Legislator Case Law & Legislation
2196/2009 AI generated

2196/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2196/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΚΠολΔ 559 Αρ. 1) Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί ως περιεχόμενο, πλήν άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως νόμιμη σύμφωνα με τον κανόνα δικαίου που φάιρεται ότι παραβιάσθηκε.

Legislator headnote

AI generated

2196/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2196 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

ΑΝΑΙΡΕΣΗ (ΚΠολΔ 559 Αρ. 1) Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί ως περιεχόμενο, πλήν άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως νόμιμη σύμφωνα με τον κανόνα δικαίου που φάιρεται ότι παραβιάσθηκε.

ΝΟΜΙΣΜΑ. Εγκύρως συναμολογήθηκε σύμβαση δανείου σε γερμανικά μάρκα υπό το προϊσχύσαν του ν. 2842/2000 νομισματικό καθεστώς. Για τη νομική επάρκεια της αγωγής προς διάγνωση της απορρέουσας από την εν λόγω σύμβαση αξιώσεως αρκεί η διατύπωση του σχετικού αυτής αιτήματος σε ευρώ, χωρίς αναφορά της ισοτιμίας του ξένου νομίσματος προς εκείνο.

Αριθμός 2196/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δεβελάσκα.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Αρβανιτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20901/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2450/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντα Ιωάννη Τέντε , με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 175/5-5-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2450/31-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 8957/17-3-2004 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι με την προφορικώς συνομολογηθείσα στις 28-3-1994 με τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο σύμβαση, εδάνεισε στον τελευταίο το ποσό των 149.689,45 γερμανικών μάρκων, αποδοτέο στις 28-4-1994, εδίωκε την καταψήφιση, με βάση την κατ' εκείνο τον χρόνο (28-3-1994) ισοτιμία μάρκου-δραχμής, την καταψήφιση του εντεύθεν προκύπτοντος ποσού των [(149.689) X (146,71) 21.960.939 δρχ] 64.449,00 Ευρώ.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 20901/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 3246/4-8-2006 εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 2450/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κρίση, με την αξιολόγησή της ως μη νόμιμης, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της ότι το αιτούμενο προς καταψήφιση ποσό Ευρώ προσδιορίζεται με βάση την ισοτιμία Μάρκου-Ευρώ κατά τον Χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως δανείου αντί εκείνου της ημέρας της εξοφλήσεως.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δε εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' ολ ΑΠ 7/2006). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατά την προδιαληφθείσα αυτού έννοια, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, κατά την προϊσχύσασα εξαιρετική νομισματική νομοθεσία (άρθρα 4 παρ. 1, 11 παρ. 2 του ν. 5422/1932, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. της 14-7-1932 που κυρώθηκε με το ν. 5665/1932,6 του α.ν.800/1937, 4 του α.ν. 362/1945 και 1 του α.ν. 33/1936) κάθε δικαιοπραξία υπέρ προσώπου διαμένοντας στην Ελλάδα, που περιέχει ρήτρα συνομολογήσεως αξιώσεων ή υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, είναι κατά την εν λόγω ρήτρα άκυρη.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 4 παρ/φοι 1 και 2 του α.ν. 362/της 4/4.6.1945, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ΕισΝ αυτού, "πάσα δικαιοπραξία έγγραφος ή προφορική εξ ης πηγάζουν αξιώσεις ή υποχρεώσεις προς καταβολήν τιμήματος ή μισθώματος πράγματος ή αμοιβής πάσης φύσεως υπηρεσιών ή έργου υπέρ προσώπου διαμένοντας εν Ελλάδι δύναται να συνομολογήται μόνον εις δραχμάς.

Η ρήτρα εν δικαιοπραξία δι' ης, παρά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου, συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, χρυσά νομίσματα ή συνάλλαγμα, ή εις δραχμάς μεν ων όμως το ποσόν αφίεται να προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού ή των χρυσών νομισμάτων ή του συναλλάγματος ή του τιμαρίθμου, είναι άκυρος.

Εν τη περίπτωση ταύτη, το αρμόδιον δικαστήριον προσδιορίζει κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός την δικαίαν αντιπαροχήν, ήτις όμως δεν δύναται να είναι ανωτέρα του εις δραχμάς ισαξίου του εν τη ρήτρα αναφερομένου ποσού χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή συναλλάγματος επί τη βάσει της κατά το άρθρο 2 του παρόντος νομίμου τιμής αυτών κατά την ημέραν της συνομολογήσεως της δικαιοπραξίας, εφ' όσον και το ούτω προκύπτον ποσόν εις δραχμάς δεν ήθελε θεωρηθή ως υπέρογκον".

Οι διατάξεις αυτές έχουν, κατά τη διασταλτική τους ερμηνεία εφαρμογή σε κάθε εν ζωή δικαιοπραξία, με την οποία συνομολογούνται αξιώσεις και υποχρεώσεις σε χρυσό ή ξένο νόμισμα, επομένως και σε σύμβαση δανείου, ως και σε περίπτωση αφηρημένης υποσχέσεως ή αναγνωρίσεως χρέους. Μερική απόκλιση του προαναφερόμενου απαγορευτικού κανόνα, αποβλέποντας στην προστασία του εθνικού νομίσματος απετέλεσε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η μεταγενέστερη διάταξη της παρ. 7 της 267/9.4.1953 Πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου, που κυρώθηκε με το ν. 2415/1953, στην οποία ορίζεται ότι "από της ισχύος της παρούσης επιτρέπεται η μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, πλην των Τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων, συνομολόγησις δανείων με την ρήτρα δολλαρίου ή άλλου ξένου νομίσματος, εξαιρέσει των χρυσών νομισμάτων.

Νοείται ότι η πληρωμή των εκ των δανείων τούτων υποχρεώσεων ενεργείται δια της καταβολής του οφειλομένου ποσού επί τη βάσει της επισήμου τιμής του ξένου συναλλάγματος κατά την ημέραν της εξοφλήσεως". Έτσι με τη διάταξη αυτή, επετράπη κατ' εξαίρεση και μόνο προκειμένου περί συμβάσεων δανείου, η συνομολόγηση της ρήτρας σε ξένο νόμισμα (συνάλλαγμα), πλην χρυσού, κατά την οποία συμφωνείται η αυτουσία καταβολή ορισμένης ποσότητας ξένων νομισμάτων.

Η ρήτρα αυτή διαφοροποιείται από τη ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος, σύμφωνα με την οποία η καταβολή γίνεται σε δραχμές και ο οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει σε δραχμές και πάλι αλλά κατά την τρέχουσα αξία που θα έχει το ξένο νόμισμα κατά τον χρόνο της πληρωμής (Ολ ΑΠ 21/1990).

Επακολούθησε ο ν. 2842/2000, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή με το Ευρώ, με την εισαγωγή του ως ενιαίου Ευρωπαϊκού νομίσματος σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και την εντεύθεν ομαλοποίηση της οικονομικής καταστάσεως στην Ελλάδα, με παράλληλη κατάργηση με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού της προϊσχύουσας εξαιρετικής νομοθεσίας και γενικά κάθε διατάξεως που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, Χρυσό ή Χρυσά νομίσματα.

Για τις συμβάσεις, που εγκύρως συνομολογήθηκαν υπό το προϊσχύσαν νομισματικό καθεστώς σε ξένο νόμισμα συμμετέχοντος κράτους μέλους, ενδιαφέρουσες είναι οι ακόλουθες διατάξεις, κατά τους ορισμούς των οποίων Ι. Κανονισμός 974/1998 "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ως συμμετέχοντα κράτη νοούνται το Βέλγιο, η Γερμανία - ως νομικές πράξεις νοούνται οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, οι διοικητικές πράξεις, οι συμβάσεις - ως τιμές μετατροπής νοούνται οι αμετάκλητα καθορισμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες που θεσπίζονται από το Συμβούλιο για το νόμισμα κάθε συμμετέχοντος κράτους μέλους...

ως εθνικές νομισματικές μονάδες νοούνται οι μονάδες των νομισμάτων των συμμετεχόντων κρατών μελών, όπως ορίζονται την παραμονή της ημέρας έναρξης του τρίτου σταδίου της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης..", ως μεταβατική περίοδος νοείται η περίοδος που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1999 και τελειώνει στις 31 Δεκεμβρίου 2001..", (άρθρο 1) "Από 1ης Ιανουαρίου 1999, το νόμισμα των συμμετεχόντων κρατών μελών είναι το ευρώ.

Νομισματική μονάδα είναι το ευρώ. Ένα ευρώ υποδιαιρείται σε εκατό cent (άρθρο 2). "To ευρώ αντικαθιστά το νόμισμα κάθε συμμετέχοντος κράτους μέλους, σύμφωνα με την τιμή μετατροπής" (άρθρο 3) "Το ευρώ είναι η λογιστική μονάδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των κεντρικών τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών" (άρθρων 4) "Από 1ης Ιανουαρίου 2002, η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες των συμμετεχόντων κρατών μελών θέτουν σε κυκλοφορία τραπεζογραμμάτια σε ευρώ.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, τα τραπεζογραμμάτια αυτά είναι τα μόνα που έχουν την ιδιότητα νόμιμου χρήματος σε όλα τα εν λόγω κράτη μέλη" (άρθρο 10) "Όταν σε νομικές πράξεις που υφίστανται στο τέλος της μεταβατικής περιόδου γίνεται αναφορά σε εθνικές νομισματικές μονάδες, οι αναφορές αυτές θεωρούνται αναφορές στο ευρώ, σύμφωνα με τις αντίστοιχες τιμές μετατροπής" (άρθρο 14) "O παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1999" (άρθρο 17).

II Κανονισμός 1103/1997 "Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού (1103/1997) - ως νομικές πράξεις νοούνται οι συμβάσεις και άλλες πράξεις παράγουσες έννομες συνέπειες - ως συμμετέχοντα κράτη μέλη νοούνται τα κράτη μέλη τα οποία υιοθετούν το ενιαίο νόμισμα, σύμφωνα με τη συνθήκη - ως μονάδα ευρώ νοείται η μονάδα του ενιαίου νομίσματος, όπως ορίζεται στο κανονισμό του Συμβουλίου για την καθιέρωση του ευρώ που θα τεθεί σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης του τρίτου σταδίου της Οικονομικής και Νομισματικής Επιτροπής" (άρθρο 1) "Η καθιέρωση του ευρώ δεν μεταβάλλει τους όρους των νομικών πράξεων ούτε απαλλάσσει ούτε δικαιολογεί τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει νομικών πράξεων, ούτε παρέχει μονομερώς το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να μεταβάλει ή να καταργήσει μια νομική πράξη". (άρθρο 3) "Οι τιμές μετατροπής θα θεσπίζονται ως ένα ευρώ εκπεφρασμένο κατ' αντιστοιχία με κάθε εθνικό νόμισμα των συμμετεχόντων κρατών μελών, θα θεσπίζονται με έξι χαρακτηριστικά ψηφία" (άρθρο 4) "Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα της δημοσίευσής του στη Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός, ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος" (άρθρο 6). ΙΙΙ. ν.2842/2000 "Από την 1η Ιανουαρίου 2001 το ευρώ αντικαθιστά τη δραχμή ως νόμισμα της Χώρας, σύμφωνα με τους όρους των κανονισμών (ΕΚ 1103/1997 (EEL 162/1997), 974/1998 (EEL 13/1998), 2866/1998 (EEL 359/1998) του Συμβουλίου, όπως ισχύουν και τις διατάξεις του παρόντος", "Το ευρώ ως μέσο εξόφληση υποχρεώσεων λαμβάνεται πάντοτε στην ονομαστική του αξία". (άρθρο 1 παρ.

παρ. 1 εδ α', 2) "Κάθε χρηματικό ποσό εκφρασμένο σε δραχμές που πρόκειται να καταβληθεί ή να καταλογισθεί σε ευρώ μετατρέπεται και στρογγυλοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Κανονισμού (EK) 1103/1997 του Συμβουλίου", "Κάθε χρηματικό ποσό εκφρασμένο σε ευρώ που πρόκειται να καταβληθεί ή να καταλογισθεί σε δραχμές μετατρέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1103/1997 του Συμβουλίου.." (άρθρο 2 παρ.

παρ. 1,2) "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2001, εκτός αν, άλλως ορίζεται στις διατάξεις του παρόντος"(άρθρο 21). Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, προκείμενης αξιώσεως που απορρέει από (εγκύρως) συνομολογηθείσα υπό το προϊσχύσαν νομισματικό καθεστώς σύμβαση δανείου με αναφορά στην εθνική νομισματική μονάδα συμμετέχοντος κράτους μέλους, γιά τη νομική επάρκεια της διωκούσης την διάγνωση αυτής αγωγής αρκεί η διατύπωση του αγωγικού αιτήματος σε Ευρώ, χωρίς αναφορά της εφάπαξ, και αμετακλήτως καθορισθείσης ισοτιμίας του ξένου νομίσματος κατά τον χρόνο της πληρωμής, διάφορο δε είναι το θέμα, αναφερόμενο στην ουσία της υποθέσεως, αν το αιτούμενο ποσό σε Ευρώ υπερβαίνει το προκύπτον από την εφάπαξ καθορισθείσα ισοτιμία του ξένου νομίσματος με εκείνο, η οποία είναι η αυτή και κατά τον χρόνο εξοφλήσεως και με την έννοια αυτή, ελλείψει διαφοροποιήσεώς της, δεν ασκεί επιρροή στη νομική βασιμότητα της αγωγής, ως αναγκαίο αυτής κατά νόμο στοιχείο.

Σε συνέπεια, με τις νομικές αυτές παραδοχές η υπό το εκτιθέμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο αγωγή, με ιστορική βάση εγκύρως συνομολογηθείσα σύμβαση δανείου σε γερμανικά μάρκα και διατυπούμενου δι' αυτής αίτημα την καταψήφιση της απορρέουσας από την εν λόγω σύμβαση δανείου Χρηματικής αξιώσεως σε ευρώ, ήταν νόμιμη, με θεμελίωσή της στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις.

Κατ' εσφαλμένη επομένως εφαρμογή των άνω διατάξεων αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη βάσιμη διατυπούμενη περί τούτου με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Tέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2450/31-10-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει το ποσό των δύο χιλιάδων (2000,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ