Appeal dismissed for inadmissibility due to failure to cite specific evidence in the notice of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a second-instance judgment regarding a joint public works contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to give evidentiary weight to the respondent's judicial admission of a verbal agreement. However, the court found the appeal inadmissible because the appellant did not explicitly cite this admission in the formal notice of appeal, relying instead on oral arguments during the hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 12 of the Code of Civil Procedure: A ground for appeal is inadmissible if the appellant fails to cite the specific evidence relied upon in the notice of appeal, rendering the claim vague and unproven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2198 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Αξιώσεις κοινωνού για τις δαπάνες που εκείνος πραγματοποίησε επί του επίκοινου
ΑΟΡΙΣΤΙΑ. Νομική και ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής και αναιρετικός αυτής έλεγχος.
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ. Για το ορισμένο του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, με την έννοια της μη λήψεώς της υπόψη, απαιτείται η επίκλησή της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Αριθμός 2198/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαΐου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/1997 μη οριστική, 17/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 161/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Απριλίου 2007 αίτησή του ως και τους από 1 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου και εκείνου του προσθέτου της 77/16-4-2007 αιτήσεως, με τον με ιδιαίτερο, 29/1-2-2008, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 161/9-2-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις (i) ..., (ii) ... και (iii) ... εκθέσεως επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου ... [με στοιχ. (i) και (iii)] και ... [(με στοιχ. (ii)] προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Χριστοφόρου Σαράκη, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 77/16-4-2007 αίτηση, με τον με ιδιαίτερο, 29/1-2-2008, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, γιά αναίρεση της 161/9-2-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και του προσθέτου αυτής δικογράφου ως και της από 14-11-2008 κλήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου με την τελευταία για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (2-11-2009), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (12-11-2009).
Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 77/16-4-2007 αίτηση αναιρέσεως και τον με ιδιαίτερο, 29/1-2-2008, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο προσβάλλεται η 161/9-2-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 108/21-5-1996 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξιώσεις του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, απορρέουσες α) από την κοινωνία αυτών επί των περιγραφόμενων επίκοινων μηχανημάτων και β) από την μεταξύ αυτών συνομολογηθείσα σύμβαση για την από κοινού εκτέλεση υπεργολαβικώς του αναφερόμενου δημόσιου έργου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 147/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή των διαταχθεισών δι' αυτής αποδείξεων, κατά παραδοχή της κατά τούτο, η 17/2005 οριστική αυτού απόφαση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος με την 52/1-4-2005 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας με την εκδοθείσα επ' αυτής 161/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της καταθέσεως, απορρίφθηκε η αγωγή.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος (ενάγων) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: ι) Με στοιχ. (α) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως:
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται, ως παραβίαση, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντηρήσεως, της διοικήσεως και της χρησιμοποιήσεως του κοινού, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό αφενός με τις άλλες για την κοινωνία διατάξεις των άρθρων 786-790, που έχουν εφαρμογή και στη συγκυριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, και αφετέρου με τις διατάξεις των άρθρων 730, 904 επ.
και 1101 έως 1107 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι τα έξοδα και τα βάρη του κοινού πράγματος, τα οποία κατέβαλε ο συγκύριος επί πλέον της αναλογίας του, δικαιούται να τα αναζητήσει από τους λοιπούς συγκύριους κατ' αναλογία της μερίδας τους, απευθείας με βάση τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, όταν πρόκειται για χρέη που δημιουργήθηκαν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788 - 790 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη της προηγούμενης αποφάσεως όλων των κοινωνών.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Προς θεμελίωση εν προκειμένω της εν λόγω και με στοιχ. (α) χαρακτηριζόμενης αξιώσεώς του ο ήδη αναιρεσείων διετείνετο με το δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή επισκόπησή της, ιδία, ότι κατά το από Ιούνιο έως Δεκέμβριο του έτους 1992 χρονικό διάστημα ετύγχανε συγκύριος μετά του αναιρεσιβλήτου των περιγραφόμενων μηχανημάτων και ότι με την ιδιότητά του αυτή κατέβαλε για μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας και βαρύνουσες τον εργοδότη ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού που πρόσφερε τις υπηρεσίες του για κοινό λογαριασμό των διαδίκων, το συνολικό ποσό των 7.950.269 δραχμών, και επιπρόσθετα 433.565 δρχ.
στη ΔΕΗ για δαπάνη καταναλώσεως ρεύματος από την χρήση των εν λόγω συγκροτημάτων μηχανημάτων από 30-6 έως 31-10-1992, πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία εδίωκε την καταψήφιση του αναιρεσιβλήτου σε καταβολή της βαρύνουσας τον τελευταίο μερίδας επί των δαπανών αυτών από την χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των εν λόγω επίκοινων μηχανημάτων.
Το ιστορικό αυτό της αγωγής δικαιολογεί την εκτίμηση ότι πρόκειται για δαπάνες που προέκυψαν από την από κοινού χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των επίκοινων αυτών συγκροτημάτων, που πραγματοποιήθηκαν, κατόπιν αποφάσεως των κοινωνών διαδίκων, διαλαμβάνοντας στο δικόγραφο αυτής "του προσωπικού που εργάζονταν για κοινό λογαριασμό".
Τον τελευταίο αυτό αγωγικό ισχυρισμό, που αρκούσε για τη νομική επάρκεια της αγωγής, σύμφωνα και με την ΚΠολΔ 216 παρ. 1 περ. α', δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτοντας κατά τούτο την αγωγή ως αόριστη με την αιτιολογία "ειδικότερα δεν διευκρινίζει εάν τα κονδύλια αυτά αφορούν έξοδα για τη συντήρηση της διοίκησης ή τη χρησιμοποίηση των κοινών πραγμάτων, αλλά όμως αορίστως αναφέρει ότι τα παραπάνω κονδύλια αφορούν μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές που κατέβαλε αυτός στους εργαζόμενους που εργάζονταν στο εργοτάξιο", κατά την βάσιμα διατυπούμενη με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου του κυρίου δικογράφου και εκείνου του προσθέτου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Αντίθετα δεν προσήκει η προβαλλόμενη για την αυτή πλημμέλεια με το δεύτερο σκέλος των λόγων αυτών αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. ii) Με στοιχείο (β) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως:
Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει κατά νόμο, όπως η δικαστική ομολογία, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί.
Το δικαστήριο, επομένως, της ουσίας, μη προσδίδοντας στην δικαστική ομολογία την αυξημένη αυτή κατά νόμο αποδεικτική της δύναμη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαστικής ομολογίας, ο παραδεκτά προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος δι' αυτής αποδεικνύεται, ποια επίδραση θα ασκούσε αυτός στην έκβαση της δίκης καθώς και ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη.
Και τούτο για τον λόγο ότι, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του.
Για την θεμελίωση της εν λόγω και με στοιχ. (β) χαρακτηριζόμενης αξιώσεώς του ο αναιρεσείων διατύπωσε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι με τον αναιρεσίβλητο ανέλαβε την από κοινού εκτέλεση υπεργολαβικώς του δημοσίου έργου "ασφαλτόστρωση της οδού ...προς ..." αντί συνομοληγηθείσης εργολαβικής αμοιβής ποσού 1.800.000 δρχ., την οποία σε εισέπραξε ο τελευταίος από τον ανάδοχο του έργου Ε1, αρνούμενος την απόδοση της αναλογούσης εις εκείνον μερίδας, ποσού 900.000 δρχ.
την καταψήφιση του οποίου και εδίωκε.
Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να προσδώσει την κατά νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην περιεχόμενη στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του αναιρεσιβλήτου δικαστική ομολογία του τελευταίου ότι "Η εργολαβική εκτέλεση του έργου "ασφαλτόστρωση του δρόμου από ...προς ..." έγινε από κοινού από εμένα και τον αντίδικο (ίσως το μοναδικό έργο που έγινε από κοινού), όπως από κοινού έγινε και η συμφωνία με τον εργολάβο Ε1 αντί τιμήματος 1.800.000 δρχ.
τίμημα, όμως, που μέχρι σήμερα εγώ τουλάχιστον δεν έχω λάβε από τον Ε1" δεχθείσα αντιθέτως, αιτιολογούσα την απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση της επί της εν λόγω απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε τέτοια συμφωνία". Ο αναιρεσείων, όμως, παραλείπει να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι την ισχύουσα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σύνθετη αυτή ομολογία, στην οποία το ωφέλιμο για τον φερόμενο ως ομολογούντα αναιρεσίβλητο δεν είναι αυτοτελείς, εκτιμώμενη εντεύθεν ελεύθερα (ΚΠολΔ 353), επικαλέσθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά να αξιολογείται, προεχόντως ως αόριστος και άρα απαράδεκτος.
Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει, κατ' αποδοχή κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και εκείνου του προσθέτου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το Χαρακτηριζόμενο με στοιχείο (α) κεφάλαιο αυτής και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πατρών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 161/9-2-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το Χαρακτηριζόμενο με στοιχείο (α) κεφάλαιο αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πατρών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ