Legislator Case Law & Legislation
219/2010 AI generated

219/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 219/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

219/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Keywords

AI generated
ownerless property rights of heirs legacy of property of another expropriated property misappropriation of assets estate administrator
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 219 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 219/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ του Ζ, κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ του Ζ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Τραυλό με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 352/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 16-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του (ΑΠ 29/2000, ΑΠ 1882/1999).

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εκμίσθωση αυτού, καθώς και η ανέγερση κτισμάτων εντός αυτού. Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαι-ογράφου Κοζάνης Εμμανουήλ Γκατζιούρα, νομίμως μεταγραφέν (τ.Ι8,αρ.7329 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης), ο Ζ, πατέρας των διαδίκων απέκτησε από τον Κ κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα αγροτεμάχιο, αληθούς έκτασης 3.098,82 τ.μ., που βρίσκεται στην ...

και συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία ..., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία ... βορειοδυτικά με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησία ..., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησίες Κ και ... και νότια με ιδιοκτησία Ξ. Το έτος 1933 ο πατέρας των διαδίκων Ζ παρεχώρησε με άτυπη δωρεά το ανωτέρω ακίνητο (επίδικο) στον εναγόμενο, ο οποίος νέμεται έκτοτε αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι του έτους 1998, οπότε αυτός, ζώντος ακόμα του πατέρα του Ζ, μετεβίβασε με γονική παροχή και με το υπ' αριθμόν ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κοζάνης Βασιλικής Τσιτσέλη, νομίμως μεταγραφέν (τ. 778, αρ. 306 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης) την ψιλή κυριότητα του επιδίκου στα τέκνα του, διατηρήσας ο ίδιος την επικαρπία. Ειδικότερα, ο εναγόμενος το έτος 1975 εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο στον Ξ, το οποίο χρησιμοποιεί αυτό για τα ζώα του έναντι μισθώματος ανερχομένου ήδη σε 30.000 δρχ.

ετησίως. Το έτος 1988 ο εναγόμενος έχτισε στο επίδικο ένα μαντρί διαστάσεων 4 Χ 10 μ. και δύο αποθήκες 20 τ.μ., και 10 τ.μ., την μία εκ των οποίων μετέτρεψε μάλιστα σε κατοικίσιμο χώρο, χρησιμοποιώντας την κατά τις μεταβάσεις του με την οικογένειά του και φίλους του Σαββατοκύριακα και γιορτές, ενώ χρησιμοποίησε επίσης αυτήν για παροδική εγκατάσταση της οικογένειάς του μετά το σεισμό του έτους 1995.

Και είναι μεν αληθές, ότι ο πατέρας των διαδίκων περιέλαβε στην δήλωση περιουσιακών στοιχείων του έτους 1995 και το επίδικο, πλην τούτο απεδείχθη ότι έγινε μόνο για φορολογικούς λόγους. Σύμφωνα με τις ανωτέρω αποδεικτικές παραδοχές, ο εναγόμενος από του έτους 1993 είχε ήδη καταστεί κύριος του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία και επομένως η αγωγή του ήδη εκκαλούντος έπρεπε να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης. Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, οι προαναφερθείσες πραγματικές του διαπιστώσεις ανταποκρίνονται πλήρως στις άνω προϋποθέσεις για την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού στην προσβαλλομένη απόφασή διαλαμβάνονται, η επί εικοσαετία άσκηση συγκεκριμένων πράξεων νομής από τον αναιρεσίβλητο και το δικαιοπάροχό του με διάνοια κυρίου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Όπως προαναφέρθηκε, για την κτήση κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί μία εικοσαετία, χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος κτήσης της, η μεταβίβαση μάλιστα της οποίας επέρχεται, ακόμη και αν πρόκειται για ακίνητο, με άτυπη και αναιτιώδη σύμβαση.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπονται και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του ότι το έτος 1973 έλαβε χώρα άτυπη δωρεά του επιδίκου, από τον πατέρα των διαδίκων, προς τον εναγόμενο, με βάση την οποία έκτοτε αυτός (εναγόμενος) νεμόταν τούτο και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, κατέστη έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη του μαρτυρική κατάθεση, η οποία ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού κατ' άρθρο 393 ΚΠολΔ, συμβάσεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 5900 Ευρώ, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δέχθηκε κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία και, συνεπώς, είναι αδιάφορος ο τρόπος, με τον οποίο αυτός (εναγόμενος) απέκτησε τη νομή επ' αυτού (επιδίκου). Τέλος, με τους πιο πάνω λόγους πλήττεται και η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως είναι, αναιρετικώς, ανέλεγκτη και, συνεπώς, όλοι οι λόγοι αυτοί, κατά το αντίστοιχο τούτο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 216/2005 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ