Legislator Case Law & Legislation
2196/2018 AI generated

2196/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2196/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2196/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2196 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2196/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ι. - Α. - Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μεθόδιο Ματαλιωτάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 562/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. ....2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2018.

Αφού Ακουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμ....-2018 αίτηση της Μ.-Ι.-Α.-Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.562/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ. α' του ΚΠΔ βιβλίο στις 12-7-2018, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ.1, 2 και 3 ΚΠΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.

Κατά το άρθρο 386 παρ.1 του Π Κ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης συντελείται με την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία, με σκοπό να περιέλθει σε κάποιον παράνομο περιουσιακό όφελος με δόλια παραπλάνηση, που επιτυγχάνεται, είτε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, είτε με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων ή με την παρασιώπηση αυτών.

Η δόλια, δηλαδή παραπλάνηση πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά τρόπους που διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι τρόποι, δηλαδή η παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών γεγονότων συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ η αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πραγματώνεται με παράλειψη ανακοινώσεως στον παθόντα αληθινών γεγονότων, τα οποία είχε υποχρέωση ο δράστης να ανακοινώσει σ' αυτόν, είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, είτε από προηγούμενη ενέργειά του.

Έτσι η παραδοχή των δύο ή και των τριών αυτών υπαλλακτικών τρόπων τέλεσης της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση που καθιστά αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερεί δε την απόφαση νόμιμης βάσης και έτσι επέρχεται εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ.1 του Π Κ. Δεν δημιουργείται όμως ασάφεια και αντίφαση όταν αναφέρονται οι δύο πρώτοι υπαλλακτικοί τρόποι τέλεσης απάτης, εφόσον στο σκεπτικό ή στο διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλ' απλώς προσδιορίζει [εξειδικεύει] το δόλο του δράστη.

Μεταξύ όμως της απόκρυψης αληθινών γεγονότων από τη μια πλευρά και της αθέμιτης παρασιώπησης τέτοιων γεγονότων από την άλλη, όταν χρησιμοποιούνται σύγχρονα, ως τρόποι τέλεσης της απάτης, όχι μόνο ανακύπτει ασάφεια, αλλά δημιουργείται αντίφαση, αφού η μία περίπτωση [απόκρυψη] αποτελεί έγκλημα ενέργειας, ενώ η άλλη [παρασιώπηση] αποτελεί έγκλημα που γίνεται με παράλειψη και προϋποθέτει πάντοτε ιδιαίτερη υποχρέωση [άρθρ.15 Π Κ] για ανακοίνωση και που δεν μπορούν να συνυπάρχουν αλλά το ένα αποκλείει το άλλο από τη φύση του πράγματος [ΑΠ 826/2006].

Εξάλλου,η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για να μορφώσει, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΟλΑΠ 2/2011,ΑΠ 75/2016].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ.562/2018 απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης που εξετάσθηκε ενώπιον του, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την όλη διαδικασία αποδείχθηκε ότι: "Η κατηγορούμενη, στις 4.11.1991, προσλήφθηκε στο Πολυτεχνείο Κρήτης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου οκτώ μηνών, ειδικότητας Προσωπικού Καθαριότητας Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης και στη συνέχεια η σύμβασή της ανανεωνόταν συνεχώς μέχρι 4.7.1995, οπότε κατατάχθηκε σε προσωρινή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΦΕΚ 194/16.11.1995/τ.Ν.Π.Δ.Δ.).

Κατά την πρόσληψή της, στο υποβληθέν βιογραφικό της σημείωμα δήλωνε ότι κατείχε απολυτήριο Δημοτικής Εκπαίδευσης και υπέβαλε, κατά τη διαδικασία της ακρόασης, βεβαίωση του έτους 1985 περί του ότι αυτή ήταν απόφοιτος της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης. Όμως, στο φάκελό της συμπεριλαμβανόταν και επικυρωμένο αντίγραφο του με αριθμό πρωτοκόλλου ...7.1980 αποδεικτικού απολύσεως από το Επαγγελματικό Λύκειο ..., στο οποίο αναγραφόταν το όνομά της, ήτοι Μ.

Ι. - Α. του Α. και το οποίο είχε υποβληθεί από την προηγούμενη υπηρεσία της. ήτοι τη Διεύθυνση Δασών Ν. Χανίων. Ακολούθως, με την ...28-2-2000 πράξη του Πρύτανη του Πολυτεχνείου μετατράπηκε η προσωρινή θέση σε οργανική θέση μονίμου υπαλλήλου και κατατάχθηκε αυτή στον κλάδο Προσωπικού Καθαριότητας Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, ενώ δυνάμει της με αριθμό .../13-12- 2001 πράξης του Πρύτανη, αυτή μετατάχθηκε σε κενή οργανική θέση κλάδου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Διοικητικού Λογιστικού, υπό αυτή δε την ιδιότητα εργάστηκε έκτοτε και έως την 11-7-2014.

Τον Δεκέμβριο του έτους 2013, άρχισε η διενέργεια ελέγχου της γνησιότητας των τίτλων σπουδών του προσωπικού που απασχολούσε το Πολυτεχνείο κατόπιν εγγράφου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, με το οποίο κοινοποιούνταν εγκύκλιος του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με θέμα τον έλεγχο νομιμότητας πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου των υπαλλήλοιν.

Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, όσον αφορά την κατηγορουμένη, διαπιστώθηκε, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2-2014 εγγράφου του ... που απέστειλε προς τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας ..., ότι το υπάρχον στον υπηρεσιακό της φάκελο επικυρωμένο αντίγραφο του αποδεικτικού απολύσεως από το ως άνω Επαγγελματικό Λύκειο Νέας Σμύρνης, ήταν πλαστό (νοθευμένο), διότι ανήκε σε άλλη μαθήτρια, και συγκεκριμένα στην Μ.

Έ. του Α., της οποίας το μεν ονοματεπώνυμο είχε απαλειφθεί και στη θέση του είχε αναγραφεί εκείνο της κατηγορουμένης, η δε φωτογραφία είχε αντικατασταθεί με την αντίστοιχη της κατηγορουμένης. Βάσει δε του ως άνω νοθευμένου αποδεικτικού απολύσεως η κατηγορούμενη πέτυχε κατά το έτος 2001 τη μετάταξή της, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, εμφανίζοντας τον εαυτό της ως απόφοιτο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και καταλαμβάνοντας παράνομα, κατά τη μετατροπή της εργασιακής της συμβάσεως ιδιωτικού σε δημοσίου δικαίου, οργανική θέση μονίμου υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού, για την ένταξη στην οποία απαιτούνταν, ως τυπικό προσόν, το απολυτήριο Λυκείου, ενώ η ίδια γνώριζε ότι δεν είχε ολοκληρώσει τη φοίτησή της στο Λύκειο, αλλά ήταν απόφοιτος Δημοτικού.

Συνεπώς, η κατηγορουμένη, κατά το έτος 2001 όταν και διορίστηκε ως μόνιμη δημόσιο υπάλληλος, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και του Πολυτεχνείου Κρήτης ότι πληρούσε όλες τις νόμιμες για τη μετάταξή της προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και το απολυτήριο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που ήταν αναγκαίο για την ένταξή της στον κλάδο ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού, ενώ τούτο ήταν ψευδές, διότι αυτή γνώριζε ότι δεν είχε ολοκληρώσει τη φοίτηση στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αλλά ήταν απόφοιτος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, και έτσι τους έπεισε να την διορίσουν παράνομα σε κλάδο ανώτερο των προσόντων που κατείχε και συγκεκριμένα στον ΔΕ αντί του ΥΕ.

Ακολούθως, ενώ είχε ήδη παρανόμως διορισθεί σε οργανική θέση μονίμου υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού και εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της από τη θέση αυτή λαμβάνοντας συγχρόνως και τις αντίστοιχες αποδοχές, παρέστησε εκ νέου εν γνώσει της ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους του Πολυτεχνείου Κρήτης αλλά και του ως άνω Υπουργείου ότι είναι απόφοιτος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, καθώς στις εκθέσεις αξιολόγησης που αφορούσαν τα έτη 2011 και 2012, δήλωσε υπεύθυνα ότι είναι απόφοιτος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενισχύοντας και διατηρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο την πεπλανημένη πεποίθησή τους ότι νομίμως είχε διορισθεί σε οργανική θέση μονίμου υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού, ώστε να συνεχίσει να παρέχει παρανόμως τις υπηρεσίες της από τη θέση αυτή και να λαμβάνει τις αντίστοιχες αποδοχές.

Με τις ψευδείς δε αυτές παραστάσεις της η κατηγορουμένη πέτυχε να της καταβληθούν από το Δημόσιο οι αντίστοιχες, στη οργανική θέση που κατείχε,μηνιαίες αποδοχές, οι οποίες ήταν μεγαλύτερες από αυτές που θα δικαιούντο αν καταλάμβανε θέση υπαλλήλου υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η διαφορά δε των ποσών αυτών, δηλαδή των αποδοχών που θα λάμβανε με τις αποδοχές που τελικώς έλαβε, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 6.059,27 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 1.056,51 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2011 έως το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ποσό 1.899,67 ευρώ για το έτος 2012, ποσό 1.987.68 ευρώ για το έτος 2013 και ποσό 1.115,41 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2014 έως και τον Αύγουστο του έτους 2014, όταν και ανακλήθηκε από τον Πρύτανη με πράξη του η πράξη μετάταξης της που είχε λάβει χώρα το έτος 2001.

Με τον τρόπο αυτό έβλαψε παράνομα την περιουσία του Δημοσίου κατά το ποσό αυτό, το οποίο αυτή δεν δικαιούνταν να λάβει, αφού δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της η αναγκαία κατά το νόμο για την καταβολή του προϋπόθεση της αποφοίτησής της από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, είχε δε αυτή εξ αρχής σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι το ως άνω ποσό των 6.059,27 ευρώ που έλαβε από το Ελληνικό Δημόσιο, ως μισθοδοσία, ζημιώνοντας αντίστοιχα κατά το ίδιο ποσό την περιουσία του.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε σύμφωνα με τα ανωτέρω ότι η κατηγορουμένη τέλεσε εκ νέου την πράξη της απάτης κατά το έτη 2011 και 2012 όταν και παρέστησε εκ νέου ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους του Πολυτεχνείου Κρήτης και συνακόλουθα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων ότι αυτή είναι απόφοιτος Λυκείου, αναγράφοντας αυτό υπεύθυνα και υπογράφοντας τις σχετικές με τα ανωτέρω έτη προσωπικές της εκθέσεις αξιολόγησης, αποκρύπτοντας ταυτοχρόνως την πραγματικότητα, ότι δηλαδή αυτή ήταν απόφοιτος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Με τον τρόπο αυτό διατήρησε και ενίσχυσε την πλάνη τους περί του ότι είχε τις προϋποθέσεις για να καταλαμβάνει θέση δημοσίου υπαλλήλου ΔΕ και να λαμβάνει τις αντίστοιχες αποδοχές. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει αφενός μεν να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση που προβλήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης της κατηγορουμένης περί παραγραφής της ως άνω περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης, αφετέρου δε να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη της πράξης αυτής και ειδικότερα του ότι: "Στα Χανιά, κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2011 και έως τον Αύγουστο του έτους 2014, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε με πρόθεση, ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων.

Συγκεκριμένα, ενώ το έτος 1991 με τη χρήση πλαστού αποδεικτικού απολύσεως του Επαγγελματικού Λυκείου ..., του Τομέα Οικονομίας και Διοίκησης Τμήματος Υπαλλήλων Γραφείου, επέτυχε την πρόσληψή της σε θέση προσωπικού Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ.Ε.) Προσωπικού Καθαριότητας στο Πολυτεχνείο Κρήτης και με τη χρήση του ιδίου το έτος 2001, επέτυχε τη μετάταξή της σε θέση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) Διοικητικού Λογιστικού, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που συνίστατο στην είσπραξη μηνιαίως του ποσού που αντιστοιχούσε στη διαφορά αποδοχών ως Δ.Ε.

και αυτού που θα της καταβαλλόταν ως Υ.Ε., παρέστησε εκ νέου ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους του Πολυτεχνείου Κρήτης και συνακόλουθα του Δημοσίου ότι αυτή είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα και παραλείποντας να αναγγείλει το ανωτέρω αληθές γεγονός, της χρήσης δηλαδή πλαστού απολυτηρίου για την επίτευξη της μετάταξής της από Υ.Ε.

σε Δ.Ε., ώστε να διακοπεί η χορήγηση του ποσού αυτού (διαφοράς αποδοχών), αν και είχε υποχρέωση ανακοίνωσης της. ήτοι ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, που θεμελιώνεται στην επιβαλλόμενη σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη συμπεριφορά (αρθρ. 197, 288 και 330 του Α.Κ.. βλ. Α.Π. 2538/2003), με αποτέλεσμα το Δημόσιο να εξακολουθεί να καταβάλλει.

κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη διαφορά αποδοχών και τα οποία ήταν κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2011 και έως Δεκέμβριο του έτους 2011, ποσό 1056,51 ευρώ, για το έτος 2012 ποσό 1.899.67 ευρώ, για το έτος 2013 ποσό 1987,68 ευρώ και για το διάστημα από Ιανουάριο 2014 έως και Αύγουστο 2014 ποσό 1.115.41 ευρώ και συνολικά ποσό 6.059,27 ευρώ.

Έτσι επέτυχε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται συνολικά στο προαναφερθέν ποσό (6059,27 ευρώ). με αντίστοιχη συνολική ζημία του Δημοσίου.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα πιο πάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ στέρησε αυτή νόμιμης βάσης παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 98 και 386 παρ.1 Π Κ, καθόσον από την αντιπαραβολή του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, αβιάστως προκύπτει ότι στο αιτιολογικό γίνεται δεκτό ότι τέλεσε την πράξη η κατηγορουμένη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και δη ότι ενώ είχε παρανόμως διορισθεί το έτος 2001 σε οργανική θέση μονίμου υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ Διοικητικού-Λογιστικού στο Πολυτεχνείο Κρήτης βάσει του νοθευμένου απολυτηρίου της του ..., τα έτη 2011 και 2012 παρέστησε εκ νέου εν γνώσει της ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και του Πολυτεχνείου Κρήτης ότι αυτή είναι απόφοιτος του ως άνω Λυκείου αναγράφοντας αυτό υπεύθυνα και υπογράφοντας τις αναφερόμενες στα ανωτέρω έτη προσωπικές της εκθέσεις αξιολόγησης, ενώ τούτο ήταν ψευδές, δεδομένου ότι δεν είχε ολοκληρώσει τη φοίτηση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αλλά ήταν απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις σκοπό είχε να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 6.059,27 ευρώ,που έλαβε από το Ελληνικό Δημόσιο ως διαφορές αποδοχών ζημιώνοντας αντίστοιχα την περιουσία του, ενώ στο διατακτικό της απόφασης γίνεται δεκτό ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την απάτη με την παράσταση εκ νέου ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους του Πολυτεχνείου Κρήτης και συνακόλουθα του Δημοσίου ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, με την παράλειψη, ανακοίνωσης του αληθούς γεγονότος για το οποίο υπήρχε σχετική υποχρέωση, κατά τις παραδοχές της απόφασης, από ία συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, της χρήσης δηλαδή πλαστού απολυτηρίου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την επίτευξη της μετάταξής της από τον κλάδο Προσωπικού Καθαριότητας Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης σε οργανική θέση μονίμου υπαλλήλου του κλάδου ΔΕ Διοικητικού -Λογιστικού.

Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή ως βάσιμων των από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' και Ε' του ΚΠΔΑ λόγων της υπό κρίση αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την προσβαλλόμενη με αριθμ. 562/218 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.

Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ