Legislator Case Law & Legislation
2197/2014 AI generated

2197/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2197/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Legislator headnote

AI generated

2197/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

Keywords

AI generated
work education measure child-raising credit leave for youth work apprenticeship contract educational contract educational training allowances
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2197 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2197/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Ασπασία Καρέλλου και Απόστολο Παπαγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΡΙΝΙΟΥ" που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ν. Α.-Π. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 Κ ΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 969/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-12-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 10-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν .2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α’ και Β’ βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παρά τάση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α’ αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β’ αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤA και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ.1 ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη, και για το λόγο αυτό ορίζεται, ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής, απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 ΑΚ) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι ο ποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.

Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006, ΑΠ 261/2014, ΑΠ 253/2014, ΑΠ 706/2013).

Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του ΠΔ 164/2004, του οποίου οι διατάξεις άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, ορίζεται "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια η παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών" [παρ.1]. "Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης" [παρ. 2]. "Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών" (...) [παρ.4].

Ακόμη, με το άρθρο 7 του ίδιου ΠΔ 164/2004, ως συνέπεια για την παραβίαση των ως άνω, ορίζεται "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη" [παρ.1]. "Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του. (...) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο" [παρ. 2].

Τέλος, με το άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, ως μεταβατική ρύθμιση, όλως ειδικά συνταγματικώς ανεκτή για την τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, να απασχολούνται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζεται "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων (...). β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση.

Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου Προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος ΟΤΑ στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του. γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός" (...) [παρ.1]. "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α’ της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" [παρ.5]. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής και εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 (ΑΠ 253/2014, ΑΠ 706/2013, ΑΠ 805/2011).

Περαιτέρω, για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων ο εργαζόμενος υποβάλλει αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι το οικείο ... (παρ. 2).

Οι κατά την παρ.2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3)". Τέλος ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ή σύμβασης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 18/2006).

Ούτε, εξάλλου η ως άνω προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία, για τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστου χρόνου μπορεί να αποκλείσει το δικαίωμα των εργαζομένων να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια προκειμένου να αναγνωριστεί, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου (ΑΠ 253/2014).

Τέλος, με το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 253/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 19/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επί αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ΕΕΤΑΑ ΑΕ, με την οποία (αγωγή) η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε αυτή με τον εναγόμενο Δήμο Αγρινίου στις 29-1-2001 για ένδεκα μήνες και παραταθείσα διαδοχικά μέχρι τις 5-12-2006, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως φύλακας σχολικών κτιρίων του Δήμου, ήταν στην πραγματικότητα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, η οποία έγινε δεκτή με την 497/2006 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., κατατάχθηκε από 6-12-2006, σε κενή οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου του εναγομένου, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να της καταβάλει, για αποζημίωση αδείας και για επιδόματα εορτών και αδείας, αναδρομικά το ποσό των 10.962,22 ευρώ συνολικά, δέχθηκε με τη προσβαλλομένη απόφασή του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα τα ακόλουθα:

«Με την υπ' αριθ. 34100/24.11.1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 2131/8.12.1999) που εκδόθηκε μετά την 2701/16.11.1999 απόφαση του Δ.Σ του ΟΑΕΔ και σε εφαρμογή ων όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998 καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εμπειρίας 2.700 ανέργων αποφοίτων Λυκείου 25 - 64 ετών, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών.

Η διάρκεια του προγράμματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 4 και 10 της ως άνω ΥΑ ήταν 24 μηνών, διαιρούμενων σε δύο φάσεις. Της πρώτης φάσης διάρκειας 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση - εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον - ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.

Κατά την πρώτη φάση, η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ και κατά τη δεύτερη φάση, διάρκειας 13 μηνών, η οποία θα είχε ως αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α. Δικαιούχοι φορείς του ως άνω προγράμματος ήταν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων.

Στην ως άνω Υ.Α. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων, α) ότι το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών ... του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), οι οποίοι θα συμβάλλονταν με προγραμματική σύμβαση ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση του προγράμματος, αφ' ενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των.

σχολικών κτιρίων και αφ' ετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρο 5), β) το αντικείμενο του έργου το οποίο περιλαμβάνει: μεταξύ άλλων τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους Ο.Τ.Α.

που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6), γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων ...

και δ) ... Στο Πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ καταρτίσθηκαν η από 09.12.1999 προγραμματική σύμβαση και, στη συνέχεια, η από 05.01.2000 τροποποιητική όμοια της, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Α.Ε.Δ., της ΚΕΔΚΕ και της Ε.Ε.Τ.Α.Α. με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.

Επιπλέον, και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις προσδιορίσθηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθ' ενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολούμενων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο, μεταξύ άλλων, όρισαν: 1) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος...και 2) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α.

πρέπει να είναι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων πρέπει να γίνεται σε 24ωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οχτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ.

Παράλληλα προβλέφθηκε το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων -ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για 22 ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επελέγησαν οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Δήμος Αγρινίου και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η ενάγουσα, καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής (ενάγουσας), της Ε.Ε.Τ.Α.Α.

και του Δήμου Αγρινίου συμφωνητικό συνεργασίας διάρκειας 11 μηνών, δυνάμει του οποίου η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση- - να συμμετάσχει σε επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων σε σχολικά κτίρια επιλογής του Δήμου και να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία απασχολούμενη ως φύλακας σε καθημερινή βάση, αργίες και σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής διάρκειας οχτώ ωρών (7.00- 15.00, 15.00-23.00, 23.00-7.00) και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, έναντι ημερησίας αποζημίωσης ύψους 35,22 ευρώ.

Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό, ο Δήμος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, τις εξής υποχρεώσεις : Να επιλέξει τα σχολικά κτίρια και να κατανείμει τους ασκούμενος φύλακες σε αυτά, να προμηθευθεί τον απαραίτητο εξοπλισμό σύμφωνα με τις τεθείσες από την Επιτροπή Παρακολούθησης προδιαγραφές και να τον διαθέσει στους φύλακες, να διενεργεί τακτικούς ελέγχους ώστε να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες, να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, το οποίο θα έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του προγράμματος και την ενημέρωση του Δήμου, καθώς και ένα στέλεχος αυτού, το οποίο θα συγκεντρώνει καθημερινά τα η Δελτία Συμβάντων παρουσιών, που θα συμπληρώνει κάθε στη βάρδια του και βάσει αυτών θα συντάσσει μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα πιστοποιεί την παρουσία τους και θα αποστέλλεται στην ΕΕΤΑΑ, καθώς επίσης να έχει τακτική επικοινωνία με τους διευθυντές των σχολείων και τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους.

Η σύμβαση αυτή μετά τη λήξη της παρατάθηκε διαδοχικά με άλλες όμοιες ορισμένης διάρκειας, μέχρι του αναφερομένου και μη αμφισβητουμένου από τον β' εναγόμενο Δήμο χρόνου. Καθ 'όλη τη διάρκεια λειτουργίας των επίδικων συμφωνητικών η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως φύλακας καθημερινώς και αδιαλείπτως επί οκτάωρο-στα καθορισθέντα από το β' εναγόμενο Δήμο σχολικά κτίρια της περιφερείας του και κατά τις προβλεπόμενες βάρδιες υπό τις εντολές, οδηγίες και την επίβλεψη των ορισθέντων προς τούτο οργάνων του, υποχρεούμενη να αναφέρεται σε αυτά για οποιοδήποτε ζήτημα ανέκυπτε κατά τη διάρκεια της βάρδιας της ή αφορούσε το επίδικο πρόγραμμα, τελούσα σε άμεση εξάρτηση και υποκείμενη στην πλήρη εποπτεία τους.

Ειδικότερα, ο Δήμος Αγρινίου ως ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα επέλεγε δια των οργάνων του τα προς φύλαξη σχολικά κτίρια, κατένειμε τους φύλακες, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα, σε αυτά, προγραμμάτιζε τις βάρδιες, συγκέντρωνε τα ημερήσια δελτία συμβάντων, πιστοποιούσε την παρουσία της στα προς φύλαξη σχολικά κτίρια, συντόνιζε και επέβλεπε διαρκώς την εκτέλεση των καθηκόντων της και ποριζόταν τα οφέλη της παρεχόμενης από αυτήν εργασίας.

Ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες η ενάγουσα παρείχε την εργασία της προκύπτει ότι αυτή τελούσε σε σχέση εργασίας, υποκείμενη στις δεσμευτικές για αυτήν οδηγίες που παρέχονταν από τον εργοδότη της, Δήμο Αγρινίου, ως προς τον τόπο, χρόνο κατ τρόπο παροχής της εργασίας της συνδεόμενη ως εκ τούτου με αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Το γεγονός ότι οι εν λόγω εργασιακές συμβάσεις χαρακτηρίζονταν ως συμφωνητικά συνεργασίας δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή εν προκειμένω, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός των εννόμων σχέσεων συνιστά καθήκον του Δικαστηρίου, το οποίο ουδόλως δεσμεύεται από αυτόν που προσέδωσαν τα μέρη. Πρέπει, επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης του δεύτερου εναγομένου Δήμου Αγρινίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ήτοι ότι οι συμβάσεις της ενάγουσας δεν ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αλλά συμβάσεις μαθητείας, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατά συνέπεια η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει από τον δεύτερο εναγόμενο, εργοδότη της, αποζημίωση αδείας, επιδόματα άδειας και εορτών, ενώ, πρέπει να σημειωθεί ότι ο διαλαμβανόμενος στον ανωτέρω λόγο έφεσης ισχυρισμός ότι. η ως άνω σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου και ότι η πρόσληψή της ενάγουσας και η απόκτηση από μέρους της εργασιακής θέσης στο δεύτερο εναγόμενο Δήμο Αγρινίου δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ήταν μεταγενέστερη και ως εκ τούτου δεν ίσχυε κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, δεν ασκεί έννομη επιρροή, εν προκειμένω, καθ' όσον σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τα ανωτέρω αιτούμενα οφείλονται στους εργαζομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα εάν πρόκειται.

για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Ενόψει, όλων αυτών ο μόνος εργοδότης της ενάγουσας ήταν ο δεύτερος εναγόμενος Δήμος Αγρινίου. Πρέπει, επομένως, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως του Δήμου Αγρινίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πρώτη των εναγομένων, Ε.Ε.Τ.Α.Α. ήταν συνεργοδότης της ενάγουσας, μαζί μ' αυτόν και συνεπώς συνυπόχρεη με αυτόν για την καταβολή των αιτουμένων με την αγωγή ποσών, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν».

Με βάση της παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, κατέληξε ότι η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με τον εναγόμενο Δήμο ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι πρόσφεραν τις υπηρεσίες της σ’ αυτόν έναντι αμοιβής (μισθού) και υπέκειτο σε προσωπική εξάρτηση απ’ αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία της και να της δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της και ότι ο εναγόμενος Δήμος της οφείλει τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά για αποζημίωση και επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται σ’ αυτήν.

Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο , ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ’ αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ, 6 του ν. 2527/1997, 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 και 103 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος που εφάρμοσε, αφού σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε εξ αρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενη, αλλά επιτρεπόμενη από το νόμο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου, παραταθείσα με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίστηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση, και όχι γνήσιας μαθητείας όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 560 αριθ. 1 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος που διατυπώνεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ότι λανθασμένα έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη κάλυπτε πάγιες ,διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του εναγομένου Δήμου και επιδίκασε σ' αυτήν τα αναφερόμενα κονδύλια, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ανάγεται στην εκτίμηση ,στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετική με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικώς.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 §3 του ν.2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 ν.δ. 31/1968, 56 ν.δ 496/1974, 304 Π.Δ. 40/1995 ( ως εκ του κρίσιμου εδώ χρόνου, δεδομένου ότι η ισχύς του Ν. 3463/2006 αρχίζει από 1-1-2007- ΑΠ 123/2011), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 91 εδ.

α’ του ιδίου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ’ αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρ. 91 εδ. α’ του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.

α’ και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006, ΑΠ 602/2014, ΑΠ 536/2014,ΑΠ 1/2014). Η προβλεπόμενη από τη προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 90 §3 Ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ’ άρθρ. 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (Ολ.ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρ. 4 §1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρ. 22 §1 εδ.

β’ αυτής αρχή της ίσης αμοιβής ή παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (ΑΕΔ 1/2012), β) στις διατάξεις του άρθρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1474) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνεται όχι μόνο τη από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί τα ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του άρθ. 1 §2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνο προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ.ΑΠ 2/2011 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 §3 ν.δ. 496/1974, ΑΠ 1047/2012.

ΑΠ 123/2011, ΑΠ 602/2014, ΑΠ 536/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. β’ του ίδιου ως άνω νόμου, η παραγραφή διακόπτεται με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή(ΑΠ 1/2014). Τέλος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 10 της ΥΑ 19040/-1981, 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, για τα επιδόματα (δώρα) Πάσχα και Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας υπάρχει από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής των, που είναι, αντίστοιχα, η 30η Απριλίου για το επίδομα Πάσχα, η 31η Δεκεμβρίου για το επίδομα Χριστουγέννων και το αργότερο το τέλος του ίδιου έτους για το επίδομα άδειας, ώστε με μόνη την πάροδο της ημέρας αυτής καθίσταται απαιτητή η αξίωση και επέρχονται οι έννομες συνέπειες (ΑΠ 602/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ,μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, οι αξιώσεις της ενάγουσας για αποζημίωση αδείας ετών 2002 και 2003, για Δώρο Πάσχα ετών 2002, 2003 και 2004 και για Δώρο Χριστουγέννων ετών 2001, 2002 και 2003 - έχουν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή, η οποία, όπως προαναφέρθηκε λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, διότι από την ημέρα που γεννήθηκαν (για την αποζημίωση αδείας του έτους 2002, από την 1.1.2003, του έτους 2003 από την 1.1.2004, για το Δώρο Πάσχα 2002 από 1.5.2002, του 2003 από 1.5.2003 και του 2004 από 1.5.2004 και για το Δώρο Χριστουγέννων 2001 από 1.1.2002, του 2002 από 1.1.2003 και του 2003 από 1.1.2004) μέχρι την υποβολή, την 29.12.2006, της υπ' αριθ.

πρωτ. 54750/29-Ι2-2006 αίτησης διαμαρτυρίας της προς τον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Αγρινίου, με την οποία ζητούσε την πληρωμή των ως άνω απαιτήσεών της έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, ενώ η άσκηση της αγωγής της έλαβε χώρα την 11-12-2007 (βλ. την υπ' αριθ. 486/11-12-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αγρινίου ...

από την οποία προκύπτει ότι η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο Δήμο Αγρινίου την 11-12-2007). Περαιτέρω η ενάγουσα την 29.12.2006 υπέβαλε την ως άνω αίτηση διαμαρτυρίας της προς τον δεύτερο εναγόμενο, με την οποία ζητούσε την πληρωμή των ως άνω απαιτήσεών της και έτσι διεκόπη κατ' άρθρο 93 περ. β Ν. 2362/1995 η παραγραφή των αξιώσεών της για αποζημίωση αδείας ετών 2004 και 2005, Δώρο Πάσχα 2005 και Δώρο Χριστουγέννων ετών 2004 και 2005.

Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται: α) για αποζημίωση αδείας ετών 2004 και 2005 το συνολικό ποσό των 2.289,30 ευρώ (ήτοι 26 ημερομίσθια Χ 35,22 ευρώ + 25% Χ 2 έτη), β) για Δώρο Πάσχα έτους 2005 το ποσό των 528,30 ευρώ (ήτοι 15 ημερομίσθια Χ 35,22 ευρώ) και γ) για Δώρο Χριστουγέννων ετών 2004 και 2005 το ποσό των 1.76 1,00 ευρώ (ήτοι 25 ημερομίσθια Χ 35,22 ευρώ Χ 2 έτη). Συνολικά δικαιούται το ποσό των 4.578,60 ευρώ .

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε στην ενάγουσα και το Δώρο Πάσχα έτους 2004, παρότι η αξίωσή της είχε παραγραφεί, έσφαλε και ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης του εκκαλούντος Δήμου πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και ουσία βάσιμος ...». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε κατ' αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης την εκκαλουμένη απόφαση και κρατώντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε ως βάσιμα τα ανωτέρω αγωγικά αιτήματα, κατά ένα μέρος, και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό 4.578,60 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αγωγής.

Με την ως άνω κρίση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι με την αίτηση διαμαρτυρίας, που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα, στις 29-12-2006, με την οποία αυτή ζητούσε την πληρωμή των επιδίκων απαιτήσεών της, διεκόπη η διετής παραγραφή των αξιώσεών της για αποζημίωση άδειας ετών 2004 και 2005, δώρο Πάσχα έτους 2005 και δώρο Χριστουγέννων ετών 2004 και 2005, συνολικού ύψους 4.578,60 ευρώ, και συνεπώς απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αξιώσεων μέχρι την 30-11-2005 ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 §3 και 93 περ, γ' του Ν. 2362/1995, διότι 1) οι ένδικες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Δήμου παραγράφονται μετά διετία από τη γένεσή τους και όχι μετά διετία από το τέλος του οικονομικού έτους , μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν, 2) η γένεση των ένδικων αξιώσεων είναι, αντίστοιχα, η 30η Απριλίου για το επίδομα Πάσχα, η 31η Δεκεμβρίου για το επίδομα Χριστουγέννων και το τέλος του έτους για το επίδομα άδειας και ειδικότερα για τα επιδόματα άδειας των ετών 2004 και 2005 είναι, αντίστοιχα, η 31-12-2004 και 2005, για το επίδομα Πάσχα 2005 είναι η 30-4-2005 και για τα επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2004 και 2005 είναι, αντίστοιχα, η 31-12-2004 και 2005, 3) η επίδοση αίτησης διαμαρτυρίας στις 29.12.2006 στον αναιρεσείοντα περί πληρωμής των αξιώσεων αυτών της αναιρεσίβλητης συνιστά αίτηση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, και 4) δεν ασκεί καμία έννομη επίδραση ο χαρακτηρισμός του υποβληθέντος εγγράφου ως "αίτηση διαμαρτυρίας "αντί "αιτήσεως" (ΑΠ 578/2011).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως ,από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μετά απ’ αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2013 αίτηση για αναίρεση της 861/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ