2199/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2199/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2199 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2199/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Αναγνωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης-καθης η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία, "ΦΟΙΝΙΞ-METROLIFE-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε." υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία, "ΦΟΙΝΙΞ-METROLIFE-ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παπαιωάννου Κωνσταντίνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2009 μη οριστική και 2263/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2054/2011 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 690/2014 απόφαση του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 28-4-2014 κλήση του .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 30-1-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 11-10-2013 αιτήσεως του Νικολάου Κόττη για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2054/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά τον πρώτο λόγο αυτής και την απόρριψη ως προς τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-καλούντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με την από 12-5-2014 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 690/2014 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως αυτής. 1.Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του KΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, µε την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νοµική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης για το δικαίωµα που κρίθηκε, για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, µε την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωµα που κρίθηκε εξ αφορµής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του, το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη η μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών των οποίων ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.
Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί ή ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002). Τέλος, ειδικότερα, σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, Σ.Σ.Ε., Δ.Α.
κ.λπ. οι τελεσίδικες αποφάσεις που κρίνουν επί µέρους αιτήµατα, ως συνέπειες της διαρκούς έννοµης σχέσης έστω και, κατά τα παραπάνω, εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασµένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραµένει αμετάβλητο το νοµικό καθεστώς (ΟλΑΠ 1/2005).
Έτσι, μεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δεδικασµένο ο χαρακτήρας της σύµβασης εργασίας, δηλαδή ο νοµικός χαρακτηρισµός που δόθηκε από την απόφαση στην έννοµη σχέση και το κύρος της σύμβασης εργασίας και της τυχόν καταγγελίας της (ΑΠ 25/2014, ΑΠ 815/2014, ΑΠ 35/2013). Η κατάφαση ή η άρνηση στην απόφαση εννόμων σχέσεων, που δεν ανάγονται σε στοιχεία του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στη δικαστική απόφαση, δεν περιβάλλονται με ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 1831/2012, ΑΠ 249/2011, ΑΠ 1550/2010).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την "παράβαση νόμου", δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 1831/2012, 249/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: « Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσλήφθηκε στις 15-9-1991 από την ανώνυμη εταιρεία «ΙΟΝΙΚΗ ΑΕΓΑ» υπό τους όρους που αναγράφονταν στην από 15-9-1991 «σύμβαση έργου» υπό την ειδικότητα του διευθυντή του δικτύου πωλήσεων κλάδου ασφαλίστρων ζωής, ενώ μετά τη συγχώνευση της ως άνω εταιρείας δια απορροφήσεως με την εταιρεία "ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΑΕΑΕ" συνέχισε να απασχολείται με την ως άνω ειδικότητα έως την 1-2-1998 που η ως άνω εταιρεία και ο ενάγων συνήψαν την από 1-2-1998 έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας από 1-3-1998 έως 31-12-2000, δυνάμει της οποίας η ως άνω εταιρεία προσέλαβε τον ενάγοντα ως διοικητικό στέλεχος αυτής αναθέτοντάς του καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων όλων των κλάδων της ασφάλισης αυτής.
Περαιτέρω στις 2-1-2001 η ως άνω εταιρεία, συνήψε με τον ενάγοντα την από 2-1-2001 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ανατέθηκαν στον ενάγοντα τα καθήκοντα του διευθυντή πωλήσεων της εταιρείας με μηνιαίο μισθό 3.521,64 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά το ποσοστό αναπροσαρμογής των μισθών των διευθυντικών στελεχών, πιστωτική κάρτα για δαπάνες έως 440,21 ευρώ το μήνα, έξοδα παραστάσεως 586,94 ευρώ το μήνα και πρόσθετη αμοιβή (bonus) με βάση το ύψος της νέας πρωτοετούς παραγωγής της εταιρείας, που το ύψος της θα καθορίζονταν από τον πρόεδρο του Δ/Σ αυτής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, όπως προήλθε από τις ως άνω συγχωνεύσεις, υπέγραψε με τον ενάγοντα το από 5-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της ως άνω συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την καταβολή από την εναγόμενη στον ενάγοντα ποσού 30.000 ευρώ.
Ακολούθως η εναγομένη συνήψε με τον ενάγοντα την από 5-5-2003 έγγραφη σύμβαση με τίτλο «σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών» στην οποία, μεταξύ των άλλων, αναγράφεται ότι αυτή προσλαμβάνει τον ενάγοντα με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών επί θεμάτων πωλήσεων, ότι τα θέματα που ο ενάγων θα προσέφερε τις υπηρεσίες του θα επιλέγονται και θα ανατίθενται από το διευθυντή πωλήσεων δικτύου «agency», ότι τα θέματα θα μπορούσε να του αναθέσει και ο διευθύνων σύμβουλος και ο γενικός διευθυντής, ότι μεταξύ των θεμάτων στα οποία θα καλείτο να προσφέρει τις υπηρεσίες του ήταν, ενδεικτικά απαριθμούμενα, α) στρατολόγηση νέων συνεργατών και προτάσεις στους αρμόδιους διευθυντές για τη σύναψη νέων συνεργασιών, β) παρακίνηση δικτύου «agency» και προώθηση των προϊόντων της εταιρείας προς το δίκτυο, γ) μελέτη και προτάσεις προς τη διοίκηση κανονισμών πωλήσεων και κινήτρων για την ανάπτυξη των πωλήσεων και της αύξησης της παραγωγικότητας του ως άνω δικτύου, δ) μελέτη και προτάσεις τρόπων προώθησης των προϊόντων και ε) προτάσεις για το σχεδιασμό νέων προϊόντων και υπηρεσιών, ότι η διάρκεια της συμβάσεως ορίζετο διετής, δυνάμενη να λυθεί προ της διετίας για σπουδαίο λόγο, ότι η αμοιβή συμφωνείτο στο ποσό των 4.400 ευρώ το μήνα που θα καταβάλλετο επί 14,5 φορές το έτος, ότι θα του χορηγείτο εταιρική κάρτα επί της οποίας θα δικαιούται να προβαίνει σε δαπάνες έως 730 ευρώ το μήνα, ότι θα του καταβάλλετο ποσό 760 ευρώ το μήνα ως έξοδα αυτοκινήτου και παραστάσεως και ότι θα του καταβάλλετο ετήσιο «bonus» για κάθε χρόνο που θα ανέρχετο σε 0,006 του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου «agency», εφόσον τα ασφάλιστρα αυτά υπερέβαιναν το ποσό των 5.200.000 ευρώ ετησίως και ότι η παροχή των υπηρεσιών του θα μπορούσε να γίνει σε ολόκληρη την περιφέρεια της Αττικής και πανελλαδικά.
Προ της υπογραφής των ως άνω συμφωνιών (από 5-5-2003) μεταξύ των διαδίκων είχε προηγηθεί στις 2-4-2003 εισήγηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης του διευθύνοντα συμβούλου της Γ. Κ., στην οποία εξέθετε ότι ο ενάγων επιθυμούσε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του καθότι θα ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας προς το ΙΚΑ και εισηγείτο τη σύναψη με τον ενάγοντα συμβάσεως μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εισήγηση που έγινε δεκτή από το Δ/Σ της εναγομένης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη στις 20-11-2004 κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 15-11-2004 έγγραφη δήλωσή της, με την οποία του γνωστοποιούσε, ότι δεν θα ανανεώσει τη σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία έληγε στις 4-5-2005. Ακολούθως ο ενάγων άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 17-1-2005 αγωγή του με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι όλες οι προαναφερθείσες συμβάσεις που είχε συνάψει από το έτος 1991 έως την 5-5-2003 αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20-11-2004 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει το ποσό των 193.645 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση.
Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ αριθ. 6476/2008 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία εξαφανίστηκε η εκκληθεισα υπ' αριθ 2270/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι η από 15-9-1991 "σύμβαση έργου", η από 1-2-1998 "σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου" και η από 5-5-2003 "σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών" αποτελούν μια ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταξύ των διαδίκων, αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη η από 20-11-2004 καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντα και ότι η εναγομένη όφειλε στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας ύφους 5.890 ευρώ το μήνα, στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν α) ποσό 4.400 ευρώ βασικός μηνιαίος μισθός, β) ποσό 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και γ) ποσό 760 ευρώ για έξοδα χρήσεως αυτοκινήτου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, σε εκτέλεση διατάξεως της υπ' αριθμ. 2270/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεούτο αυτή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα, ως μονίμου υπαλλήλου της, δήλωσε στον ενάγοντα με την από 10-1-2006 εξώδικη δήλωσή της, ότι θα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ως μονίμου υπαλλήλου της, τοποθετώντας αυτόν, στο κτίριο υπηρεσιών της στην Αθήνα, στο οποίο στεγάζεται η διεύθυνση αποζημιώσεων αυτοκινήτων, και καταβάλλοντάς του ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 5.890 ευρώ .Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει υποβάλλει στο ΙΚΑ στις 19-6-2002 την υπ' αριθ.
πρωτ. 91661/2002 αίτηση νια χορήγηση συντάξεως λόγω αναπηρίας προσκομίζοντας γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής που τον είχε κρίνει ανάπηρο σε ποσοστό 67% για το χρονικό διάστημα από 19-6-2002 έως 30-6-2004, ενώ με την υπ' αριθ. 18839/20-7-2005 απόφαση του διευθυντή του ΙΚΑ του χορηγήθηκε σύνταξη γήρατος από 24-5-2005 ύψους 902,34 ευρώ το μήνα.
Η εναγόμενη στις 12-1-2009 κατήγγειλε (λόγω συνταξιοδοτήσεως) τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 12-1-2009 καταγγελία της, στην οποία αναγράφεται, η ιδιότητα του ενάγοντα ως υπαλλήλου της ασφαλιστικής εταιρείας, η ηλικία του (71 ετών), η χρονολογία πρόσληψης (15-9-1991), οι μηνιαίες αποδοχές του κατά την απόλυση (5.890 ευρώ) και το ποσό της αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως ύψους 40.000 ευρώ...
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερθείσα υπ 'αριθ. 6476/2008 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς την διαγνωσθείσα έννομη σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγόμενη από τις 15-9-1991 έως της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του στις 20-11-2004 ως ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα εκ μέρους της εναγόμενης στις 20-11-2004 ήταν άκυρη.
Συνεπώς για τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντα κατά της εναγομένης, που θεμελιώνονται στους αγωγικούς ισχυρισμούς για μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, κατά την επαναπρόσληψή του, σε εκτέλεση διατάξεως της υπ' αριθ. 2270/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υφίσταται δεδικασμένο ως προς ύπαρξη ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντα και ότι η καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα στις 20-11-2004 ήταν άκυρη, καθότι η ως άνω έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της υπό κρίση επίδικης διαφοράς.
Επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε ότι υφίσταται δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 6476/2008 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου περί της σχέσεως που συνέδεε τους διαδίκους ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καλύπτει και τους ως άνω ισχυρισμούς της εναγομένης, που μπορούσε να προτείνει στα πλαίσια της προηγηθείσας δίκης, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο.
Περαιτέρω και για το επίδικο χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2005 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2007 αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στη Διεύθυνση Αποζημιώσεων Αυτοκινήτων της εναγομένης και ότι η εναγόμενη αποδέχετο τις υπηρεσίες του καταβάλλοντας του ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 5.890 ευρώ.
Η εναγόμενη δεν κατήγγειλε, εντός του ως άνω ενδίκου χρονικού διαστήματος, τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα λόγω συνταξιοδοτήσεως, καταβάλλοντας την προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεώς για την αιτία αυτή, δεδομένου ότι δεν επηρεάζει την ισχύ της συμβάσεως εργασίας η χορήγηση πλήρους συντάξεως στο μισθωτό (ΑΠ 284/1996), αλλά αποδείχθηκε ότι το έπραξε, όπως προαναφέρθηκε, μεταγενέστερα στις 12-1-2009.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθ. 6476/2008 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, επιδικάσθηκαν στον ενάγοντα. για το χρονικό διάστημα από 1-12-2004 έως 30-10-2005 μισθοί υπερημερίας ύψους 5.890 ευρώ το μήνα, στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν α) ποσό 4.400 ευρώ βασικός μηνιαίος μισθός, β) ποσό 730 ευρώ για χρήση εταιρικής κάρτας και γ) ποσό 760 ευρώ για έξοδα χρήσεως αυτοκινήτου.
Η εναγόμενη, όπως προαναφέρθηκε, σε εκτέλεση διατάξεως της υπ' αριθ. 2270/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεούτο αυτή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα, ως μονίμου υπαλλήλου της, δήλωσε στον ενάγοντα με την από 10-1-2006 εξώδικη δήλωσή της, ότι θα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ως μονίμου υπαλλήλου της, τοποθετώντας αυτόν, στο κτίριο υπηρεσιών της στην Αθήνα, στο οποίο στεγάζεται η διεύθυνση αποζημιώσεων αυτοκινήτων, καταβάλλοντας του τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές, που του κατέβαλε και προ της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του.
Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι η ως άνω τοποθέτησή του από την εναγόμενη σε τομέα υπηρεσιών, που ουδεμία σχέση είχε με τις προηγούμενες αρμοδιότητές του, συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αφού με βάση τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που είχε προ της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, η εναγόμενη όφειλε να τον τοποθετήσει ως διευθυντή πωλήσεών της και να του καταβάλει τις αμοιβές που κατέβαλε αυτή στους διευθυντές πωλήσεών της, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και ίσης μεταχείρισης.
Πλην, όμως, όπως προκύπτει από την από 5-5-2003 έγγραφη σύμβαση που είχε συνάψει ο ενάγων με την εναγόμενη, ο ενάγων από της ως άνω ημερομηνίας και έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στις 20-11-2004, ασκούσε καθήκοντα συμβούλου επί θεμάτων πωλήσεων, που θα επιλέγονταν και θα του ανατίθεντο από το διευθυντή πωλήσεων δικτύου «Agency» ή και από τον διευθύνοντα σύμβουλο και γενικό διευθυντή της εναγομένης και όχι.
διευθυντού πωλήσεων που ασκούσε το προγενέστερο διάστημα, η δε τροποποίηση των όρων εργασίας του ενάγοντα στις 5-5-2003, που έγινε λόγω της επικείμενης συνταξιοδοτήσεως αυτού, δεν συνιστούσε βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σχέσεως του ενάγοντα, καθότι έγινε με τη συγκατάθεσή του και όχι μονομερώς από την εναγόμενη.
Εξάλλου στις προσκομιζόμενες επαγγελματικές κάρτες που είχε εκδώσει ο ενάγων, προκύπτει κατά την εργασιακή του απασχόληση στις εταιρείες «ΙΟΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΖΩΗΣ» και «MEΤRO LIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ» αναγραφόταν σ αυτές η ιδιότητά του ως διευθυντή πωλήσεων αυτής, ενώ στην επαγγελματική του κάρτα που είχε εκδώσει κατά την εργασιακή του απασχόληση στην εναγόμενη αναγραφόταν σ' αυτή η ιδιότητά του ως συμβούλου πωλήσεων.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε ως διευθυντής πωλήσεων έως την 5-5-2003 και έκτοτε εργάσθηκε ως σύμβουλος πωλήσεων της εναγομένης.
Συνεπώς η τοποθέτηση του ενάγοντα από την εναγόμενη στη διεύθυνση αποζημιώσεων αυτοκινήτων, που έγινε μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2270/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντα, ως μονίμου υπαλλήλου της, έγινε στα πλαίσια της ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του ενάγοντα για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.
Κατά την ενάσκηση δε του ως άνω διευθυντικού αυτού δικαιώματος δεν προκλήθηκε στον ενάγοντα υλική ή ηθική βλάβη. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι του ανατέθηκαν καθήκοντα υποδεέστερα από αυτά του διευθυντή των πωλήσεων, που ασκούσε προηγουμένως, δεν είναι βάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, από 5-5-2003 δεν ασκούσε καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων, αλλά συμβούλου επί θεμάτων πωλήσεων υπό τις εντολές και τις οδηγίες του διευθυντή πωλήσεων του δικτύου «Agency» της εναγομένης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι.
η εναγόμενη συνέχισε να καταβάλει στον ενάγοντα τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές των 5.890 ευρώ, που κατέβαλε σ' αυτόν με την ιδιότητα του συμβούλου πωλήσεων, προ της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, ποσό που, άλλωστε, επιδικάσθηκε τελεσίδικα, ως μισθός υπερημερίας, με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (6476/2008), για το διάστημα από 1-12-2004 έως 31-10-2005.
Εξάλλου, είχε μεν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με την από 5-5-2003 σύμβαση να δικαιούται ο ενάγων ετήσιο bonus 0,006 επί του ποσού του συνόλου των εισπραχθέντων ασφαλίστρων των πρωτοετών ατομικών ασφαλιστηρίων ζωής και προσθηκών του δικτύου «Agency», εφόσον τα ασφάλιστρα αυτά υπερέβαιναν το ποσό των 5.200.000 ευρώ ετησίως, πλην όμως, η καταβολή του ετησίου αυτού bonus δεν ήταν δεδομένη, αφού τελούσε υπό την ως άνω προϋπόθεση, και περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων έλαβε το διάστημα που εργάσθηκε ως σύμβουλος πωλήσεων της εναγομένης (από 5-5-2003 έως το τέλος του έτους 2004) κάποιο ποσό από την αιτία αυτή, η δε σχετική αξίωσή του γα καταβολή αυτού (bonus) που ασκήθηκε με την από 17-1-2005 αγωγή του απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 6476/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε αποφασιστικές αρμοδιότητες στη διεύθυνση που τοποθετήθηκε από την εναγόμενη και ότι παρείχε τις υπηρεσίες του χωρίς συνεργάτες, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες του, δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή, γιατί τέτοιες αρμοδιότητες δεν είχε και με την ιδιότητα του συμβούλου επί θεμάτων πωλήσεων με την οποία παρείχε τις υπηρεσίες του, προ της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, αφού υπόκειτο στις εντολές και οδηγίες του διευθυντού πωλήσεων ως προς τον τρόπο, το αντικείμενο και τον τόπο παροχής της εργασίας του, ούτε, αποδείχθηκε, ότι ως σύμβουλος πωλήσεων, είχε μόνιμους συνεργάτες.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η ως άνω τοποθέτησή του τον ζημίωνε υλικά, αφού οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του των 5.890 ευρώ στη νέα του θέση ήταν μικρότερες από τις αποδοχές των διευθυντών πωλήσεων της εναγομένης, που ανερχόταν, το ένδικο χρονικό διάστημα, κατά τους ισχυρισμούς του, στο ποσό των 6.000 ευρώ το μήνα, πλέον ποσών 50 ευρώ που αντιστοιχούσε στη χρήση κινητού τηλεφώνου και 800 ευρώ που αντιστοιχούσε στη χρήση εταιρικού αυτοκινήτου μηνιαίως, που αυτός στερήθηκε λόγω της μη τοποθετήσεως του ως διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης δεν είναι βάσιμος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, αυτός δεν ασκούσε καθήκοντα διευθυντή πωλήσεων κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, αλλά συμβούλου πωλήσεων και για το λόγο αυτό οι συμφωνηθείσες από 5-5-2003 μηνιαίες αποδοχές του ως συμβούλου συνολικού ποσού 5.890 ευρώ, διαφοροποιούνταν ως προς το ύφος από τις αποδοχές πωλήσεων των διευθυντών της εναγομένης.
Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ο εργοδότης, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζόμενους που παρέχουν ουσιωδώς όμοια εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχουν τα ίδια προσόντα, τις μισθολογικές και άλλες παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε για παροχές που έχει αναλάβει συμβατικά έναντι ορισμένων μόνο εργαζομένων.
Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων βάσει της από 5-5-2003 έγγραφης συμφωνίας του με την εναγόμενη, παρείχε σ' αυτή από 5-5-2003 έως 20-11-2004 υπηρεσίες συμβούλου σε θέματα πωλήσεων υπό τις οδηγίες του διευθυντή πωλήσεων agency της εναγομένης και όχι υπηρεσίες διευθυντή πωλήσεων, κατά δε το επίδικο χρονικό διάστημα εργάσθηκε ως σύμβουλος στο τμήμα διεύθυνσης ζημιών αυτοκινήτων και συνεπώς δεν υπήρχε ομοιότητα συνθηκών απασχολήσεως της εργασίας του ενάγοντα ως συμβούλου με τους διευθυντές πωλήσεων ή και με τους διευθυντές των άλλων διευθύνσεων της εναγομένης, ώστε να δικαιούται, τις μισθολογικές παροχές (συμβατικές και οικειοθελείς) που παρείχε η εναγόμενη στους διευθυντές της.
Συνεπώς αποδείχθηκε, ότι η τοποθέτηση του ενάγοντα από την εναγομένη και η απασχόλησή του το επίδικο χρονικό διάστημα στη διεύθυνση αποζημιώσεων αυτοκίνητου, δεν συνιστούσε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος των νομίμων εκπροσώπων της, καθότι δεν ερχόταν σε προφανή αντίθεση με τα όρια που επιτάσσουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δεν επέφερε μονομερή βλαπτική μεταβολή ουσιώδους όρου της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αναγνώρισε ότι η αφαίρεση των διευθυντικών καθηκόντων του ενάγοντα, ως διευθυντή πωλήσεων και η τοποθέτησή του, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2270/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο κτίριο της Διευθύνσεως Κ.Ε.Ζ.Α, συνιστούσε ουσιώδη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και ότι εξαιτίας αυτής εδικαιούτο αποζημίωση για διαφορές αποδοχών μεταξύ αυτών που του καταβάλλονταν και αυτών του διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης συνολικού ποσού για το ένδικο χρονικό διάστημα ύψους 12.750 ευρώ και επιπρόσθετα ότι υπέστη ηθική βλάβη, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση ύψους 10.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους τρίτο και τέταρτο των λόγων εφέσεώς της, που πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία.» .
Με την κρίση αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, αφ’ ενός μεν έλαβε υπ’ όψη τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμο, αφ’ ετέρου δε ουχί παρά τον νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, διότι εν προκειμένω δεδικασμένο δεν υπήρχε.
Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων-ενάγων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αιτιάται το Εφετείο ότι παραβίασε το δεδικασμένο που προέκυπτε από την 6476/ 2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ότι « η από 15-9-1991 σύμβαση έργου, η από 1-2-1998 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και η από 5-5-2003 σύμβαση μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελούν μία ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου» και ότι « ο αναιρεσείων παρείχε στην αναιρεσίβλητη εξαρτημένη εργασία ως Διευθυντής Πωλήσεων», με το να δεχθεί ότι η εξακολούθηση της απασχόλησής του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2005 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2007 στην ίδια θέση που αυτός από το 2003 κατείχε, δηλαδή αυτής του συμβούλου πωλήσεων, δεν συνιστούσε καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης-εναγομένης ,καθότι δεν ερχόταν σε προφανή αντίθεση με τα όρια που επιτάσσουν η καλή πίστη ,τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δεν επέφερε βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος .
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε, ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση δεν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβιάζοντας το δεδικασμένο που απέρρεε από την 6476/2008 απόφαση του Εφετείου, αλλά απλώς επανέλαβε τις παραδοχές της τελευταίας αποφάσεως ότι όλες οι συμβάσεις, από την αρχική (του 1991) μέχρι την τελευταία (του 2003) αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επίσης, δεν παραβιάσθηκε το δεδικασμένο για το είδος της απασχόλησης του αναιρεσείοντος και ειδικότερα γι' αυτήν του συμβούλου πωλήσεων, αφού η απασχόλησή του κατά το άνω επίδικο χρονικό διάστημα στην ίδια θέση με αυτήν που κατείχε από 5-5-2003, δηλαδή αυτή του συμβούλου πωλήσεων, αντί εκείνης του διευθυντή πωλήσεων που ασκούσε έως 5-5-2003, δεν συνιστούσε καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και δεν επέφερε βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός (αναιρεσείων- ενάγων) είχε αποδεχθεί, λόγω της συνταξιοδότησής του και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, τη θέση αυτή από 5-5-2003 και συνεχώς έκτοτε και μετά την έκδοση και σε εκτέλεση της 2270/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνέχισε μέχρι την απόλυσή του να παρέχει αυτήν στην αναιρεσίβλητη -εναγομένη. 2.
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση των οποίων καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν η τελευταία έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη αντισυμβατική συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.
Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 648, 649, 652 παρ. 1, 656 και 349 έως 351 του ΑΚ, συνάγεται ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, δηλαδή η επιχειρηθείσα χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να υπάρχει τέτοιο δικαίωμα από την ατομική σύμβαση εργασίας, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας, και κατά τρόπον ώστε να προκαλεί στο μισθωτό άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία, δεν επάγεται τη λύση της εργασιακής συμβάσεως, αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα:
α) Να αποδεχτεί τη μεταβολή αυτή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174, 178 ΑΚ). β) Να θεωρήσει τη μονομερή αυτή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία του, αξιώνοντας την καταβολή της κατά το νόμο αποζημιώσεως.
Και γ) να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει, την εργασία του υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη να απαιτήσει από αυτόν, ως γενόμενο εντεύθεν υπερήμερο, την καταβολή του μισθού του (ΑΠ 791/2014, ΑΠ 677/2014, ΑΠ 24/2014). Η μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτή ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη, αλλ’ ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως( ΑΠ 791/2014).
Τέλος, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η, κατά την έννοια του αριθμού αυτού, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 24/2014). Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η εξακολούθηση της απασχόλησής του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2005 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2007 στην ίδια θέση που αυτός από το 2003 κατείχε, δηλαδή αυτής του συμβούλου πωλήσεων, δεν συνιστούσε καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης ,καθότι δεν ερχόταν σε προφανή αντίθεση με τα όρια που επιτάσσουν η καλή πίστη ,τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δεν επέφερε βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 παρ. 1α’, 669 παρ. 2 εδ. α’, 281, 288 ΑΚ, 1, 7 Ν. 2112/1920, 1 και 5 Ν. 3198/1955, και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα αυτά που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά από τα οποία εμφαίνεται ότι η απασχόλησή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος κατά το άνω επίδικο χρονικό διάστημα στην ίδια θέση με αυτήν που κατείχε από 5-5-2003 ,δηλαδή αυτή του συμβούλου πωλήσεων, αντί εκείνης του διευθυντή πωλήσεων που ασκούσε έως 5-5-2003, δεν συνιστούσε καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και δεν επέφερε βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός (αναιρεσείων - ενάγων) είχε αποδεχθεί, λόγω της συνταξιοδότησής του και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, τη θέση αυτή από 5-5-2003 και συνεχώς έκτοτε και μετά την έκδοση και σε εκτέλεση της 2270/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνέχισε μέχρι την απόλυσή του να παρέχει αυτήν στην εναγομένη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται τα αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο αιτιάσεις, και υπό την επίφαση της ίδιας, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. 3.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως 'πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ( ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, σύμφωνα με τους οποίους υπήρξε βλαπτική για τα εργασιακά του συμφέροντα και ότι, με βάση την ως άνω, αρχική (και τελεσίδικη) απόφαση, έπρεπε να αποδεχθεί η αναιρεσίβλητη την εργασία του, στη θέση που αυτός κατείχε, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτούς και τους απέρριψε ρητά ως αβάσιμους, κρίνοντας την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος .
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 2054/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ