Legislator Case Law & Legislation
2198/2014 AI generated

2198/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2198/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, η επίβλεψη-παραλαβή κλπ σιδηροδρομικών, υδραυλικών και κτιριακών έργων, καθώς και γενικά η εκτέλεση τοπογραφικών, κτηματογραφικών και χαρτογραφικών εργασιών, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που ανέλαβε (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το ΠΔ 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΑΠ 1146/2012, ΑΠ 579/2009, ΑΠ 1699/2007, ΑΠ 743/2000).

Legislator headnote

AI generated

2198/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, στο άνω ΠΔ 696/1974 προσδιορίζονται αναλυτικά οι ελάχιστες νόμιμες αμοιβές μηχανικών για τις διάφορες εργασίες που αυτοί αναλαμβάνουν κατά περίπτωση, ένα μέρος από τις οποίες περιλαμβάνεται στο Τμήμα Ε (αμοιβές μελετών επιβλέψεων και παραλαβής κτιριακών έργων - άρθρα 80 επ.) και ειδικότερα στο κεφάλαιο Δ' αυτού (αμοιβές παραλαβής και εκτιμήσεως κτιριακών έργων -άρθρα 98 επ.).

Keywords

AI generated
assessment of work incapacity lack of standing of association redundancy unpaid work compensable branch of activity employment subject to social contributions
AI generated
1648/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
393/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5649/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2005 αίτησή της.
1509/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
379/2014
Η καθιέρωση γεύματος στο προσωπικό μιας επιχείρησης, που παρέχεται ως αντάλλαγμα για την εργασία του και ως εκ τούτου αποτελεί μισθό, σε είδος, εφόσον παρέχεται κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορεί να αποτελέσει οικειοθελή παροχή, που δεν μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα από τον εργοδότη.
1110/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Eισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2198 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2198/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank Υπηρεσίες Ακινήτων Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτη Σαρρή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Παπαδόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2010 αγωγή του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1630/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 24-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, η επίβλεψη-παραλαβή κλπ σιδηροδρομικών, υδραυλικών και κτιριακών έργων, καθώς και γενικά η εκτέλεση τοπογραφικών, κτηματογραφικών και χαρτογραφικών εργασιών, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που ανέλαβε (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το ΠΔ 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΑΠ 1146/2012, ΑΠ 579/2009, ΑΠ 1699/2007, ΑΠ 743/2000).

Από το άρθρο μόνο παρ. 1 του ΝΔ 2726/1953, 1 παρ. 1 του Π.Δ. 696/1974 και 174 ΑΚ συνάγεται, ότι τα προβλεπόμενα από τα δύο πρώτα νομοθετικό και προεδρικό διάταγμα κατώτατα όρια αμοιβών ή αποζημιώσεων για την εκπόνηση μελετών των αναφερόμενων σ` αυτά έργων αποτελούν κατώτερη διατίμηση υποχρεωτική για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, έτσι ώστε κάθε συμφωνία για αμοιβή κατώτερη από τα εκεί οριζόμενα όρια να είναι άκυρη κατά το υπολειπόμενο από τα όρια αυτά μέρος της (ΑΠ 1257/2002).

Περαιτέρω, στο άνω ΠΔ 696/1974 προσδιορίζονται αναλυτικά οι ελάχιστες νόμιμες αμοιβές μηχανικών για τις διάφορες εργασίες που αυτοί αναλαμβάνουν κατά περίπτωση, ένα μέρος από τις οποίες περιλαμβάνεται στο Τμήμα Ε (αμοιβές μελετών επιβλέψεων και παραλαβής κτιριακών έργων - άρθρα 80 επ.) και ειδικότερα στο κεφάλαιο Δ' αυτού (αμοιβές παραλαβής και εκτιμήσεως κτιριακών έργων -άρθρα 98 επ.).

Ειδικότερα, το άρθρο 99 του ως άνω ΠΔ, που ρυθμίζει τη νόμιμη αμοιβή εκτίμησης έργων (όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 48 του ΠΔ 515/1989), ορίζει ότι "Για την εκτίμηση ακινήτων και κτιριακών γενικά έργων και εφόσον η εκτίμηση δεν συνοδεύεται από διαγράμματα, η αμοιβή για κάθε εκτιμητή ορίζεται από τον τύπο Α1 = 4000.

λ + 0,10 Α, όπου Α1 η αμοιβή εκτίμησης, λ ο συντελεστής που ορίζεται στο άρθρο 4 του παρόντος και Α η αμοιβή της μελέτης, του κτιρίου θεωρουμένου ως νέου βάσει του άρθρου 88 όπως τροποποιείται".

Συνεπώς, με την προαναφερθείσα διάταξη καθορίσθηκε ότι η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή μηχανικού για την εκτίμηση ακινήτων και γενικά κτιριακών έργων, που δεν συνοδεύεται από τη σύνταξη διαγράμματος, προκύπτει από το άθροισμα δύο γινομένων, αφενός μεν του αριθμού 4000 με το συντελεστή λ, όπως αυτός καθορίζεται ανά τρίμηνο με υπουργικές εγκυκλίους, αφετέρου δε του συντελεστή 0,10 με την αμοιβή μελέτης Ουσιαστικά, η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή μηχανικού για την εκτίμηση ακινήτων και κτιριακών έργων αποτελείται από το άθροισμα κλάσματος του αριθμού 4000 (ανάλογο με το ύψος του συντελεστή λ, που κυμαίνεται ανάμεσα σε 0,18 και 0,22) με κλάσμα της αμοιβής για σύνταξη μελέτης και, συγκεκριμένα, το 1/10 αυτής.

Καθότι ο νομοθέτης δεν προβαίνει σε καμία σχετική διάκριση, ο ανωτέρω αναφερόμενος τρόπος υπολογισμού προφανώς αφορά κάθε περίπτωση εκτίμησης ακινήτων και κτιριακών έργων, είτε ο μηχανικός έχει συντάξει μελέτη για το εκάστοτε εκτιμώμενο έργο, είτε όχι. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις έγκειται στο ότι, αν ο μηχανικός δεν έχει συντάξει μελέτη για το εκτιμώμενο έργο, το δεύτερο γινόμενο (δηλαδή 0,10 Χ Α) πάντοτε ισούται με μηδέν, καθότι δεν υπάρχει αμοιβή μελέτης και άρα αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού 0,10 Χ 0 είναι πάντα μηδέν.

Αυτό σημαίνει κατ' αποτέλεσμα ότι στην ως άνω περίπτωση η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή μηχανικού για την εκτίμηση ακινήτων αποτελείται μόνο από το κλάσμα του αριθμού 4000. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για διάσπαση του τύπου που προβλέπει το άρθρο 99, αλλά αντίθετα για εφαρμογή του, η οποία με βάση τους νόμους των μαθηματικών οδηγεί στο προαναφερθέν αριθμητικό αποτέλεσμα.

Ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία, όταν ο εκτιμητής μηχανικός δεν έχει προηγουμένως συντάξει μελέτη για έργο που εκτιμά, δεν δικαιούται νόμιμης αμοιβής, κατά τους όρους του προαναφερθέντος ΠΔ., διότι η περίπτωση αυτή δεν ρυθμίζεται από το συγκεκριμένο νομοθέτημα, πρέπει νια αποκλεισθεί κατηγορηματικά, διότι δεν στηρίζεται στο νόμο και σε κάθε περίπτωση υπερακοντίζει τη σαφή νομοθετική βούληση για καθορισμό κατώτατων ορίων στις αμοιβές των μηχανικών που προβλέπονται στο εν λόγω ΠΔ.

Εξάλλου, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η ως άνω περίπτωση έχει μείνει αρρύθμιστη στο ΠΔ 696/1974, πάλι το συγκεκριμένο νομοθετικό κενό θα έπρεπε - για την ταυτότητα του νομικού λόγου - νια καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 99.. Αντίθετα, εργασίες, όπως αυτοψία και πιστοποίηση προόδου εργασιών, έλεγχος εκτίμηση και έγκριση προϋπολογισμού με αυτοψία ή και χωρίς, δεν περιλαμβάνονται σε αυτές για τις οποίες το ΠΔ 696/1974 θεσπίζει υποχρεωτική ελάχιστη αμοιβή, οπότε γι' αυτές ισχύει η εκάστοτε αμοιβή που ορίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Τέλος εργασίες, όπως προεκτίμηση, επανεκτίμηση και τελική εκτίμηση, είναι ουσιαστικά ισοδύναμες με την εκτίμηση ακινήτων και κτιριακών έργων και για το λόγο αυτό, μέχρι την 3-7-2011, υπόκειντο στο ίδιο καθεστώς διατίμησης που θέσπιζε το άρθρο 99 του ΠΔ 696/1974 . Ωστόσο, όταν οι ανωτέρω εργασίες αφορούν ακίνητο, για το οποίο είτε προηγήθηκε είτε ακολούθησε κανονική εκτίμηση, οφείλεται γι' αυτές μια και μόνο ενιαία αμοιβή εκτίμησης, η οποία υπολογίζεται με τον προαναφερθέντα τρόπο, διότι ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια εργασία, η οποία εκτελείται τμηματικά.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).Με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν ,κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο, που δίκασε κατόπιν εφέσεως κατά της 73/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, δέχθηκε τα εξής: << Στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ιστορούσε ότι από το έτος 2003 συνεργάζεται με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών εκτίμησης ακίνητης περιουσίας, ως μηχανικός για εκτιμήσεις ακινήτων στο νομό Κιλκίς έναντι κατ' αποκοπή αμοιβής, την οποία καθόριζε μονομερώς η ίδια και η οποία συμφωνήθηκε ότι θα ήταν απαιτητή επτά ημέρες μετά την εκτέλεση και παράδοση κάθε έργου, πλην όμως υπολειπόταν της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής για τις συγκεκριμένες εργασίες, ήτοι για εκτιμήσεις έργων χωρίς σύνταξη μελέτης και διαγράμματος, που καθορίζεται από το ΠΔ 696/1974 και ότι η εναγομένη του οφείλει τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, κατ' είδος εργασίας και ακριβή ημερομηνία, ονομαστικά για κάθε πελάτη της εναγομένης, ποσά, που παριστούν τη διαφορά μεταξύ της καταβαλλόμενης για κάθε εργασία που εκτέλεσε και της νόμιμης, υπολογιζόμενης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 του ανωτέρω ΠΔ, αμοιβής του για το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 μέχρι τη λύση της συνεργασίας τους.

Κατόπιν τούτων, ζήτησε ο ενάγων με την αγωγή του, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει για την προαναφερόμενη αιτία, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 358.570,17 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την υπερημερία της εναγομένης, η οποία επήλθε το χρόνο που η κατ' αποκοπή αμοιβή για κάθε επιμέρους εργασία ήταν απαιτητή, ήτοι επτά ημέρες μετά την εκτέλεση και παράδοση κάθε έργου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως μη νόμιμη και έκρινε την κύρια βάση της αγωγής ως νόμιμη και την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, κατόπιν δε τούτου αναγνώρισε ότι υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της νόμιμης για τις εργασίες εκτίμησης ακινήτων που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2007 μέχρι τον Ιανουάριο του 2010, στα πλαίσια της συνεργασίας του με την εναγομένη το ποσό των 93.384,61 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι η υπό κρίση αγωγή του ενάγοντος υπό το εκτεθέν περιεχόμενό της είναι νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις. Έτσι κρίνοντας, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους πρώτο, δεύτερό και τρίτο λόγους της έφεσής της κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα>>.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που δίκασε κατ` έφεση, και έκρινε ότι η αγωγή του ενάγοντος μηχανικού για καταβολή της αμοιβής αυτού από την εκτίμηση ακινήτων που πραγματοποίησε από τον Φεβρουάριο του 2007 έως τον Ιανουάριο του 2010, έχει ως βάση τη σύμβαση έργου που συνδέει αυτόν με την εναγομένη , και ότι αυτή (αγωγή) είναι νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρο 681 επ.

ΑΚ και άρθρα 98 και 99 του ΠΔ 696/1974), εφάρμοσε ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, ορθά δέχθηκε, α) ότι για τη γέννηση της αξιώσεως του ενάγοντος μηχανικού που πραγματοποίησε εκτιμήσεις κτιρίων δεν ήταν αναγκαία εκ μέρους του η εκπόνηση και μελέτης του εκτιμώμενου κτιριακού έργου, αλλά αρκούσε η εκτίμηση των κτιρίων, 2) ότι οι εργασίες προεκτίμησης, επανεκτίμησης και τελικής εκτίμησης, είναι ουσιαστικά ισοδύναμες και οφείλεται γι' αυτές μια και μόνο ενιαία αμοιβή εκτίμησης, διότι ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια εργασία, η οποία εκτελείται τμηματικά και 3) ότι η αγωγή έχει ως βάση τη σύμβαση έργου που συνδέει τον ενάγοντα με την εναγομένη.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

2 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί, μεταξύ των άλλων προαναφερθέντων και ότι <<.... Αντίθετα, εργασίες, όπως αυτοψία και πιστοποίηση προόδου εργασιών, έλεγχος εκτίμηση και έγκριση προϋπολογισμού με αυτοψία ή και χωρίς, δεν περιλαμβάνονται σε αυτές για τις οποίες το ΠΔ 696/1974 θεσπίζει υποχρεωτική ελάχιστη αμοιβή, οπότε γι' αυτές ισχύει η εκάστοτε αμοιβή που ορίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Τέλος εργασίες, όπως προεκτίμηση, επανεκτίμηση και τελική εκτίμηση, είναι ουσιαστικά ισοδύναμες με την εκτίμηση ακινήτων και κτιριακών έργων και για το λόγο αυτό, μέχρι την 3-7-2011, υπόκειντο στο ίδιο καθεστώς διατίμησης που θέσπιζε το άρθρο 99 του ΠΔ 696/1974. Ωστόσο, όταν οι ανωτέρω εργασίες αφορούν ακίνητο, για το οποίο είτε προηγήθηκε είτε ακολούθησε κανονική εκτίμηση, οφείλεται γι' αυτές μια και μόνο ενιαία αμοιβή εκτίμησης, η οποία υπολογίζεται με τον προαναφερθέντα τρόπο, διότι ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια εργασία, η οποία εκτελείται τμηματικά>>, στερείται νόμιμης βάσης (στο άνω κρίσιμο ζήτημα της παραδοχής της αγωγής ως νόμιμης), αφού παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 99 του ΠΔ 696/1974, με την μορφή αντιφατικών στην πρώτη περίπτωση και ανεπαρκών στη δεύτερη περίπτωση αιτιολογιών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η αποδιδόμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση της αντίφασης των <<αιτιολογιών>> αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και όχι στην κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Μετά απ` αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1630/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ