2199/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2199/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, με το άρθρο 330 της 14/1989 Αγορανομικής Διάταξης (Α.Δ.) ορίσθηκε ότι "απαγορεύεται η παρασκευή ή κατοχή μεταποίηση ή διάθεση για πώληση ή διανομή ή μεταφορά για κατανάλωση αγαθών, τα οποία είναι ακατάλληλα για βρώση ή μπορούν να προκαλέσουν οποιοδήποτε κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία ανθρώπων ή ζώων ή οποιαδήποτε ζημία σε φυτά".
Full text
Απόφαση 2199 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2199/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αγγελίδη, περί αναιρέσεως της 45197/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1659/2005.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 30 του Αγορανομικού Κώδικα (ν.δ. 136/1946), όπως ισχύει, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές, μεταξύ άλλων και οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τις αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται από τον εν λόγω νόμο, καθώς και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα (παρ. 15).
Ειδικότερα, με το άρθρο 330 της 14/1989 Αγορανομικής Διάταξης (Α.Δ.) ορίσθηκε ότι "απαγορεύεται η παρασκευή ή κατοχή μεταποίηση ή διάθεση για πώληση ή διανομή ή μεταφορά για κατανάλωση αγαθών, τα οποία είναι ακατάλληλα για βρώση ή μπορούν να προκαλέσουν οποιοδήποτε κίνδυνο ή βλάβη στην υγεία ανθρώπων ή ζώων ή οποιαδήποτε ζημία σε φυτά".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Η ύπαρξη, τέλος, του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση όμως της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι, καταρχήν, ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος αυτής, διότι στην Αθήνα στις 11/6/2001, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διευθυντής της εταιρίας με την επωνυμία "ZΟΥΡΑΣ ΦΑΡΜ Α.Ε.", που από πρόθεση κατείχε προς διάθεση τρόφιμα, τα οποία ήταν ακατάλληλα για βρώση και ειδικότερα κατείχε για να διαθέσει 140 χαρτοκιβώτια που περιείχαν κατεψυγμένα κοτόπουλα Γαλλίας, σε ατομικές νάυλον συσκευασίες, συνολικού βάρους 1440 κιλών, τα οποία εξετάστηκαν από την αρμόδια υπηρεσία ελέγχου ΕΦΕΤ και κρίθηκαν ακατάλληλα προς βρώση, γιατί είχε παρέλθει η ημερομηνία διαθέσεως και αναλώσεώς τους." Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα (ΝΔ 136/46), όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 330 της 14/1989 Αγορανομικής Διάταξης του Υπουργού Εμπορίου.
Επισημαίνεται, ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο για την πιο πάνω πρώτη πράξη του κατηγορητηρίου, η δε μη διαγραφή από το- έντυπο σε φωτοτυπία διατακτικό των λοιπών δύο πράξεων καθώς και των αντιστοίχων διατάξεων, έγινε από πρόδηλη παραδρομή, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, αλλά και της εκκληθείσης αποφάσεως.
Για την πράξη δε αυτή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών την οποία, μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,4 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με τις παραδοχές του αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Για την πληρότητα δε της εν λόγω αιτιολογίας, δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν σ' αυτήν και τα στο αναιρετήριο αναφερόμενα στοιχεία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, η εν μέρει επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, δεν συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση ελλιπή αιτιολογία, αφού τούτο είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Περαιτέρω, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ευθέως δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων από δόλο ("από πρόθεση κατείχε για να διαθέσει....") και όχι από αμέλεια τέλεσε το προαναφερόμενο πλημμέλημα. Και δεν ήταν αναγκαίο, κατά την προεκτιθέμενη νομική σκέψη, να συμπεριλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το ότι η πράξη τελέστηκε από δόλο, διότι ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.
Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως ....., όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, όπου γίνεται ειδική μνεία, ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αξιολογείται ειδικά η κατάθεση του μάρτυρα αυτού και να εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δεν πείστηκε από όσα κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει, ακολούθως να απορριφθεί αυτή κατ'ουσία και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/9/2005 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του ....., για αναίρεση της 45197/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 22 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ