέρας της εναγόμενης) έλαβε το ακίνητο στη θέση "Χαλέπια", που ήταν όμορο με ακίνητο, που είχε κληρονομήσει με την παραπάνω διαθήκη, η Δ. (μητέρα των εναγουσών) έλαβε το ακίνητο στη θέση "Βενεράτα", που το συνένωσε με το συνεχόμενο δικό της στην ίδια θέση, που είχε κληρονομήσει με την παραπάνω διαθήκη, επίσης έλαβε το ακίνητο στη θέση "Φαρμάκια", καθώς και το μερίδιο της Ε.
Μ. στο πατρικό σπίτι, αλλά και τα υπόλοιπα αδέλφια της παραιτήθηκαν υπέρ της από τα μερίδιά τους στο πατρικό σπίτι, ο Σ. Μ. έλαβε το επίδικο στη θέση "Ξενάκι", ενώ η Μαρία δεν έλαβε μερίδιο, γιατί είχε λάβει εν ζωή με άτυπη παραχώρηση από την αδελφή της Ε. ένα ακίνητο στη θέση "Διακονιανά". Από το έτος 1976 ο πατέρας της εναγόμενης Ι.
Μ. νεμόταν και κατείχε το εν λόγω ακίνητο στη θέση "Χαλέπια" με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους μέχρι το έτος 1966, οπότε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1966 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Γεωργίου Λουκάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Ρεθύμνου, το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην εναγόμενη κόρη του.
Ειδικότερα ο πατέρας της εναγόμενης από το έτος 1976 μέχρι το έτος 1946 συνέλεγε τα χαρούπια και τα βελανίδια των δένδρων και το εκμίσθωνε για χορτονομή στον Γ. Π., ενώ στη συνέχεια η ίδια η εναγόμενη το εκμίσθωσε στον Γ. Σ., ο οποίος το χρησιμοποιεί ως βοσκότοπο, καταβάλλοντας σ' αυτήν αντί τιμήματος δυο τυριά και ένα αρνί κάθε έτος, φρόντισε επίσης για τον αποχαρακτηρισμό του το έτος 1997 μετά από αίτησή της στη Διεύθυνση Δασών Ρεθύμνης και ακόμα προέβη στην καταμέτρησή του και στην εκπόνηση τοπογραφικού διαγράμματος το έτος 1997 και τέλος το δήλωσε στο κτηματολόγιο και έλαβε ΚΑΕΚ 411090211018.
Επομένως, ο πατέρας της εναγόμενης Ι. Μ. έγινε κύριος του επίδικου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και στη συνέχεια η εναγόμενη έγινε κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο με την προαναφερθείσα συμβολαιογραφική πράξη και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού συνέχισε να νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου από το έτος 1996 προσμετρώντας στη νομή της και τη νομή του δικαιοπαρόχου πατέρα της.
Οι ενάγουσες αρνούνται ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε. Μ., ισχυριζόμενες ότι όλα τα ακίνητα, που είχε αυτή κληρονομήσει από τον πατέρα της (μεταξύ αυτών και το επίδικο στη θέση "Χαλέπια") τα παραχώρησε εν ζωή το έτος 1965με άτυπη δωρεά στη μητέρα τους Δ., η οποία έκτοτε νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίας και στη συνέχεια μετά το θάνατο της οι ίδιες.
Οι αγωγικοί όμως αυτοί ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν, καθώς οι ενάγουσες δεν περιέλαβαν το επίδικο ακίνητο στην υπ' αριθμ. .../3-11-1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ιωάννας Στεφανάκη - Παπαδοπετράκη, με την οποία αποδέχτηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους Δ.ς, αλλά ούτε και στη μεταγενέστερη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συνέταξαν με αριθμό .../19-2-1998 περιέλαβαν το ακίνητο, το οποίο στην τρίτη κατά σειρά με αριθμό .../12-11-2004 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ιωάννη Σαρμάνη το περιέλαβαν.
Οι ίδιες ισχυρίζονται ότι προβαίνουν σταδιακά σε αποδοχή κληρονομιάς των κληρονομιαίων ακινήτων για λόγους φορολογικούς, ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ευσταθεί, διότι η όψιμη αποδοχή κληρονομιάς αναφορικά με το επίδικο οφείλεται στην απόφασή τους για διεκδίκηση του επιδίκου, το οποίο άλλωστε ούτε στο Κτηματολόγιο δήλωσαν.
Στην υπ' αριθμ. .../3-11-1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία οι ενάγουσες αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους Δ., αλλά και στην υπ' αριθμ. .../19-2-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μίχου, στην οποία περιλαμβάνουν ακίνητα που ανήκαν στην Ε. Μ. από την κληρονομιά του Μ.
Μ., δηλώνουν ότι έχουν περιέλθει στους δικαιοπαρόχους τους με άτυπες διανομές μεταξύ των συγκληρονόμων, την οποία τοποθετούν το 1962, πλην όμως το 1968 δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων της πατρικής περιουσίας, διότι σε μία τέτοια περίπτωση οι συγκληρονόμοι θα είχαν δώσει κάποια ακίνητα από αυτά που κληρονόμησαν και θα είχαν λάβει κάποια άλλα στη θέση τους.
Σύμφωνα όμως με τις παραπάνω δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς και τους αγωγικούς ισχυρισμούς σε συνδυασμό με την παραπάνω δημόσια διαθήκη του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, η μητέρα των εκκαλουσών Δ. και η αδελφή της Ε. έλαβαν όλα τα ακίνητα που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους και στη συνέχεια, πάντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγουσών, η μητέρα τους έλαβε με άτυπη δωρεά από την αδελφή της Ε.
όλα τα ακίνητα που κληρονόμησε αυτή από τον πατέρα της. Επομένως, ουδεμία άτυπη διανομή έγινε μεταξύ των συγκληρονόμων του Μ. Μ. το έτος 1968, αντίθετα αποδείχθηκε ότι έγινε άτυπη διανομή το έτος 1976 μετά το θάνατο της Ε. Μ. και αφορούσε στα ακίνητα που αυτή είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της. Οι ενάγουσες διεκδικώντας στο σύνολο της την περιουσία της θείας τους Ε.
Μ., ισχυριζόμενες ότι αυτή είχε μεταβιβάσει άτυπα την περιουσία της στην μητέρα τους, έχουν στραφεί και κατά των λοιπών συγγενών τους ή των διαδόχων τους για τα ακίνητα που αυτοί έλαβαν κατά την παραπάνω άτυπη διανομή, χωρίς μέχρι σήμερα να δικαιωθούν, καθώς οι ασκηθείσες αγωγές έχουν απορριφθεί τελεσίδικα με τις με αρ. 407/2007 και 177/2012 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, Η κρίση του δικαστηρίου για την αναλήθεια του ισχυρισμού των εναγουσών ότι η Ε.
Μ. μεταβίβασε άτυπα εν ζωή όλα τα κληρονομιαία ακίνητά της (μεταξύ αυτών και το επίδικο στη θέση "Χαλέπια") στη μητέρα τους ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτές διεκδίκησαν σε άλλη δίκη ως μεταβιβασθέν άτυπα στη μητέρα τους από τη θεία τους Ε. Μ. κι ένα ακίνητο στη θέση "Διακονιανά", ενώ το αληθές ήταν ότι το εν λόγω ακίνητο η Ε.
Μ. το είχε μεταβιβάσει άτυπα στην αδελφή της Μ. χήρα Σ. Κ. (εξ αυτού του λόγου αυτή δεν έλαβε μερίδιο κατά την άτυπη διανομή της κληρονομιάς της Ε. Μ.) και το γνώριζαν αυτό οι ενάγουσες, όπως προκύπτει από την με αρ. .../1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, με την οποία αποδέχθηκαν ένα ακίνητο στη θέση "Διακονιανά" 3.500 τ.μ., που συνορεύει με ιδιοκτησία Μ.
χήρας Σ. Κ., που ήταν το αληθές, διότι με τη διαθήκη του Μ., είχε καταληφθεί το ήμισυ ενός ακινήτου 9 στρεμμάτων στη θέση "Διακονιανά" στη μητέρα των εναγουσών (το οποίο αυτές αποδέχθηκαν με την παραπάνω δήλωση αποδοχής) και το άλλο μισό στην Ε. Μ., που η τελευταία το παραχώρησε άτυπα στη Μ. χήρα Σ. Κ.. Παρ' όλα αυτά οι ενάγουσες για πρώτη φορά στη δήλωση αποδοχής του 2004 (Τρίτη κατά σειρά) περιλαμβάνουν ολόκληρο το ακίνητο των 9 στρεμμάτων στη θέση "Διακονιανά", ενώ, όπως προαναφέρθηκε, δεν το είχαν περιλάβει ολόκληρο στις δηλώσεις αποδοχής του 1992 και 1998, αλλά ούτε και στη δήλωση του Ε9 του έτους 1997, όπου το ακίνητο στη θέση "Διακονιανά" αναφέρεται ότι έχει έκταση 3.500 τ.μ..
Περαιτέρω σχετικά με τις πράξεις νομής που επικαλούνται οι ενάγουσες ότι άσκησαν στο παραπάνω επίδικο οι ίδιες και πριν από αυτές οι δικαιοπάροχοι τους, αποδείχθηκε ότι η μητέρα τους συμμετείχε στην άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε. Μ., που έλαβε χώρα το 1976, επομένως αυτή, ακόμη κι αν προγενέστερα ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, απώλεσε με τη βούληση της τη διάνοια κυρίου και τη νομή της.
Ούτε εξάλλου μπορούσε να προσμετρήσει το χρόνο χρησικτησίας της Ε. Μ., διότι δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία μεταβίβασε με τη βούλησή της τη νομή του επίδικου ακινήτου στη μητέρα των εναγουσών, όπως οι τελευταίες αβάσιμα ισχυρίζονται. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα 1978 έως 1982 ο πατέρας των εναγουσών ήταν έγκλειστος στη φυλακή, συνεπώς δε μπορούσε αυτός να ασκεί πράξεις νομής στο επίδικο, αλλά ακόμη κι αν ασκούσε πράξεις κατοχής μέσω αντιπροσώπων, δεν αποδείχθηκε ότι είχε διάνοια κυρίου, αφού το 1976 έλαβε χώρα η άτυπη διανομή, στην οποία συμμετείχε και η σύζυγος του, συνεπώς η όποια νομή είχε έως τότε απωλέστηκε, και σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι απεβίωσε το έτος 1987, δε θεμελίωσε δικαίωμα χρησικτησίας, αφού από το έτος 1976, που έλαβε χώρα η άτυπη διανομή και επομένως από εκείνο το χρονικό σημείο και εντεύθεν θα μπορούσε να έχει αφετηρία νέα χρησικτησία, έως το 1987 δε συμπληρώθηκε εικοσαετία.
Ούτε τέλος αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες είχαν διάνοια κυρίου, αφού όπως προαναφέρθηκε, δεν το περιέλαβαν στις δηλώσεις αποδοχής, ούτε στο κτηματολόγιο, άλλωστε δεν είναι πειστικοί οι ισχυρισμοί των εναγουσών ότι οι ίδιες ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο, αφού μετά το θάνατο της μητέρας τους σε ηλικία 15 και 14 ετών αντίστοιχα διέμεναν στο Ρέθυμνο έγκλειστες σε οικοτροφείο έως το έτος 1983, οπότε αναχώρησαν για την Αθήνα για να σπουδάσουν, όπου και παρέμειναν, συνεπώς ήταν δύσκολο να προβαίνουν οι ίδιες στη συλλογή βελανιδιών και χαρουπιών και δεν υπήρχε δυνατότητα να έχουν βοήθεια από τον πατέρα τους, που ήταν έγκλειστος στη φυλακή από το έτος 1978 έως και το έτος 1982 ή και από το θείο τους Ν.
Π., αδελφό του πατέρα τους, που επίσης ήταν έγκλειστος στη φυλακή για κάποιο χρονικό διάστημα. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στο με αρ. .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου ο πατέρας της εναγόμενης Ι. Μ. πώλησε στο Γ. Π. το ακίνητο στη θέση "Χαλέπια", που είχε λάβει με την προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη του πατέρα του, και στο οποίο συμβόλαιο αναφέρεται ότι συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.
Μ., ενώ το αληθές είναι ότι συνορεύει με το επίδικο. Η αναφορά όμως αυτή στο παραπάνω συμβόλαιο πέραν του ότι ενισχύει τον ισχυρισμό της εναγομένης περί άτυπης διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε. Μ., οφείλεται σε λόγους που αφορούν στον ίδιο τον πωλητή, προφανώς δε για να καταστεί δυνατή η πώλησή του ως αυτοτελούς τμήματος, καθώς μετά την άτυπη διανομή και την απόκτηση του επίδικου από τον πατέρα της εναγόμενης προέκυψε με τη συνένωση των δυο ακινήτων (αυτού που είχε λάβει με τη διαθήκη του πατέρα του και του άλλου που έλαβε με την άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας της Ε.
Μ.) ένα ενιαίο ακίνητο, το οποίο δεν θα μπορούσε να κατατμηθεί και να πωληθεί ένα τμήμα του. Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από τις προσκομιζόμενες από τις ενάγουσες επιστολές του πατέρα τους από τη φυλακή, με τις οποίες τους δίνει οδηγίες για την εκμετάλλευση της περιουσίας τους και εντολή προς εκμίσθωση ακινήτων τους στον Ι.
Μ., διότι δεν προκύπτει από αυτές ότι αναφέρεται στο επίδικο. Επομένως η εναγόμενη έγινε κυρία του επίδικου με παράγωγο τρόπο, αφού ο δικαιοπάροχος πατέρας της έγινε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες - αναιρεσείουσες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη και ότι η εναγομένη κατέστη κυρία του ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και στη συνέχεια απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με την ως άνω κρίση του και παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 1041 επ. 1945, 1051. Δεν απαιτείτο δε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως η αιτιολόγηση της κρίσης του Εφετείου περί της διενεργείας άτυπης διανομής το έτος 1976 ως και η αιτιολόγηση για την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τις διενεργηθείσες από τον πατέρα της εναγομένης διακατοχικές πράξεις επί της επίδικης έκτασης, αφού με πληρότητα και σαφήνεια αναφέρεται το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ότι διενεργήθη άτυπη διανομή, το έτος 1976 μεταξύ των κληρονόμων της Ε.
Μ. και ότι από το έτος 1976 ο πατέρας της εναγομένης Ι. Μ. νεμόταν και κατείχε το εν λόγω ακίνητο στη θέση Χαλέπια με διάνοια κυρίου αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους μέχρι το έτος 1996, συλλέγοντας τα χαρούπια και τα βελανίδια των δένδρων που υπάρχουν επ'αυτού εκμισθώνοντας το ακίνητο αυτό για χορτονομή, οπότε το έτος 1996 το μεταβίβασε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νομίμως λόγω γονικής παροχής, στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη κόρη του.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ'ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 έως 338, 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 554 αρ. 11 γ'ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι ενάγουσες - εκκαλούσες - αναιρεσείουσες δεν έγιναν συγκυρίες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν αυτές προς απόδειξη του ισχυρισμούς τους ότι απέκτησαν το επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία ήτοι 1) την υπ'αριθμ. .../23-4-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ.
Ρ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Στυλιανής Κουμάντου 2) τις από 3-9-1979, 15-9-1979 και 23-9-1979 επιστολές του πατέρα των αναιρεσειουσών και της Κοινωνικής Λειτουργού των φυλακών Κερκύρας 3) την υπ'αριθμ. 4762/2006 υπηρεσιακή βεβαίωση της δικαστικής φυλακής Χανιών 4) την υπ'αριθμ. 12.211/1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γεωργίου Λουκάκη του μάρτυρος Γ.
Σ. 5) την από 15-11-2005 κατάθεση του ως άνω μάρτυρα ενώπιον του Πταισματοδίκου Ρεθύμνου 6) το υπ'αριθ. .../1989 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γεωργίου Λουκάκη 7) τα υπ'αριθμ. 2/1986/ΜΤ/127/2008 και 3/1937, 636, 849/ΜΤ/123, 31, 43/2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης ενώπιον του οποίου κατέθεσε ως μάρτυρας ο Ν. Π. 8) την από 26-5-2010 τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α.
Σ. στην οποία γίνεται φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του επιδίκου ακινήτου των ετών 1979 και 1998. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή διαβεβαίωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης "την χωρίς όρκο εξέταση της δεύτερης ενάγουσας και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του και συνεκτίμηση σε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ'ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αιτίαση που διατυπώνεται με το λόγο αυτό ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στα ως άνω έγγραφα και καταθέσεις την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως πλήττουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν απλώς συνεκτιμήσεις με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν θεμελιώνεται όταν η παραμόρφωση δεν αφορά σε έγγραφα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα αλλά σε διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης όπως η αγωγή, ανταγωγή και οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Κρήτης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απορρίψεως ως κατ'ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αγωγής των αναιρεσειουσών με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία και να διορθωθεί η αρχική πρώτη εγγραφή στο Κτηματολογικό Βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνης στο οποίο ως δικαιούχος κυριότητας αναγράφεται η αναιρεσίβλητη κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ'αριθμ. .../1989 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Γεωργίου Λουκάκη του περιεχομένου της από 23-9-1979 χειρόγραφης επιστολής του πατέρα τους Σ.
Π., ως και των επίσης χειρογράφων από 3-9-1979, 1-5-1980, 28-7-1980, 13-8-1980 και 16-10-1981 επιστολών του πατέρα τους κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη φυλακή με τις οποίες έδιδε οδηγίες για τη διενέργεια συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου ακινήτου. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απορρίψεως της αγωγής των αναιρεσειουσών, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν στήριξε αποκλειστικώς ή κυρίως τη δικανική του κρίση περί το ανωτέρω ουσιώδους ζητήματος που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης στα ως άνω έγγραφα.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 15-7-2013 αίτηση των Α. Π. και Π. Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 29/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, να διαταχθεί η εισαγωγή καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ'άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με άρθρο 12 § 2 ν. 4055/2012 και να καταδικασθούν οι ηττώμενες αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2013 αίτηση των Α. Π. και Π. Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 29/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ