219/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated219/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Στέφανου Ταβανάκη, αναφέρονται σε στρέμματα και τετραγωνικά μέτρα, δηλαδή το βασιλικό στρέμμα (1000 τ.μ.), που τέθηκε σε εφαρμογή ως μονάδα μέτρησης το 1836. Επί πλέον στο με αριθμό ...... συμβόλαιο, με το οποίο η Α πώλησε και μεταβίβασε στο Β, διευκρινίζεται ότι ο μεταβιβασθείς αγρός, εμβαδού 6984,99 τ.μ., αποτελούσε το προς βορρά τμήμα εκτάσεως 12 περίπου στρεμμάτων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 219 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 219/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ......, 2. Χ2, κατοίκου ......, 3. Χ3, κατοίκου ......, 4. Χ4, κατοίκου ......, 5. Χ5, κατοίκου ......, 6. Χ6, κατοίκου ......, 7. Χ7, κατοίκου ......, 8. Χ8, κατοίκου ......, 9. Χ9, κατοίκου ......, 10. Χ10, κατοίκου ......, 11. Χ11, κατοίκου ......, 12. Χ12, κατοίκου ......, 13. Χ13, κατοίκου ......, 14. Χ14, κατοίκου ...... και 15. Χ15, κατοίκου ...... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πλειώνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1α. Ψ1 και 1β. Ψ2, κατοίκων ......, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ψ, 2. Ψ3, κατοίκου ......, 3. Ψ4, κατοίκου ......, 4. Ψ5, κατοίκου ......, 5. Ψ6, κατοίκου ......, 6. Ψ7, κατοίκου ......, 7. Ψ8, κατοίκου ...... και 8. Ψ9, κατοίκου ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο 1ος (Ψ1) αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, οι 1β, 2ος, 3ος, 4η, 5ος, 6η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους (Γεώργιο Λαλλά).
Του ομόδικου Ελληνικού Δημοσίου όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Ν.Σ.Κ Κωνσταντίνο Λαϊνά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1984 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 12-9-1985 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1488/1986, 7448/1996, 6862/1997 μη οριστικές, 5822/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6431/2003, 8636/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2007 αίτησή τους και με τους από 29-7-2008 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 19-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1094 ΑΚ, επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, με την οποία ο ενάγων, για τη στήριξη της αντίστοιχης βάσης της, επικαλείται παράγωγο τρόπο κτήσης από αυτόν της κυριότητας του διεκδικούμενου ακινήτου, ήτοι κτήση είτε με σύμβαση είτε με κληρονομική διαδοχή (εξ αδιαθέτου ή από διαθήκη), το περιγραφόμενο στην αγωγή ως διεκδικούμενο ακίνητο θα πρέπει να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον επικαλούμενο από τον ενάγοντα τίτλο του.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, την κυρία παρέμβαση των κυρίως παρεμβαινόντων-αναιρεσειόντων και τον ακριβή προσδιορισμό της εδαφικής εκτάσεως του αγρού που μεταβίβασε η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Α, σε σχέση με τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο αγρός αυτός είχε εμβαδόν δώδεκα παλαιά στρέμματα, έκαστο των οποίων ισούται με 582,50 τ.μ., δηλαδή συνολικά 6990 τ.μ., δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όλα τα εμβαδά των ακινήτων στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συμβόλαια που αφορούν το μείζονα αγρό των 200 στρεμμάτων, αρχής γενομένης από τον κοινό των διαδίκων τίτλο, δηλαδή το ......
συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Στέφανου Ταβανάκη, αναφέρονται σε στρέμματα και τετραγωνικά μέτρα, δηλαδή το βασιλικό στρέμμα (1000 τ.μ.), που τέθηκε σε εφαρμογή ως μονάδα μέτρησης το 1836. Επί πλέον στο με αριθμό ...... συμβόλαιο, με το οποίο η Α πώλησε και μεταβίβασε στο Β, διευκρινίζεται ότι ο μεταβιβασθείς αγρός, εμβαδού 6984,99 τ.μ., αποτελούσε το προς βορρά τμήμα εκτάσεως 12 περίπου στρεμμάτων.
Επίσης, στο συμβόλαιο ...... του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταύρου Μαυρίκη, με το οποίο ο ως άνω Β μεταβίβασε τον αγρό των 6984,99 τ.μ. στο Γ, διαπιστώνεται ότι νοτίως ο αγρός συνορεύει με αγρόν Α, δηλαδή με το υπόλοιπο του αγρού των 12 στρεμμάτων, τον αγρό εμβαδού 5 στρεμμάτων. Στη συνέχεια με το ...... προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Νικολάου Κανάβαρη ο Γ υποσχέθηκε να μεταβιβάσει τον παραπάνω αγρό των 6984,99 τ.μ.
στη Δ (σύζυγο του εναγομένου), όπου και στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι ο αγρός αυτός συνορεύει νοτίως με αγρό Α, το γένος ΣΤ. Στο επακολουθήσαν ...... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, με το οποίο οριστικοποιήθηκε η μεταβίβαση του αγρού των επτά (7) περίπου στρεμμάτων στη σύζυγο του εναγομένου Δ, αναφέρεται και εκεί ότι συνορεύει με αγρό Α, με τη συμπλήρωση "και ήδη Ε", που τέθηκε αυθαιρέτως, αφού δεν γίνεται επίκληση από τον εναγόμενο ή τους κυρίως παρεμβαίνοντες ότι είχε προηγηθεί νόμιμη μεταβίβαση του αγρού της Α στον εναγόμενο, ο οποίος κατείχε τον εν λόγω αγρό ως μισθωτής.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι με το ως άνω ...... συμβόλαιο διανομής, που οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι και οι κυρίως παρεμβαίνοντες αναιρεσείοντες επικαλούνται ως αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας τους, διανεμήθηκε στα αδέλφια α') ΣΤ, απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, β') Ζ, απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, γ') Η και δ') Θ, εκτός των άλλων, και ένας αγρός εμβαδού 200 περίπου στρεμμάτων, ο οποίος διαιρέθηκε με το παραπάνω συμβόλαιο σε επτά παράλληλα τεμάχια και καθένα από αυτά σε τέσσερα (4) ίσα τμήματα, που διανεμήθηκαν στους ως άνω τέσσερις κληρονόμους.
Ότι από την παραπάνω διανομή περιήλθε στην Ζ και ένας αγρός 12 στρεμμάτων, αυτή δε με την ...... δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Πέρδικα κληροδότησε τον ανωτέρω αγρό στην ανεψιά της Ι. Ότι η τελευταία δυνάμει του ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Κυριακόπουλου πώλησε και μεταβίβασε στο Β τμήμα του ανωτέρω αγρού εμβαδού 6.984,99 τ.μ.
και απέμεινε στην πωλήτρια το υπόλοιπο τμήμα εκ πέντε περίπου στρεμμάτων. Ότι το εμβαδόν του πωληθέντος τμήματος αναφέρεται στο συμβόλαιο σε 6.984,99 τ.μ., ενώ το αντίστοιχο της έκτασης που προσδιορίζεται με τα αναφερόμενα στοιχεία στο με αριθμό 10 διάγραμμα στην έκθεση του ορισθέντος πραγματογνώμονα Γεράσιμου Αποστολάτου υπολογίζεται σε 7.199,45 τ.μ.
από τις συντεταγμένες των κορυφών της και ότι η αύξηση κατά 214,46 τ.μ. σε σχέση με το εμβαδόν που αναγράφεται στο συμβόλαιο θεωρείται, δεδομένης αφενός μεν της χρονικής διαφοράς των 63 ετών από τη σύνταξη του συμβολαίου και αφετέρου των μεθόδων αποτύπωσης εκτάσεων και υπολογισμού των εμβαδών τους κατά την περίοδο εκείνη, μικρή και μέσα στα ανεκτά όρια.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι πάντως η μεταβιβασθείσα έκταση των 6.984,99 τ.μ. ταυτίζεται με τη συνολική έκταση που προσδιορίζεται στο ανωτέρω διάγραμμα του πραγματογνώμονα και ότι ο κληρονομηθείς από την Α αγρός έχει εμβαδόν 12 στρέμματα και ότι το απομένον υπόλοιπο, μετά την ως άνω πώληση τμήμα των πέντε περίπου στρεμμάτων και για την ακρίβεια 5.077,10 τ.μ., που αποτελεί την επίδικη έκταση, περιλαμβάνεται ολικά στους τίτλους των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και όχι σ' αυτούς των κυρίως παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσειόντων.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με την ακριβή έκταση του αγρού που κληρονόμησε η δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων Α, την ακριβή έκταση του επίδικου ακινήτου και ότι αυτό περιλαμβάνεται ολικά στους τίτλους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο περιέχεται στους επικαλούμενους τίτλους των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων και όχι στους τίτλους που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες-κυρίως παρεμβαίνοντες, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ...... περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Λάσκαρη, την οποία μάλιστα τέσσερις φορές μνημονεύει στο σκεπτικό της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 559 αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 525, 527 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν το Εφετείο, μετά από παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή ή την κύρια παρέμβαση στην κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο τις επικουρικές βάσεις, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να τις εξετάσει, μη έχοντας άλλωστε δικαίωμα να το πράξει όταν αυτές είχαν σωρευτεί στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ επικουρικώς, δηλαδή με την αίρεση απόρριψης της πρώτης (κυρίας) βάσεως της αγωγής ή της κυρίας παρέμβασης, η οποία όμως αίρεση δεν πληρώθηκε, αφού η κυρία βάση της αγωγής ή της κυρίας παρεμβάσεως έγινε πρωτοδίκως δεκτή (ΑΠ 198/2004).
Εάν δεν ενεργήσει έτσι το Εφετείο, αφήνει αδίκαστη αίτηση και δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Παραδεκτά δε προτείνεται ο λόγος αυτός στον Άρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2α του ίδιου Κώδικα, διότι το ελάττωμα της αποφάσεως δεν υπήρχε στο χρόνο της τελευταίας συζήτησης.
Πάντως δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης συνάγεται χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ή την κύρια παρέμβαση, ως προς όλα δηλαδή τα αιτήματα, και τα επικουρικά. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 12-9-1985 κύρια παρέμβασή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παρενέβησαν στη δίκη που είχε αρχίσει με την από 27-12-1984 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του Ε, με την οποία κύρια παρέμβαση ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του ακινήτου το οποίο οι ενάγοντες διεκδικούσαν από τον ως άνω εναγόμενο.
Η πρώτη βάση της κυρίας παρέμβασής τους ήταν ο παράγωγος τρόπος κτήσεως κυριότητας από κληρονομίες των αναφερόμενων προσώπων ως αληθινών κυρίων, τις οποίες αποδέχθηκαν νόμιμα και μετέγραψαν, η δε δεύτερη (επικουρική) βάση αυτής ήταν ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή, δέχθηκε την κυρία παρέμβαση και αναγνώρισε τους κυρίως παρεμβαίνοντες συγκυρίους του επίδικου ακινήτου, κατά της οποίας αποφάσεως οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία στο σκεπτικό της εκθέτει ρητά : "...
Με δεδομένο όμως ότι μέχρι το 1966 τόσο ο εναγόμενος όσο και οι κυρίως παρεμβαίνοντες, ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου, η τυχόν χρησιδέσποση αυτού εκ μέρους αυτών από το 1966 και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 29-12-1984, δηλαδή για χρονικό διάστημα μικρότερο της εικοσαετίας, δεν επέφερε σ' αυτούς την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και ωσαύτως δεν καταλύθηκε η συγκυριότητα των εναγόντων επ' αυτού.
Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κυρία παρέμβαση". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την κυρία παρέμβαση, δέχθηκε την αγωγή, αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να τους το αποδώσει.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.9 περ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι άφησε αίτηση αδίκαστη και δη, ότι μετά την παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, παρέλειψε να εξετάσει την επικουρική βάση της κυρίας παρέμβασής τους, ότι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά τρόπο πρωτότυπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο ρητά αποφάνθηκε ότι οι κυρίως παρεμβαίνοντες αναιρεσείοντες ουδέποτε έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου απέρριψε την κυρία παρέμβαση στο σύνολό της, ήτοι και για την επικουρική της βάση.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για παραβίαση διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 372/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία για τα κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθερματιστή, και για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος αυτού προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, καθόσον αυτοί διακατέχουν το επίδικο ακίνητο από το 1900, όταν το απέκτησε ο απώτερος δικαιοπάροχός τους σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με την μεταγραφή περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, οι δε ενάγοντες αναιρεσίβλητοι έπρεπε να είχαν ασκήσει τα δικαιώματά τους εντός της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας των πέντε ετών, την πάροδο της οποίας όφειλε το Εφετείο να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικά είχαν εκθέσει με τις προτάσεις τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην προκείμενη περίπτωση και δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το επίδικο "ουδεμία σχέση έχει" με εκείνο που εκπλειστηριάστηκε με την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ...... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αναγκαστικού πλεστηριασμού, δεν πρόκειται για αγωγή διεκδίκησης ακινήτου που πλειστηριάστηκε.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.9 περ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι άφησε αίτησή τους αδίκαστη, επειδή παρέλειψε να εξετάσει το αίτημά τους για απόσβεση του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων λόγω παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας των πέντε ετών του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως αδίκαστη αίτηση δεν είναι αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ήτοι τα εξής έγγραφα:
α') αντίγραφο της 4175/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, β') αντίγραφο της 1787/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, γ') αντίγραφο της 5240/1985 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ') την ...... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή ......, ε') αντίγραφο της 1141/1976 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στ') τις αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1938, 1945, 1953, 1965 και 1981, ζ') το ......
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μπουρνιά, η') τα ......, ...... και ...... συμβόλαια. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσείοντες δεν άσκησαν νομή με διάνοια κυρίου στο επίδικο έως το 1966, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για δε ορισμένα μάλιστα στο σκεπτικό του ειδικώς αναφέρεται, όπως στην 5240/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ......
έκθεση βιαίας αποβολής του δικαστικού επιμελητή ...... και το ...... συμβόλαιο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 484/1997).
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.
Έτσι, δεν εφαρμόζεται η διάταξη όταν το δικαστήριο εκτιμά συμβόλαιο διαφορετικά από τον διάδικο (ΑΠ 1353/1993). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση των ακόλουθων εγγράφων:
α') του ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κυριακόπουλου, με το οποίο η απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων πώλησε στον Β αγρό εκτάσεως 6.984,99 τ.μ., β') του ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταύρου Μαυρίκη, με το οποίο ο Β μεταβίβασε τον ανωτέρω αγρό στον Γ, γ') του ...... προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Νικ.
Κανάβαρη, δ') του ...... συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με το να δεχτεί ότι ο αγρός 12 στρεμμάτων που κληροδότησε η Α ήταν 12 βασιλικά στρέμματα ή 12000 τ.μ. αντί του ορθού και αληθινού ότι ήταν 12 παλαιά στρέμματα των 582,50 τ.μ. το στρέμμα, οπότε και τα 12 στρέμματα είχαν συνολική έκταση 6990 τ.μ., ενώ αν το δικαστήριο είχε αναγνώσει ορθά τα έγγραφα αυτά θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, θα είχε απορρίψει την έφεση των αναιρεσιβλήτων και την αγωγή τους και θα είχε δεχθεί την κύρια παρέμβασή τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδέκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο των παραπάνω συμβολαίων, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος αυτού προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν διέταξε απόδειξη σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι ο αγρός που κληρονόμησε η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Α είχε συνολικό εμβαδόν δώδεκα παλαιά στρέμματα που ισούται με (12Χ582,50=) 6990 τ.μ.
και ότι μετά την πώληση και μεταβίβαση του αγρού αυτού στον Β δεν της παρέμεινε άλλος αγρός ή τμήμα αυτού. Από την επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε την οριστική του απόφαση μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, που διατάχθηκαν με τρεις μη οριστικές αποφάσεις, ενώ και το Εφετείο εξέδωσε προδικαστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη και για το θέμα ποιου ακριβώς εμβαδού σε τ.μ.
είναι το όλο ακίνητο της δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων Α, ακριβώς λόγω της αμφισβήτησης των αναιρεσειόντων όσον αφορά την έκταση που περιήλθε στην ως άνω δικαιοπάροχο, αφού κατά τους αναιρεσείοντες η έκταση αυτή ανέρχεται σε 6.984,99 τ.μ. και όχι σε 12000 τ.μ. που υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, όσον αφορά τους προσθέτους λόγους της ανωτέρω αναιρέσεως που έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), πρέπει να λεχθεί ότι και οι δύο πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης καθόλα τα σχετικά μέρη αυτών αναφέρονται στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης, το οποίο προσβάλλεται με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού, προβάλλοντας πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς την ακριβή θέση και τα όρια του αγρού των 200 στρεμμάτων που διανεμήθηκε με το προαναφερθέν ...... συμβόλαιο στα τέσσερα αδέλφια μεταξύ των οποίων και η Ζ, καθώς και την ακριβή θέση και τα όρια του αγρού των 12 στρεμμάτων που η τελευταία κληροδότησε στην ανεψιά της Ι, ανελέγκτως δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο συγκεκριμένος αγρός των 200 στρεμμάτων διαιρέθηκε με το παραπάνω συμβόλαιο από βορρά προς νότο και στην πραγματικότητα από βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά σε επτά (7) παράλληλα τεμάχια διαφορετικού πλάτους και καθένα από αυτά σε τέσσερα (4) ίσα τμήματα που διανεμήθηκαν στους τέσσερις κληρονόμους με τη σειρά που περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο.
Η παραπάνω συνολική έκταση των 200 στρεμμάτων προσδιορίζεται και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 1- 2- 3- 4- 5- 6- 7- 8- 9- 10- 11- 12- 13- 14- 15- 16- 17- 18- 1 στο με αριθμό 1 από 27-10-2005 διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα Λ, στο οποίο προσδιορίζονται και αποτυπώνονται με διακεκομμένη γραμμή τα επτά τεμάχια στα οποία αυτή διαιρέθηκε.
Από την παραπάνω διανομή περιήλθε στην Ζ, μεταξύ άλλων, και ένας αγρός 12 στρεμμάτων. Η τελευταία με την ...... δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Πέρδικα όρισε για τον παραπάνω αγρό των 12 στρεμμάτων τα εξής: "Αφήνω και εγκαθιστώ γενικό κληρονόμο μου την αδελφή μου ... . Κληροδοτώ την επικαρπίαν απάσης της περιουσίας μου στον σύζυγό μου Μ εφόσον αυτός ζει, μετά δε τον θάνατό του ο γενικός κληρονόμος μου, ήτοι η αδελφή μου Η ή οι υποκατάστατοι αυτής, διατάσσω να δώσουν εκ της εις αυτούς περιελευσομένης περιουσίας μου τα εξής κληροδοτήματα ... .
Εις την ανεψιάν μου Α τον εις θέσιν ...... του ...... αγρό μου εκ στρεμμάτων δώδεκα ή όσον είναι συνορευόμενον γύρωθεν με ΣΤ, με Η, με Κ και Μονής ...... ...". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα παραπάνω 12 στρέμματα τα οποία κατ' αναμφισβήτητο τρόπο περιήλθαν στη κυριότητα της Α ταυτίζονται με τη συνολική έκταση που προσδιορίζεται και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 8- 9- 10- 11- 12- 13- 14- 15- 16- 17- 18- 19-20- 21- 22- 23- 7- 8 στο με αριθμό 10 από 27 - 10 - 2005 διάγραμμα του ανωτέρω πραγματογνώμονα Λ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με την ακριβή θέση και τα όρια τόσο της διανεμηθείσας έκτασης των 200 στρεμμάτων όσο και του αγρού των 12 στρεμμάτων που κληροδοτήθηκε στην απώτερη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Α.
Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο και κατά τα δύο μέρη αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Επίσης με τον συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο και κατά τα τέσσερα μέρη αυτού αποδίδονται αιτιάσεις από την ίδια διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης με τη μορφή των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών των κυρίως παρεμβαινότων και ήδη αναιρεσειόντων περί δικαιώματος ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων: Από όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους κυρίως παρεμβαίνοντες αναιρεσείοντες έγγραφα αποδεικνύεται ότι το υπό στοιχείο 6 στην ......
έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και 5 στην ...... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Λάσκαρη, που αποτελεί τον αρχικό τίτλο των αναιρεσειόντων, αγροτεμάχιο εμβαδού 6.050 τ.μ., όπου περιγράφεται ότι συνορεύει γύρωθεν ανατολικώς με κληρονόμους Κ, δυτικώς με ΚΚ και Ν, αρκτικώς με Μ και μεσημβρινώς με Ξ, ουδεμία σχέση έχει με το επίδικο ακίνητο και δεν ταυτίζεται με αυτό ολικά ή μερικά και ούτε ταυτίζεται κανένα από τα αναφερόμενα στο ......
εμφυτευτικό συμβόλαιο. Περαιτέρω το Εφετείο δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται και αποτυπώνεται στο με αριθμό 10 διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα Λ, είναι εμβαδού 5.077,10 τ.μ., ενώ το εμβαδόν του παραπάνω ακινήτου των αναιρεσειόντων είναι 6.050 τ.μ. Το τελευταίο αυτό ακίνητο αποτελείται από δύο μερικότερα τμήματα, το ένα 3.048 τ.μ.
που είναι άμπελος και το άλλο 3.002 τ.μ. που είναι αγρός, ενώ τόσο τα αρχικά δώδεκα περίπου στρέμματα της απώτερης δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων Ζ όσο και τα εναπομείναντα πέντε περίπου στρέμματα μετά την πώληση από την Α των επτά στρεμμάτων εξακολουθούν να είναι αγρός και όχι άμπελος και έτσι χαρακτηρίζονται στις επακολουθήσασες συμβολαιογραφικές πράξεις.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι αφενός δεν καταγράφεται καμιά μεταβολή κυριότητας είτε ολοκλήρου είτε μέρους του επιδίκου ακινήτου, αφετέρου η μετακίνηση της βορειοανατολικής πλευράς αυτού από τη θέση με στοιχεία 12- 30 το 1956 στην οριστικά οριοθετημένη θέση με στοιχεία 1- 2- 3- 4- 5- 6- 7 στο ίδιο ως άνω διάγραμμα του πραγματογνώμονα, πριν από την εφαρμογή του Ο.Τ. 279, δεν δικαιολογεί τη διαφορά των (6050-5171,78=) 878,22 τ.μ.
του εμβαδού του κτήματος που περιγράφεται στους παραπάνω τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων σε σχέση με το εμβαδόν εκείνου που οριοθετήθηκε οριστικά στο έδαφος μέχρι την εφαρμογή του Ο.Τ. ..., πολύ περισσότερο αν συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι το εμβαδόν του ακινήτου με στοιχεία 1- 30- 7- 8- 9- 10- 11- 1 υπολογίζεται σε 5154,14 τ.μ., δηλαδή μικρότερο και από το εμβαδόν του επίδικου ακινήτου και επομένως δεν διαπιστώνονται καταπατήσεις στο επίδικο ακίνητο.
Έτσι το επίδικο ακίνητο, δέχτηκε το Εφετείο, αφενός περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας που επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι και αφετέρου δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στους αρχικούς τίτλους ιδιοκτησίας που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, διότι από το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της και τα οποία είναι αναγκαία για την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, την παραδοχή της αγωγής αυτών και την απόρριψη της κυρίας παρέμβασης των αναιρεσειόντων και επομένως τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον εξεταζόμενο δεύτερο πρόσθετο λόγο ως προς όλα τα μέρη αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2007 αίτηση με τους πρόσθετους λόγους της των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9, 10) Χ10, 11) Χ11, 12) Χ12, 13) Χ13, 14) Χ14 και 15) Χ15 για αναίρεση της 8636/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ