219/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated219/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τον στηρίζοντα τους λόγους αυτούς ισχυρισμό περί του ανεπιτρέπτου της χρήσεως των άνω μαρτυρικών καταθέσεων, ο αναιρεσείων, όπως αναφέρει στο πρόσθετο αναιρετήριο, τον πρότεινε με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις του. Η προβολή αυτή όμως μπορούσε να γίνει μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της εφέσεώς του ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων εφέσεως και όχι με τις προτάσεις του.
Full text
Απόφαση 219 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 219/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1..... και 2..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τριμίντζιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2005 του Εφετείου Αθηνών(Μεταβατικό Εφετείο Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-11-2005 αίτησή του και τους από 18-10-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 17-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της "νομιμοτύπως" προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως περί εξαιρέσεως της εξετασθείσας μάρτυρος .... . Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο ότι η εν λόγω ένσταση είχε προταθεί πριν από την όρκιση της μάρτυρος, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 403 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στη με αριθμό 87690216 επιταγή της Τράπεζας Εργασίας (υποκατάστημα Θηβών), την οποία προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι προς απόδειξη της καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως δανείου, προσεδόθη από αυτό (εφετείο) "πλήρης" αποδεικτική δύναμη, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω τραπεζική επιταγή, την οποία ο ίδιος είχε απολέσει, κηρύχθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, ανίσχυρη με την αμετάκλητη 230/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως για τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως δανείου, δεν προσέδωσε στην άνω επιταγή "πλήρη" (κατ' εκτίμηση : δεσμευτική) αποδεικτική δύναμη, αλλά την εκτίμησε, επιτρεπτώς σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 395 ΚΠολΔ, ως "δικαστικό" τεκμήριο. Ο λόγος, συνεπώς, αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως περί της συνάψεως της αναφερόμενης στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων συμβάσεως δανείου έλαβε υπόψη και καταθέσεις μαρτύρων, ήτοι αποδεικτικά μέσα ανεπίτρεπτα κατά νόμο (άθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού επρόκειτο για απόδειξη συμβάσεως δανείου ποσού 18.000.000 δρχ., δηλαδή ποσού μεγαλύτερου των 5.900 ευρώ, ενώ εξάλλου δεν συνέτρεχε καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 394 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαιρέσεις και ειδικότερα δεν μπορούσε να συναχθεί αρχή έγγραφης αποδείξεως από την αναφερόμενη πιο πάνω τραπεζική επιταγή, καθόσον η επιταγή αυτή α) είχε κηρυχθεί ανίσχυρη κατά τα προεκτεθέντα, β) από το περιεχόμενό της αποδεικνύεται μόνο η εξ αυτής ενοχή και όχι η βασική σχέση (δηλαδή η σύμβαση δανείου) και γ) ήταν άκυρη, διότι δεν περιείχε σημείωση του τόπου εκδόσεως, ούτε άλλου τόπου παραπλεύρως του ονόματος του εκδότη.
Τον στηρίζοντα τους λόγους αυτούς ισχυρισμό περί του ανεπιτρέπτου της χρήσεως των άνω μαρτυρικών καταθέσεων, ο αναιρεσείων, όπως αναφέρει στο πρόσθετο αναιρετήριο, τον πρότεινε με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις του. Η προβολή αυτή όμως μπορούσε να γίνει μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της εφέσεώς του ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων εφέσεως και όχι με τις προτάσεις του.
Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο εφετείο (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με τον ίδιο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο οι αιτιάσεις α) ότι έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων για τη σύναψη της συμβάσεως δανείου και για την αξίωσή τους προς επιστροφή του δανείου, χωρίς οι ισχυρισμοί αυτοί να έχουν προταθεί νομίμως και β) δέχθηκε τους ως άνω ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς απόδειξη.
Ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το "μη νόμιμο" της προτάσεως των άνω ισχυρισμών. Ως προς τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εφετείο διαμόρφωσε την αποδεικτική του κρίση, αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι.
IV. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 β΄ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο αντίδικος του αναιρεσείοντος δεν είχε προσκομίσει ή τα είχε προσκομίσει χωρίς όμως και να τα έχει επικαλεσθεί. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 346 ΚΠολΔ "τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου". Ως εκ τούτου, αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε προσκομίζει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, επιτρεπτώς ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την απόδειξη ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να απαιτείται να τα έχει επικαλεσθεί και ο τελευταίος, και άρα δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο ως άνω αναιρετικός λόγος.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο ότι έλαβε υπόψη τέσσερα αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι α) την από 26-4-1996 εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων περί της καταγγελίας της επίμαχης δανειακής συμβάσεως, β) τη συνταχθείσα από τον Ληξίαρχο Αθηνών .... ληξιαρχική πράξη θανάτου του .... , γ) το 1559/1995 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) τη 1147/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), τα οποία (έγγραφα) οι αναιρεσίβλητοι δεν τα είχαν προσκομίσει νομίμως, αφού δεν τα επικαλούνται με συγκεκριμένη αναφορά στις προτάσεις που κατέθεσαν στην έκκλητη δίκη. Όμως, τα έγγραφα αυτά είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του, στις οποίες ο ίδιος αναφέρει ότι τα προσκόμισε και τα επικαλέσθηκε προς απόδειξη της εφέσεώς του. Σύμφωνα έτσι με τα προεκτεθέντα, το εφετείο, με το να λάβει υπόψη τα εν λόγω έγγραφα για την απόδειξη των περιεχόμενων στην αγωγή ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11 β΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος, συνεπώς, αυτός είναι αβάσιμος.
V. Με τον τρίτο λόγο του ίδιου (πρόσθετου) αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχθηκε ότι η αναφερόμενη πιο πάνω τραπεζική επιταγή εκδόθηκε και μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση από τον αναιρεσείοντα στον μετέπειτα αποβιώσαντα και κληρονομηθέντα από τους αναιρεσιβλήτους .... "για την εξασφάλιση της αποδόσεως στον δανειστή του ως άνω δανεισθέντος ποσού και ειδικότερα χάριν καταβολής του ποσού αυτού (άρθρο 421 ΑΚ)". Όμως, η παραδοχή αυτή έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς και δεν ασκούσε καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι, κατά της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων περί αποδόσεως του εκ δραχμών 18.000.000 δανείου, είχε προτείνει κατ' ένσταση ισχυρισμό για παράδοση σ' αυτόν της άνω επιταγής χάριν καταβολής, οπότε οι αναιρεσίβλητοι θα έπρεπε να είχαν επιδιώξει, κατά προτεραιότητα, την ικανοποίηση της αξιώσεώς τους από την επιταγή. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό αλυσιτελή. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2005 αίτηση και το από 18-10-2006 δικόγραφο πρόσθετων λόγων του ... περί αναιρέσεως της 120/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2007
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ