Legislator Case Law & Legislation
2199/2007 AI generated

2199/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2199/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Τoυ αναιρεσείοντος: ....., τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Έφη Χίου-Γιαννίκου.

Legislator headnote

AI generated

2199/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα : Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2199 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2199/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Τoυ αναιρεσείοντος: ....., τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Έφη Χίου-Γιαννίκου.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "'Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Ιωαννίνων", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Πέτρος Τσαντίνης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 192/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 19 Ιουνίου 2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 18 Μαρτίου 2005 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Γεωργαντόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 27/20-6-2003 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 192/4-6-2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 278/8-3-2001 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από το μνημονευόμενο στο δικόγραφο αυτής επίδομα, το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το εναγόμενο ν.π.ι.δ., με το οποίο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παρέχει στους κατονομαζόμενους υπαλλήλους του και παραλείπει, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να χορηγήσει σε εκείνον, κατά μερική παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 592/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 99/2002 εφέσεως του εναγομένου και μετά από εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η απορριπτική αυτής κατ' ουσίαν 192/2003 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα : Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγινα δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις ελέγχονται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, εκτός αν δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος όμως δεν προβάλλεται με την ερευνώμενη αίτηση.

Σε συνέπεια με τη νομική αυτή παραδοχή η ύπαρξη και η έκταση του κατά την έννοια των άρθρων 321, 322, 324 ΚΠολΔ δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από εκείνο της αγωγής που κρίθηκε έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή υπερέβη τούτο ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται εσφαλμένη απόφαση.

Εξάλλου, κατά την απορρέουσα από τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, κάθε μισθωτός δικαιούται να έχει την ίδια μεταχείριση με άλλους συναδέλφους του, εφόσον παρέχει την εργασία του κάτω από τις ίδιες συνθήκες και όρους. Έτσι, όταν ένας εργοδότης χορηγηθεί οικειοθελώς, χωρίς νομική υποχρέωση, κάποια παροχή σε ορισμένη κατηγορία ή ειδικότητα μισθωτών, δεν μπορεί να εξαιρέσει από την παροχή μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας ή ειδικότητας, που παρέχουν εργασία με τους ίδιους όρους, εκτός αν σοβαρός λόγος δικαιολογεί την εξαίρεση με αντικειμενικά κριτήρια.

Κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. "Τις 24-9-1984 ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη ως γεωπόνος, ενώ το έτος 1987 τοποθετήθηκε προϊστάμενος του γεωτεχνικού τμήματος και το έτος 1995 τοποθετήθηκε διευθυντής της διεύθυνσης στήριξης αγροτικής παραγωγής. Τη θέση αυτή κατείχε μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 2001, οπότε έγινε τροποποίηση του oργανoγράμματoς της εναγομένης και καταργήθηκαν οι θέσεις των διευθυντών.

Το ΔΣ της εναγομένης με την υπ' αριθ. 13/3-11-1997 απόφασή του, αύξησε τις αποδοχές ορισμένων εργαζομένων της λαμβάνοντας υπόψη την μέχρι τότε παραγωγικότητα και απόδοσή τους στο έργο τους. Ειδικότερα αποφάσισε τη χορήγηση από μήνα Νοέμβριο 1997 μηνιαίου επιδόματος α] 120.000 δρχ. στον διευθυντή οικονομικών υπηρεσιών Δ1, β] 100.000 δρχ.

στον προϊστάμενο λογιστηρίου Λ1 και γ] 70.000 δρχ. στον υπεύθυνο χρηματοοικονομικών Υ1. Με την ως άνω δεύτερη απόφαση του ΔΣ επισημάνθηκε ότι το εν λόγω επΙδομα θα ισχυει για όσο χρόνο οι ανωτέρω θα εκτελούν τα καθήκοντά τους και θα είναι πάντα υπό την κρίση αυτού [ΔΣ], σε περίπτωση που η απόδοσή τους δεν είναι αυτή που πρέπει ή η οργάνωση έχει οικονομικά προβλήματα.

Επίσης με την ίδια απόφαση χορηγήθηκε σε όλους τους διευθυντές της εναγομένης [και στην ενάγουσα] εφάπαξ επίδομα θέσης 1.000.000 δρχ. για την περίοδο 1996 -1997, ενώ έγινε δεκτή πρόταση του Προέδρου του ΔΣ να επανέλθει στη συνέχεια ολοκληρωμένη πρόταση από τον γενικό διευθυντή για όσους από τους διευθυντές δεν θα λάμβαναν το παραπάνω μηνιαίο επίδομα [χαρακτηρίζοντάς το ως οδοιπορικά].

Ο ενάγων δεν έλαβε με την προαναφερομένη απόφαση το χορηγηθέν μηνιαίο επίδομα αλλά ούτε και αργότερα έγινε πρόταση από το γενικό διευθυντή για τη χορήγηση του επιδόματος και σ' αυτόν, παρότι ο τελευταίος με το από 28-1-1998 έγγραφό της προς το ΔΣ διαμαρτυρήθηκε για την ως άνω εξαίρεσή της και ζήτησε τη χορήγηση του επιδόματος.

Το επίδικο επίδομα δεν είναι επίδομα θέσης, αλλά επίδομα που συνδέθηκε με την παραγωγικότητα των υπαλλήλων της εναγομένης, όπως τούτο προκύπτει από την αιτιολογία των ως άνω αποφάσεων του ΔΣ. Το επίδομα δε τούτο ύψους 120.000 δρχ. μηνιαίως δεν το έλαβαν όλοι οι διευθυντές της εναγομένης, αλλά μόνο ο Δ1, ενώ οι λοιποί Λ1 και Υ1 που έλαβαν επίδομα μικρότερου ποσού [100.000 δρχ και 70.000 δρχ, αντίστοιχα], είχαν την ιδιότητα προϊσταμένου λογιστηρίου ο πρώτος και υπεύθυνος χρηματοοικονομικών ο δεύτερος.

Επομένως, η αγωγή, με την οποία ο ενάγων χαρακτηρίζει το εν λόγω επίδομα ως επίδομα θέσεως διευθυντή και με το σκεπτικό ότι τούτο δόθηκε σε όλους τους διευθυντές της εναγομένης, πλην του ίδιου ζητούσε την καταβολή του για το λόγο ότι και αυτός κατέχει θέση διευθυντή, ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη". Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής δι' αυτής εφέρετο προς καταψήφιση αξίωση της ήδη αναιρεσείουσας από το επίδομα θέσεως, το οποίο συνέδεσε με την κατεχόμενη από εκείνη θέση του διευθυντή της διευθύνσεως διοικητικών υπηρεσιών.

Παράλληλα με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται ανελέγκτως ότι το επίδομα που χορηγήθηκε από το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. στους αναφερόμενους υπαλλήλους του συνδέθηκε με την παραγωγικότητα και απόδοσή τους, η καταβολή του οποίου εξαρτήθηκε από την αξιολόγηση της αποδόσεώς τους από το διοικητικό του συμβούλιο.

Επομένως δεν υπήρχε πεδίο εφαρμογής της απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 451, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 288 ΑΚ αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και δεν την εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως οι διατυπούμενοι με την ένδικη αίτηση λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, ελέγχονται ως ερειδόμενοι επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως.

Μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που υπέβαλε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.1709,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 27/20-6-2003 αίτηση του ..... για αναίρεση της 192/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις . Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ