2198/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου - Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2198/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2198 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2198/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου - Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 6 Νοεμβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων 1. Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και 2. Β. Ν. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν. Κ., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 658/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.9.2017 κοινή αίτηση τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2017.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα, με αριθμό πρωτ. 82/29.3.2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιο σας σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ, την από 7-9-2017 αίτηση των, 1 Ν. Κ. του Κ., δικηγόρου και 2.Β. Ν. του Α., κατοίκων ... για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση, σε βάρος τους, της υπ' αρ. 658/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Συνεισάγεται ωσαύτως και το από 29-1- 2018 συναφές με την αίτηση υπόμνημα του πρώτου των αιτούντων και εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.
Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.
Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Επίσης, δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστή ρητά ή έμμεσα και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Τέλος κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).
Αρμόδιο δε να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Επομένως, η κρινόμενη κοινή αίτηση των αναφερομένων για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος τους της υπ' αρ. 658/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών έκαστος, για τοκογλυφία ο δεύτερος αιτών, Β. Ν.
και για άμεση σ' αυτή συνέργεια ο πρώτος αιτών Ν. Κ. ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς των, ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην αίτησή τους, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι, γιατί μετά την καταδίκη τους αποκαλύφθηκαν νέες αποδείξεις που καθιστούν φανερό, όπως διατείνονται, ότι είναι αθώοι της πράξεως αυτής, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Με την αυτή απόφαση καταδικάστηκε, επίσης για διάφορη πράξη τοκογλυφίας, καταδίκη που δεν ενδιαφέρει την κρινόμενη αίτηση και ο Γ. Θ.. Συγκεκριμένα το Εφετείο, δέχθηκε καθ' όσον αφορά τους αιτούντες, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: " Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο,και την ανώματι κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της απολογίας των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τους στο διατακτικό τούτο και χρόνους, και συγκεκριμένα: 1.
Ο 1ος από αυτούς Β. Ν. κατά την παροχή δανείου εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του δανειολήπτη συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα τα οποία υπερέβαιναν το νόμιμο θεμιτό ποσοστό τόκου και συγκεκριμένα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2001, κατέβαλε λόγω δανείου, με την μεσολάβηση του 3ου των κατηγ/νων και δικηγόρου του Ν.
Κ., στην εγκαλούσα Ι. Α., το ποσό των 4.500.000 δραχμών προκειμένου με αυτό η τελευταία να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργούσε η ασθένεια του υιού της, πάσχοντας από βαριά αναπηρία νοητικής στέρησης. Το δάνειο συνομολογήθηκε για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών και συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα το ποσό των 2.500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, ήτοι ήταν υπέρτερο του ανώτατου, τότε κατά νόμου θεμιτού ποσοστού τόκου, που ήταν από 6.9.2000 έως 18.9.2001 15,25% ετησίως σύμφωνα με την οικεία πράξη (39/2000) της Τραπέζης της Ελλάδος.
Για την επίτευξη της συνομολογήσεως του εν λόγω μη νομίμου περιουσιακού ωφελήματος ο κατ/νος εκμεταλλεύθηκε την ανωτέρω αδήριτη οικονομική ανάγκη της εγκαλούσης. Προς εξασφάλιση δε της απαιτήσεώς του αυτής ζήτησε και επέτυχε με τη μεσολάβηση επίσης του 3ου κατ/νου, την από μέρους της εγκαλούσης αποδοχή 14 συν/κών των 500.000 δραχμών εκάστης , ως και την εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης με την από 18.1.2001 αίτησή του κατά της εγκαλούσης, η οποία και διατάχθηκε επί του σ'αυτή (αίτηση) αναφερόμενου ακινήτου της τελευταίας με την υπ' αρ. 1669/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς εξασφάλιση ποσού 6.000.000 δραχμών, πλέον 1.000.000 δρχ.
με τόκους και έξοδα, ήτοι ποσό υπέρτερο εκείνου των 4.500.000 δραχμών, που έλαβε ως δάνειο η εγκαλούσα. 3) ο 3ος κατ/νος Ν. Κ., με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της ειδικής πράξης που διέπραξε αυτός και συγκεκριμένα στις αρχές Ιανουαρίου 2001, χρόνο κατά τον οποίο ο 1ος κατ/νος Β.Ν.
κατέβαλε στην εγκαλούσα Ι. Α., λόγω δανείου, το προαναφερόμενο ποσό των 4.500.000 δραχμών για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, συνομολογώντας για τον εαυτό του και λαμβάνοντας για τόκο του εν λόγω διαστήματος, το ποσό των 2.500.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, ήτοι υπέρτερο του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού τόκου ανερχομένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο σε 15,25% ετησίως, αυτός (3ος κατ/νος), μεσολάβησε στη σύναψη του δανείου αυτού και τελούσε σε πλήρη γνώση ότι τούτο ήταν τοκογλυφικό, ενόψει του συνομολογηθέντος υπερβολικά μεγάλου ποσοστού τόκου, γεγονός που δεν ήταν δυνατόν να μην υποπέσει στην αντίληψή του, ενόψει και της ιδιότητας του ως δικηγόρου, με την οποία , επίσης, συμμετείχε στη διαδικασία της χορηγήσεως του ενδίκου δανείου και παραδόσεως των χρημάτων στην εγκαλούσα .
Η εμπλοκή του στη σύναψη και τη χορήγηση του δανείου αποδεικνύεται από το υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό, κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, αφού τα κρίσιμα προς τούτο περιστατικά έλαβαν χώρα στο επί της ...- ... γραφείο του, όπου και παρέδωσε ο ίδιος στην εγκαλούσα το δανεισθέν από αυτή ποσόν χρημάτων.
Με την αυτή ιδιότητά του, ως δικηγόρου έλαβε περαιτέρω μέρος και στη διαδικασία υποβολής της από 18.1.2001 αιτήσεως του 1ου κατηγ/νου κατά της εγκαλούσας επί της οποίας εκδόθηκε η προμνημονευόμενη υπ'αριθμ. 1669/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του προαναφερομένου οροφοδιαμερίσματος της εγκαλούσας ήτοι εκείνο του ...
της στα ... και επί της ... οικοδομής , παρέχοντας με τον τρόπο αυτό, άμεση συνδρομή, στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του (1ος κατηγ/νος) κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της παραπάνω άδικης πράξης την οποία ο τελευταίος διέπραξε. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σ'αυτούς αξιοποίνων πράξεων, του Δικαστηρίου δεχομένου ότι η τέλεσή των έλαβε χώρα υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., κατά τα στο διατακτικό.".
Με τις παραδοχές δε αυτές κήρυξε ένοχους τους αιτούντες, κατά πιστή επίσης μεταφορά, για το ότι: " ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο Β. Ν. του ότι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο κατά την παροχή δανείου, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη εκείνου που πήρε το δάνειο, συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και συγκεκριμένα στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου του 2001 κατέβαλε στην εγκαλούσα Ι.
Α. λόγω δανείου το ποσό των 4.500.000 δραχμών για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών και συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε για τόκο του διαστήματος αυτού το ποσό των 500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου που ήταν 15,25% ετησίως......ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον τρίτο κατηγορούμενο Ν.
Κ. του ότι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε αυτός και συγκεκριμένα στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου του 2001 που ο συγκατηγορούμενός του Β. Ν.- κατά την παροχή δανείου, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη εκείνου που πήρε το δάνειο, συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και συγκεκριμένα που ο συγκατηγορούμενός του Β.
Ν. κατέβαλε στην εγκαλούσα Ι. Α. λόγω δανείου το ποσό των 4.500.000 δραχμών για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών και συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε για τόκο του διαστήματος αυτού το ποσό των 2.500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου που ήταν 15,25% ετησίως, αυτός μεσολάβησε στη σύναψη του δανείου αυτού, καίτοι γνώριζε ότι το δάνειο αυτό ήταν τοκογλυφικό και με την ιδιότητά του ως δικηγόρου συμμετέσχε στη διαδικασία χορηγήσεως του δανείου και παραδόσεως των χρημάτων στην εγκαλούσα, καθώς και στη διαδικασία υποβολής της από 18- 1-2001 αιτήσεως του Β.
Ν. κατά της εγκαλούσας, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1669/18-1-2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ευρισκόμενο στο πρώτο όροφο της επί της ... στα ... οικοδομής οροφοδιαμέρισμα της εγκαλούσας, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό άμεση συνδρομή στον παραπάνω συγκατηγορούμενό του κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της παραπάνω άδικης πράξης που διέπραξε αυτός.".
Ήδη, επιδιώκοντες οι αιτούντες την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω απόφαση, επικαλούνται και προσκομίζουν, ως νέα στοιχεία : Α) Τα πρακτικά της με αρ. 401/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Β) Την από 28-12-2012 γραφολογική γνωμοδότηση του γραφολόγου Θ. Β.. Γ) Την από 19-4-2010 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ.
Γ. στον Πταισματοδίκη Αθηνών. Δ) Την με αρ. 2141/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ε) Την με αρ. 4852/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΣΤ) Την με αρ. 4853/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακόμη με το από 29-1-2018 υπόμνημά του ο πρώτος των αιτούντων Ν. Κ. προσάγει και επικαλείται και την με αρ, 1194/2018 ένορκη βεβαίωση της Μ. - Μ.
Α., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, εκθέτω δε ακολούθως τα εξής: Τα ανωτέρω επικαλούμενα από τους αιτούντες ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που έλαβε υπόψη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την ως άνω υπ' 658/2008 απόφασή του, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας.
Ειδικότερα, οι τρεις τελευταίες επικαλούμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν, ερήμην της εναγομένης, Ι. Α., παθούσης από το έγκλημα της τοκογλυφίας, επί αγωγών των αιτούντων εναντίον της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν αναιρούν τις παραδοχές της αποφάσεως.
Στην ιδιωτική γραφολογική γνωμοδότηση ο γραφολόγος αναφέρει ότι η ιδία παθούσα έχει υπογράψει στη θέση του αποδέκτη σε συναλλαγματική ποσού 1.500.000δρχ, με εκδότη τον από τους αιτούντες Β. Ν. και ημερομηνίες εκδόσεως 10-1-2001 και λήξεως 30-9- 2001. Το εκδόσαν όμως την καταδικαστική απόφαση , Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, θεωρεί, ότι στη συναλλαγματική αυτή ήταν ενσωματωμένοι τόκοι του δανείου των 4.500.000 δραχμών.
Στην επικαλούμενη ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ. Γ. στον Πταισματοδίκη Αθηνών, αυτός αναφέρει ότι το ποσό, που είχε δανειστεί η ιδία παθούσα από τον αιτούντα Β. Ν., ανέρχεται στο ποσό των 6.000.000 δραχμών, ενώ, τέλος στα πρακτικά της επικαλούμενης, με αρ. 401/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξεταζόμενος ο αυτός μάρτυρας επί αγωγής του Β.
Ν. επανέλαβε τα αυτά ως προς το ύψος του δανείου. Όμως το ίδιο πρόσωπο είχε εξεταστεί και πάλι ως μάρτυρας στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και η με ανάλογο περιεχόμενο κατάθεση του λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο αυτό και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Στην επικαλούμενη από τους αιτούντες κατάθεση της μάρτυρα Ε. Α., που είναι καταχωρημένη στα αυτά πρακτικά, της με αρ. 401/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτή αναφέρει σαφώς, ότι το ύψος του δανείου που είχε λάβει, από τον δεύτερο των αιτούντων, η αδελφή της Ι. Α., ανερχόταν στο ποσό των 4.500.000 δραχμών, χωρίς σε καμία περίπτωση, να υπονοεί, στην κατάθεσή της αυτή ούτε μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγματική, για την οποία η προηγούμενη αναφορά, αποτελούσε μέρος του δανείου που έλαβε η αδελφή της.
Στην επικαλούμενη από τον αιτούντα Ν. Κ. με αρ. 1194/2018 ένορκη βεβαίωση της Μ. - Μ. Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η τελευταία εμφανίζεται παρούσα σε διάλογο μεταξύ του από τους αιτούντες Β. Ν. και της παθούσης Ι. Α. και μεταφέρει, διαμειφθέντα, διάλογο των ιδίων, στον οποίο εμφανίζει την δεύτερη να ζητεί, από τον πρώτο ως δάνειο ποσό 6,000.000 δρχ και να υπάρχει συμφωνία περί τούτου με άμεση καταβολή ποσού 15000.000.
Αλλά το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης εκτός του ότι αποκρούεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, είναι ήκιστα πειστική, αν ληφθεί υπόψη ότι η βεβαιούσα δεν εξετάστηκε στην υπόθεση ως μάρτυρας, ούτε προτάθηκε η εξέτασή της στο δικαστήριο, ενώ ξενίζει η αναφορά της με λεπτομέρειες για γεγονός που φέρεται ότι έλαβε χώρα πριν δέκα έτη, χωρίς τούτο να την αφορά ή να είναι εξαιρετικό συμβάν που παρέμεινε στην μνήμη της.
Τα λοιπά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι αιτούντες με την κρινόμενη αίτησή τους, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της αποφάσεως, με την οποία καταδικάστηκαν και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περίπ. 2 ΚΠΔ.
Ακολούθως των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο καθένας από τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα , σύμφωνα με το άρθρο 583 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί η από 7-9-2017 αίτηση των, 1 Ν. Κ. του Κ., δικηγόρου και 2.Β. Ν. του Α., κατοίκων ... για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση, σε βάρος τους, της υπ' αρ. 658/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα ( 250) ευρώ, σε καθένα από τους αιτούντες."
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Ηλ. Πλιώτας.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πρώτο αιτούντα με την ιδιότητα του ως δικηγόρου, αλλά και ως πληρεξούσιο δικηγόρο του δευτέρου αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. περ. 2 του ΚΠΔ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται,προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.
Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου με τον οποίο δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.
Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Επίσης, δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστή ρητά ή έμμεσα και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Τέλος; κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).
Αρμόδιο δε να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο.
Επομένως, η κρινόμενη από 7.9.2017, που κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 22.9.2017, κοινή αίτηση των Ν. Κ. του Κ. και Β. Ν. του Α., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση σε βάρος τους της υπ' αρ. 658/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, (οι κατ' αυτής αιτήσεις αναίρεσης που άσκησαν αμφότεροι απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 1780/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), με την οποία καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών έκαστος, για τοκογλυφία ο δεύτερος αιτών, Β. Ν. και για άμεση σ' αυτή συνέργεια ο πρώτος αιτών Ν. Κ., ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς τους, ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην αίτησή τους, γίνεται φανερό όπως διατείνονται, ότι είναι αθώοι της πράξεως αυτής, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Με την αυτή απόφαση καταδικάστηκε, επίσης για διάφορη πράξη τοκογλυφίας, καταδίκη που δεν ενδιαφέρει την κρινομένη αίτηση και ο Γ. Θ.. Συγκεκριμένα το Εφετείο, δέχθηκε καθ' όσον αφορά τους αιτούντες, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα:
"Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά τις αιτιολογίας των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τους στο διατακτικό τούτο και χρόνους, και συγκεκριμένα: 1.
Ο 1ος από αυτούς Β. Ν. κατά την παροχή δανείου εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του δανειολήπτη συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα τα οποία υπερέβαιναν το νόμιμο θεμιτό ποσοστό τόκου και συγκεκριμένα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2001, κατέβαλε λόγω δανείου, με την μεσολάβηση του 3ου των κατηγ/νων και δικηγόρου του Ν.
Κ. στην εγκαλούσα Ι. Α., το ποσό των 4.500.000 δραχμών προκειμένου με αυτό η τελευταία να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργούσε η ασθένεια του υιού της, πάσχοντος από βαριά αναπηρία νοητικής στέρησης. Το δάνειο συνομολογήθηκε για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών και συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα το ποσό "των 2.500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, ήτοι ήταν υπέρτερο του ανώτατου, τότε κατά νόμου θεμιτού ποσοστού τόκου, που ήταν από 6.9.2000 έως 18.9.2001 15,25% ετησίως σύμφωνα με την οικεία πράξη (39/2000) της Τραπέζης της Ελλάδος.
Για την επίτευξη της συνομολογήσεως του εν λόγω μη νομίμου περιουσιακού ωφελήματος ο κατ/νος εκμεταλλεύθηκε την ανωτέρω αδήριτη οικονομική ανάγκη της εγκαλούσης. Προς εξασφάλιση δε της απαιτήσεώς του αυτής ζήτησε και επέτυχε με τη μεσολάβηση επίσης του 3ου κατ/vou, την από μέρους της εγκαλούσης αποδοχή 14 συν/κών των 500.000 δραχμών εκάστης , ως και την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης με την από 18.1.2001 αίτησή του κατά της εγκαλούσης, η οποία και διατάχθηκε επί του σ' αυτή (αίτηση) αναφερόμενου ακινήτου της τελευταίας με την υπ' αρ. 1669/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς εξασφάλιση ποσού 6.000.000 δραχμών, πλέον 1.000.000 δρχ.
με τόκους και έξοδα, ήτοι ποσό υπέρτερο εκείνου των 4.500.000 δραχμών, που έλαβε ως δάνειο η εγκαλούσα. 3) ο 3ος κατ/νος Ν. Κ., με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της ειδικής πράξης που διέπραξε αυτός και συγκεκριμένα στις αρχές Ιανουαρίου 2001, χρόνο κατά τον οποίο ο 1ος κατ/νος Β.
Ν. κατέβαλε στην εγκαλούσα Ι. Α., λόγω δανείου, το προαναφερόμενο ποσό των 4.500.000 δραχμών για χρονικό διάστημα οκτώ (8) μηνών, συνομολογώντας για τον εαυτό του και λαμβάνοντας για τόκο του εν λόγω διαστήματος, το ποσό των 2.500.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, ήτοι υπέρτερο του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού τόκου ανερχομένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο σε 15,25% ετησίως, αυτός (3ος κατ/νος), μεσολάβησε στη σύναψη του δανείου αυτού αν και τελούσε σε πλήρη γνώση ότι τούτο ήταν τοκογλυφικό, ενόψει του συνομολογηθέντος υπερβολικά μεγάλου ποσοστού τόκου, γεγονός που δεν ήταν δυνατόν να μην υποπέσει στην αντίληψή του, ενόψει και της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, με την οποία, επίσης, συμμετείχε στη διαδικασία της χορηγήσεως του ενδίκου δανείου και παραδόσεως των χρημάτων στην εγκαλούσα .
Η εμπλοκή του στη σύναψη και τη χορήγηση του δανείου αποδεικνύεται από το υφιστάμενο στη διάθεση του Δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό, κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, αφού τα κρίσιμα προς τούτο περιστατικά έλαβαν χώρα στο επί της ...- ... γραφείο του, όπου και παρέδωσε ο ίδιος στην εγκαλούσα το δανεισθέν από αυτή ποσόν χρημάτων.
Με την αυτή ιδιότητά του, ως δικηγόρου, έλαβε περαιτέρω μέρος και στη διαδικασία υποβολής της από 18.1.2001 αιτήσεως του 1ου κατηγ/νου κατά της εγκαλούσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προμνημονευόμενη υπ'αριθμ. 1669/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί του προαναφερομένου οροφοδιαμερίσματος της εγκαλούσας,ήτοι εκείνο του Α' ορόφου της στα ...
και επί της ... οικοδομής , παρέχοντας με τον τρόπο αυτό άμεση συνδρομή στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του (1ος κατηγ/νος, κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της παραπάνω άδικης πράξης την οποία ο τελευταίος διέπραξε. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σ' αυτούς αξιοποίνων πράξεων, του Δικαστηρίου δεχομένου ότι η τέλεσή τους, έλαβε χώρα υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., κατά τα στο διατακτικό".
Με τις παραδοχές δ' αυτές κήρυξε ένοχους τους αιτούντες, κατά πιστή επίσης μεταφορά, για το ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον πρώτο κατηγορούμενο Β. Ν. του ότι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο κατά την παροχή δανείου, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη εκείνου που πήρε το δάνειο, συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και συγκεκριμένα στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου του 2001 κατέβαλε στην εγκαλούσα Ι.
Α. λόγω δανείου το ποσό των 4.500.000 δραχμών για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών και συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε για τόκο του διαστήματος αυτού το ποσό των 500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου που ήταν 15,25% ετησίως....ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο τον τρίτο κατηγορούμενο Ν.
Κ. του ότι στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε αυτός και συγκεκριμένα στην Αθήνα στις αρχές Ιανουαρίου του 2001 που ο συγκατηγορούμενός του Β. Ν.- κατά την παροχή δανείου, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη εκείνου που πήρε το δάνειο, συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και συγκεκριμένα που ο συγκατηγορούμενός του Β.
Ν. κατέβαλε στην εγκαλούσα Ι. Α. λόγω δανείου το ποσό των 4.500.000 δραχμών για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών και συνομολόγησε για τον εαυτό του και έλαβε για τόκο του διαστήματος αυτού το ποσό των 2.500.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε μηνιαίο ποσοστό τόκου 7%, το οποίο υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου που ήταν 15,25% ετησίως, αυτός μεσολάβησε στη σύναψη του δανείου αυτού, καίτοι γνώριζε ότι το δάνειο αυτό ήταν τοκογλυφικό και με την ιδιότητά του ως δικηγόρου συμμετέσχε στη διαδικασία χορηγήσεως του δανείου και παραδόσεως των χρημάτων στην εγκαλούσα, καθώς και στη διαδικασία υποβολής της από 18- 1-2001 αιτήσεως του Β.
Ν. κατά της εγκαλούσας, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1669/18-1-2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ευρισκόμενο στο πρώτο όροφο της επί της ... στα ... οικοδομής οροφοδιαμέρισμα της εγκαλούσας, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό άμεση συνδρομή στον παραπάνω συγκατηγορούμενό του κατά την εκτέλεση και στην εκτέλεση της παραπάνω άδικης πράξης που διέπραξε αυτός.".
Ήδη, επιδιώκοντες οι αιτούντες την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω απόφαση, επικαλούνται και προσκομίζουν, ως νέα στοιχεία: Α) Τα πρακτικά της με αρ. 401/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Β) Την από 28-12-2012 γραφολογική γνωμοδότηση του γραφολόγου Θ. Β.. Γ) Την από 19-4-2010 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ.
Γ. στον Πταισματοδίκη Αθηνών. Δ) Την με αρ. 2141/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ε) Την με αρ. 4852/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΣΤ) Την με αρ. 4853/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακόμη, με το από 29-1-2018 υπόμνημά του,ο πρώτος των αιτούντων Ν. Κ. προσάγει και επικαλείται και την με αρ, 1194/2018 ένορκη βεβαίωση της Μ. - Μ.
Α., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σχετικά με καθένα από τα οποία πρέπει να εκτεθούν τα ακόλουθα:
Τα ανωτέρω επικαλούμενα από τους αιτούντες ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που έλαβε υπόψη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την ως άνω υπ' 658/2008 απόφαση του, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας.
Ειδικότερα, οι τρεις τελευταίες επικαλούμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν, ερήμην της εναγομένης, Ι. Α., παθούσας από το έγκλημα της τοκογλυφίας, επί αγωγών των αιτούντων εναντίον της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν αναιρούν τις παραδοχές της αποφάσεως.
Στην ιδιωτική γραφολογική γνωμοδότηση ο γραφολόγος Θ. Β. αναφέρει ότι η ίδια η παθούσα έχει υπογράψει στη θέση του αποδέκτη σε συναλλαγματική ποσού 1.500.000δρχ, με εκδότη τον από τους αιτούντες Β. Ν. και ημερομηνίες εκδόσεως 10-1-2001 και λήξεως 30-9- 2001. Το εκδόσαν όμως την καταδικαστική απόφαση, Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, θεωρεί, ότι στη συναλλαγματική αυτή ήταν ενσωματωμένοι τόκοι του δανείου των 4.500.000 δραχμών.
Στην επικαλούμενη ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ. Γ. στον Πταισματοδίκη Αθηνών, αυτός αναφέρει ότι το ποσό, που είχε δανειστεί η ιδία παθούσα από τον αιτούντα Β. Ν., ανέρχεται στο ποσό των 6.000.000 δραχμών, ενώ, τέλος, στα πρακτικά της επικαλούμενης, με αρ. 401/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξεταζόμενος ο αυτός μάρτυρας επί αγωγής του Β.
Ν., επανέλαβε τα αυτά ως προς το ύψος του δανείου. Όμως το ίδιο πρόσωπο είχε εξεταστεί και πάλι ως μάρτυρας στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και η με ανάλογο περιεχόμενο κατάθεση του λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο αυτό και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Στην επικαλούμενη από τους αιτούντες κατάθεση της μάρτυρα Ε. Α., που είναι καταχωρημένη στα αυτά πρακτικά, της με αρ. 401/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτή αναφέρει σαφώς, ότι το ύψος του δανείου που είχε λάβει, από τον δεύτερο των αιτούντων, η αδελφή της Ι. Α., ανερχόταν στο ποσό των 4.500.000 δραχμών, χωρίς σε καμία περίπτωση, να υπονοεί, στην κατάθεσή της αυτή, ούτε μπορεί να συναχθεί κάτι τέτοιο, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγματική, για την οποία η προηγούμενη αναφορά, αποτελούσε μέρος του δανείου που έλαβε η αδελφή της.
Στην επικαλούμενη από τον αιτούντα Ν. Κ. με αρ. 1194/2018 ένορκη βεβαίωση της Μ. - Μ. Α. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η τελευταία εμφανίζεται παρούσα σε διάλογο μεταξύ του από τους αιτούντες Β. Ν. και της παθούσης Ι. Α. και μεταφέρει, διαμειφθέντα, διάλογο των ιδίων, στον οποίο εμφανίζει τη δεύτερη να ζητεί από τον πρώτο ως δάνειο ποσό 6,000.000 δρχ και να υπάρχει συμφωνία περί τούτου με άμεση καταβολή ποσού 1.500.000 δρχ.
Αλλά το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης,εκτός του ότι αποκρούεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, είναι ήκιστα πειστικό, αν ληφθεί υπόψη ότι η βεβαιούσα δεν εξετάστηκε στην υπόθεση ως μάρτυρας, ούτε προτάθηκε η εξέτασή της στο δικαστήριο, ενώ ξενίζει η αναφορά της με λεπτομέρειες για γεγονός που φέρεται ότι έλαβε χώρα πριν δέκα επτά (17) έτη, χωρίς τούτο να την αφορά ή να είναι εξαιρετικό συμβάν που παρέμεινε στην μνήμη της.
Τα λοιπά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι αιτούντες με την κρινόμενη αίτησή τους, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητας της αποφάσεως, με την οποία καταδικάστηκαν και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ. 1 περίπου 2 ΚΠΔ.
Ακολούθως των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο καθένας από τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα , σύμφωνα με το άρθρο 583 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.9.2017 , που κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 22.9.2017, αίτηση των: 1 Ν. Κ. του Κ., δικηγόρου και 2. Β. Ν. του Α., κατοίκων ... για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την έκδοση, σε βάρος τους, της υπ' αρ. 658/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε καθένα από τους αιτούντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ