2197/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.3.1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1365/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 6731/2000 του Εφετείου Αθηνών, που παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλη Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 8036/2001 του προαναφερομένου αρμοδίου δικαστηρίου, 1891/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναιρέσεως η 1488/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών, στη συνέχεια, εξέδωσε την 2209/2006 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 13.10.2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2197/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση δε κατά την οποία ο δανειστής για το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεως του ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί κατ' αυτής με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 § 2 ΚΠολΔ, προβάλλοντας όλες τις διακωλυτικές και αποσβεστικές του υπολοίπου μέρους της απαιτήσεως ενστάσεις, μη καταστάντος αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσεως με δύναμη δεδικασμένου στην προηγηθείσα δίκη.
Full text
Απόφαση 2197 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2197/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Χαράλαμπο Δημάδη- Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Φίλιππος Φυλακτόγλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Ηλίας Δημάκης και Εμμανουήλ Παπαρρηγόπουλος
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.3.1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1365/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 6731/2000 του Εφετείου Αθηνών, που παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλη Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 8036/2001 του προαναφερομένου αρμοδίου δικαστηρίου, 1891/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναιρέσεως η 1488/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών, στη συνέχεια, εξέδωσε την 2209/2006 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 13.10.2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 20.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ.1γ, 559 αρ.9, 322 παρ.1, 324, 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε έχει καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάσθηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και υπό την θετική λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον "δεν είχε προβληθεί", κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ.1 ΚΠολΔ, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Επομένως αν ο δικαιούχος με μεταγενέστερη αγωγή ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ιδίας απαιτήσεως, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, δεν αποκρούεται από το δεδικασμένο που παρήχθη από την προηγούμενη απόφαση, το οποίο δεν επεκτείνεται και στις ενστάσεις που πλήττουν το ουσία υποστατό του υπολοίπου μέρους της απαιτήσεως, το οποίο δεν κατέστη αντικείμενο της προηγηθείσης δίκης.
Στην περίπτωση δε κατά την οποία ο δανειστής για το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεως του ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί κατ' αυτής με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 § 2 ΚΠολΔ, προβάλλοντας όλες τις διακωλυτικές και αποσβεστικές του υπολοίπου μέρους της απαιτήσεως ενστάσεις, μη καταστάντος αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσεως με δύναμη δεδικασμένου στην προηγηθείσα δίκη.
Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση, η οποία εκδόθηκε, δεν έκρινε για το μέρος, αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να επιζητηθεί και άλλο ποσό της ιδίας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάσθηκε (ΟλΑΠ 14/2002).
Στην περίπτωση αυτή, που νομικό αντικείμενο της προηγούμενης δίκης απετέλεσε το όλον της απαιτήσεως το δεδικασμένο καλύπτει όλες τις ενστάσεις που προτάθηκαν ή μπορούσαν να προταθούν κατά την προηγούμενη δίκη, των οποίων τα παραγωγικά περιστατικά είχαν συντελεσθεί μέχρι του πέρατος της επ' ακροατηρίου συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση.
Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μεταξύ των άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα. Με την από 14.07.1997 αγωγή του ενώπιόν του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων εζήτησε, μετά από περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, την καταψήφιση του αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει το ποσό των 647.648.519 δραχμών, επικαλούμενος την από ......
σύμβαση εκχωρήσεως με την εταιρεία ....., δικαιούχο του ανωτέρω ποσού από σύμβαση μεταφοράς πετρελαίου που κατήρτισε με τον αναιρεσίβλητο, εκτελεσθείσα το έτος 1993, με την οποία είχε συμφωνηθεί, για το έτος αυτό, έκπτωση επί των καταβληθέντων κομίστρων κατά ποσοστό 30%. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η άνω αγωγή έγινε δεκτή για το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό.
Δέχθηκε επίσης το Εφετείο ότι για το υπόλοιπο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, ήτοι για το ποσό των 160.747.794 δραχμών κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2601/1998 διαταγή πληρωμής κατά του αναιρεσιβλήτου με βάση το υπ' αριθμ. 7342/1997 πιστωτικό σημείωμα που εξέδωσε ο τελευταίος, καθώς και ότι από την 23.10.1994, που έγινε η πληρωμή των κομίστρων του έτους 1993, μέχρι την προς τον αναιρεσίβλητο επίδοση της ανακοπτομένης άνω διαταγής πληρωμής (4.3.1998) παρήλθε ο χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής που θεσπίζεται από το άρθρο 58 της Διεθνούς Συμβάσεως COTIF/CIM, όσον αφορά την άνω απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.
Ακολούθως, το Εφετείο έκανε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον λόγο της ενδίκου ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, δια του οποίου αυτός προέβαλλε την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής του υπολοίπου μέρους της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, για το οποίον εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, απορρίψαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος προταθείσα ένσταση δεδικασμένου, παραχθέντος από την προαναφερομένη τελεσίδικη απόφαση.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την μη ύπαρξη δεδικασμένου από την ανωτέρω απόφαση, καλύπτοντος και την ένσταση παραγραφής που αφορά το υπόλοιπο άνω μέρος της απαιτήσεως, που δεν κατέστη νομικό αντικείμενο της προηγηθείσης δίκης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εκτός άλλων περιπτώσεων, και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου τούτου πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως. (ΟλΑΠ 1190/1982).
Στην περίπτωση αυτή, τα σφάλματα της αποφάσεως, που ιδρύουν τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ανάγονται στα αποδεικτικά στοιχεία, βάσει των οποίων το δικαστήριο οδηγήθηκε στον σχηματισμό της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται για την μείζονα πρόταση και ειδικότερα για τον προσδιορισμό και την ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δεν ελήφθησαν υπόψη γνωμοδοτήσεις νομομαθών.
Στην προκειμένη υπόθεση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων, όπως αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα οποία περιέχουν γνωματεύσεις νομικών συμβούλων του αναιρεσιβλήτου, αναφορικά με το νομικό ζήτημα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως (δεύτερος και τρίτος) είναι απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Επειδή, οι από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις δηλώσεις δικαιοπρακτικής βουλήσεως.
Το δικαστήριο δε της ουσίας αν διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου και δεν προσφύγει στις ανωτέρω ερμηνευτικές αρχές προς κάλυψη του κενού ή την άρση του αμφιβόλου σημείου, ελέγχεται αναιρετικώς για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΟλΑΠ 590/1968). Από τις διατάξεις δε αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 118 αρ.4, 559 αρ.1 και 566 § 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο του περί της προαναφερομένης παραβιάσεως λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν, πλην άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την προαναφερομένη ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου (ΑΠ 853/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων, όσον αφορά στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των οργάνων του αναιρεσιβλήτου που περιέχεται στο υπ' αριθμ.7342/1997 πιστωτικό σημείωμα, βάσει του οποίου εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου στην ανωτέρω δήλωση βουλήσεως, είναι αόριστος και απορριπτέος.
ΙV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό ότι το έγγραφο με βάση το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής "ουδεμία νομική πλημμέλεια εμφανίζει". Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προαναφερομένη έννοια, γι' αυτό και ο άνω (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
V. Επειδή, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 272 § 2 εδαφ.β' ΑΚ σύμφωνα με την οποία "έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης που έχει παραγραφεί, καθώς και η παροχή ασφάλειας, είναι έγκυρες αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής", καθώς και την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 276 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "παραίτηση από την παραγραφή μετά την συμπλήρωσή της είναι έγκυρη".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (έκτος κατά το πρώτο μέρος) είναι απορριπτέος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, δεν εφήρμοσε τις άνω διατάξεις, ούτε αυτές, με βάση τις παραδοχές της, ήσαν εφαρμοστέες, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό (αντένσταση) του αναιρεσείοντος περί διακοπής της ενιαύσιας παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως λόγω αναγνωρίσεώς της από τον αναιρεσίβλητο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, και δεν ασχολήθηκε με ισχυρισμό περί εγγράφου συμβατικής αναγνωρίσεως της παραγραφείσης ενδίκου αξιώσεως ή με ισχυρισμό περί παραιτήσεως από την παραγραφή μετά την συμπλήρωσή της.
Περαιτέρω με τον έκτο, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κρίναν ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως δι' αναγνωρίσεώς της από τον αναιρεσίβλητο και εκείνο περί παραιτήσεως του τελευταίου από της συμπληρωθείσης παραγραφής, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.2 του Ν.2362/1995, αντικειμένης, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο), και στις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 2 § 3 και 14 § 1 και 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα και το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο εφήρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 94 § 2 του Ν.2362/1995 στα πλαίσια της δικανικής του κρίσεως περί απορρίψεως της υπό του αναιρεσείοντος προταθείσης ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να προτείνει την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, για την οποία απόρριψη δεν υπάρχει αναιρετικός λόγος, και όχι προς απόρριψη ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως του επιδίκου χρέους και περί παραιτήσεως από της συμπληρωθείσης παραγραφής, για τους οποίους, όπως ελέχθη, δεν ασχολήθηκε το Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.10.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 2209/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ