2194/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 330/2000 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και η 8489/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων την από 2-4-2001 αίτηση του. Εκδόθηκε η 816/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Εκδόθηκε η 2342/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της οποίας την αναίρεση ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 23-6-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1427/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρεί την προηγούμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Εκδόθηκε η 121/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επίσης, με τις από 18-6-2002 και 18-6-2006 αγωγές του ανωτέρω αναιρεσείοντος, καθώς και την πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Κατερίνης, αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 168/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και η 1366/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2194/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με το άρθρο 18§§1 και 3 του κν. 2190/1920 την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό συμβούλιο αυτής ενεργώντας συλλογικά, το καταστατικό της, όμως, μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.
Full text
Απόφαση 2194 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2194/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κάππο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ε. Κ. ΑΒΕΕ - ΚΑΛΑΣ Α.Ε." ως καθολικής διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "OLYMPUS FOODS A.B.E.E." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοϊμτζόγλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 330/2000 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και η 8489/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων την από 2-4-2001 αίτηση του. Εκδόθηκε η 816/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Εκδόθηκε η 2342/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της οποίας την αναίρεση ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 23-6-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1427/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρεί την προηγούμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο. Εκδόθηκε η 121/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επίσης, με τις από 18-6-2002 και 18-6-2006 αγωγές του ανωτέρω αναιρεσείοντος, καθώς και την πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Κατερίνης, αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 168/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και η 1366/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 6-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθ. 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη.
Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 715/2013, 374/2011, 1335/2008, 615/2008, 329/2008). Βέβαια κατά την διάταξη του άρθ. 671§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 882/2009, 615/2008, 329/2008).
Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σύμφωνα με το άρθρο 18§§1 και 3 του κν. 2190/1920 την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό συμβούλιο αυτής ενεργώντας συλλογικά, το καταστατικό της, όμως, μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 400 αρ. 3 ΚΠολΔ γενικώς δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα που έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, δηλ. ωφέλεια από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά πρέπει η ωφέλεια αυτή να είναι βέβαιη και άμεση και να είναι αναγκαία συνέπεια της δίκης, να προτείνεται δε και να προσδιορίζεται συγκεκριμένα, για το ορισμένο του λόγου αυτού μη εξέτασης, από τον επιθυμούντα την μη εξέταση του μάρτυρα (και πριν την όρκιση αυτού) διάδικο.
Από την πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403§§2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει, ότι, ως προς τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 99/2011, 1655/2006).
Τέλος, από την διάταξη του άρθ. 261 εδ. β' ΚΠολΔ που ορίζει ότι "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση" συνάγεται ότι ο τρόπος άσκησης της παρεχομένης από την διάταξη αυτή διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσία, δηλ.
να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 60/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από τα υπάρχοντα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠλΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης εκδίκαση των δύο ένδικων αγωγών του αναιρεσείοντος κατά της αρχικώς εναγομένης εταιρείας "OLYMPUS FOODS ABEE", στην θέση της οποίας υπεισήλθε κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, πριν την όρκιση και την έναρξη της εξέτασης στο ακροατήριο του προταθέντος από την εναγομένη μάρτυρα Δ.
Κ. δηλώσαντος "Σήμερα είμαι γενικός διευθυντής" (ενν. της εναγομένης) οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του ενάγοντος, κατά την σχετική καταχώριση στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης "ζήτησαν την εξαίρεση του μάρτυρα, διότι δεν μπορεί να εξετασθεί ως μάρτυρας, αλλά ως διάδικος. Πρόκειται για ΑΕ". (2) Με την 168/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου επί των αγωγών αυτών κρίθηκε ότι ο ως άνω μάρτυρας "λόγω της συνομολογουμένης ιδιότητάς του (δηλ.
ως Γενικού Διευθυντή της εναγομένης) τυγχάνει εξαιρετέος κατ' άρθ.400§3 ΚΠολΔ. Επομένως, το Δικαστήριο αυτό, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θα λάβει υπόψη του την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα" (3) Με τον στοιχ. ΣΤ' λόγο της έφεσής της κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη διέλαβε μόνο ότι "... κατά το άρθ. 671 παρ.1 ΚΠολΔ ...
το δικαστήριο κατά τη διαδικασία των άρθ.663 επ. ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και μπορεί για αυτό να λάβει υπόψη και να σταθμίσει και τις καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων ... Επομένως η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ότι ο μάρτυράς μας κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία ... "...
τυγχάνει εξαιρετέος κατ' άρθ. 400 παρ.3 του ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο αυτό, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θα λάβει υπόψη του την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα" (4) Με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων (αναιρεσείων) αντικρούοντας τον ως άνω λόγο της έφεσης της εναγομένης ανέφερε ότι "...
το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά δεν δέχθηκε την κατάθεση του μάρτυρα της αντίδικης ..., ο οποίος είναι Γενικός Διευθυντής της εταιρείας και ως εκ της θέσεώς του έχει άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της υποθέσεως" (5) Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη 1366/2011 απόφασή του και κατά την έρευνα του λόγου αυτού της έφεσης έκρινε ότι η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα και γενομένη ως άνω δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση εξαίρεσης του μάρτυρα της εναγομένης λόγω της ιδιότητάς του ως Γενικού Διευθυντή της εναγομένης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη "δεδομένου ότι η ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής δεν τον καθιστά από μόνη της ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι αυτός ήταν συγχρόνως και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.
Εξάλλου και ο ίδιος ο ενάγων στις προτάσεις του της παρούσης συζητήσεως ... ουδόλως κάνει λόγο για τέτοια ιδιότητα του εξετασθέντος ως άνω μάρτυρος, αλλά επιβεβαιώνει ότι αυτός είναι Γενικός Διευθυντής της εναγομένης και εκ της θέσεώς του αυτής έχει έννομο συμφέρον και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατάθεσή του", στην συνέχεια δε ερευνώντας τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό του ενάγοντος από το άρθ. 400 αριθ. 3 ΚΠολΔ τον απέρριψε ως αόριστο και έλαβε υπόψη, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και λαμβάνοντας υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα ουδόλως έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο και δη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αφού κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία σχημάτισε -κατά την περιεχομένη στην απόφαση βεβαίωση- από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, δέχθηκε ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν απλώς Γενικός Διευθυντής της (αρχικώς) εναγομένης και όχι και μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής.
Εξάλλου, πέραν της προβληθείσης με τον ως άνω λόγο της έφεσης της εναγομένης αιτίασης, ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη και καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων και ότι επομένως κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θεώρησε εξαιρετέο τον ως άνω μάρτυρά της κατ' άρθ. 400 αριθ.3 ΚΠολΔ (δηλ.
ως πρόσωπο που μπορεί να έχει συμφέρον στην δίκη), την οποία επανέλαβε αυτουσίως και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, σε κανένα από τα υπάρχοντα διαδικαστικά έγγραφα δεν περιέχεται ομολογία, και δη ρητή, της εναγομένης ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν και μέλος του ΔΣ αυτής και κατά μείζονα λόγο νόμιμος εκπρόσωπός της, ενώ η εκ μέρους του Εφετείου συναγωγή κατ' άρθ. 261 ΚΠολΔ συναγωγή ή μη ομολογίας για το περιστατικό αυτό από τον ως άνω λόγο της έφεσης της εναγομένης δεν ελέγχεται, όπως προαναφέρθηκε, αναιρετικά.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν οι λόγοι αναίρεσης, 1ος από τον αριθ.11 περ. α' και γ' ΚΠολΔ περί λήψης υπόψη μη επιτρεπομένου αποδεικτικού μέσου και μη λήψης υπόψη δικαστικής ομολογίας συναχθείσης ως άνω κατ' άρθ. 261 ΚΠολΔ, 2ος κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθ.12 και 10 του ίδιου άρθρου, με τα οποία αποδίδονται οι αιτιάσεις, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της φερομένης ως άνω ομολογίας και ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 3ος από τους αριθ.14 και 11 περ.
α' του αυτού άρθρου περί παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και έκπτωσης από δικαίωμα, καθώς και λήψης υπόψη μη επιτρεπομένου αποδεικτικού μέσου και 4ος από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 61, 65, 67 και 70 ΑΚ, 18 και 22 ν.2190/1920, κατά τις οποίες, όπως εκτίθεται στον λόγο αυτόν, μία ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται όχι μόνο από το ΔΣ αυτής, αλλά και από άλλα πρόσωπα, μη μέλη αυτού, ο οποίος (λόγος αναίρεσης) ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δικαστήριο δεν δέχθηκε κάτι διαφορετικό, αλλά κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο ότι ο εξετασθείς ως άνω μάρτυρας ήταν Γενικός Διευθυντής της εναγομένης και όχι μέλος του ΔΣ αυτής, ούτε εξάλλου δέχθηκε ότι αυτός ήταν, καθοιονδήποτε τρόπο, νόμιμος εκπρόσωπος αυτής.
ΙΙ. Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία, την οποία αυτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε.
Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 268/2009, 203/2009, 142/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί των ως άνω δύο αγωγών του ήδη αναιρεσείοντος κατά της τώρα αναιρεσίβλητης με αντικείμενο αξιώσεις αυτού για μισθούς υπερημερίας κλπ.
λόγω της (τελεσιδίκως και στην συνέχεια αμετακλήτως κριθείσης, κατά παραδοχή προηγούμενης αγωγής του που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 24-9-1998 έως τον Ιούνιο του 1999) ακυρότητας της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, για τα (επόμενα) χρονικά διαστήματα (α) από τον Ιούλιο του 1999 έως τον Απρίλιο του 2003 (α' αγωγή) και (β) από τον Μάιο του 2003 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2006 (β' αγωγή), με την ως άνω 1366/2011 προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία, που ασκεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας σαλατών, μουστάρδας, μαγιονέζας και συναφών ειδών και διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής αυτών στην περιοχή ..., για τις ανάγκες της επιχείρησής της αυτής, την 16-11-1988 προσέλαβε τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του στο εμπορικό τμήμα της αρχικά ως εργάτης αποθήκης και στην συνέχεια ως συνοδηγός των φορτηγών που εμπορεύονταν, διέθεταν και διένειμαν τα προϊόντα της και ως εισπράκτορας των απαιτήσεών της, ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την 24-9-1998, όταν αυτή κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση, καταβάλλοντας αποζημίωση ύψους 504.003 δρχ. (1.479,09 €) και στην συνέχεια συμπληρωματική ποσού 1.973.855 δρχ. (5.792.68 €), ότι ο ενάγων, με άλλους συναδέλφους του, άσκησε κατά της εναγομένης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 11-11-1998 αγωγή, η οποία (συνεκδικασθείσα με αγωγή άλλων εργαζομένων στην εναγομένη) έγινε δεκτή με την 330/2000 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με αυτήν δε (α) κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος (και των άλλων εκεί εναγόντων) ήταν άκυρη λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του ν. 1387/1983 για την έγκριση των απολύσεων και της διαδικασίας του ν. 1264/1982, δεδομένου ότι ο ενάγων ήταν προστατευόμενο μέλος του επαγγελματικού σωματείο "Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Ζύθων, Ποτών, Τροφίμων" (β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν τ' αναφερόμενα εκεί ποσά και ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ότι (α) ύστερ' από την άσκηση έφεσης από την εναγομένη, με την 8449/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ως άνω αγωγή του ενάγοντος, η ως άνω, όμως, ΕφΑθ 8489/2000 απόφαση αναιρέθηκε με την 816/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο με την 2342/2003 απόφασή του εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (330/2000) και απέρριψε και πάλι την αγωγή του αναιρεσείοντος ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη (β) η τελευταία αυτή απόφαση του Εφετείου Αθηνών (2342/2003) αναιρέθηκε με την 1427/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου και το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε στην συνέχεια την υπόθεση, με την 121/2006 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης εναγομένης και έτσι η ως άνω 330/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη, ότι κατά συνέπεια από την τελεσίδικη αυτή απόφαση παρήχθη δεδικασμένο, δεσμεύον το δικάσαν τις ένδικες αγωγές Εφετείο, ως προς την αξίωση του ενάγοντος για μισθούς υπερημερίας από τον Οκτώβριο του έτους 1998 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 1999 (επίδικο διάστημα της προηγουμένης αυτής αγωγής), την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και το ύψος του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος για το ήδη επίδικο διάστημα, αφού το ύψος αυτό αποτέλεσε στην προηγουμένη δίκη την αναγκαία βάση για την επιδίκαση σ' αυτόν μισθών υπερημερίας, ότι η εναγομένη τον Ιούνιο του 2006 σε εκτέλεση της ως άνω 330/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επαναπροσέλαβε τον ενάγοντα και του κατέβαλε το επιδικασθέν με αυτήν ποσό για μισθούς υπερημερίας, για το ως άνω διάστημα, κατά το οποίο ο ενάγων δεν παρείχε τις υπηρεσίες του σε άλλον εργοδότη, παραμένοντας άνεργος και η εναγομένη εξακολουθούσε να τελεί σε υπερημερία, καθόσον δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του και δεν προέβη σε κάποια ενέργεια προς άρση αυτής, ότι (ως προς τις αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Ιούλιο του 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2006 που ο ενάγων ζητεί ήδη με τις ένδικες αγωγές του αποδείχθηκε ότι) ο ενάγων από την απασχόλησή του στην εναγομένη από το έτος 1988 είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στον τομέα της εμπορίας, διάθεσης και διακίνησης προϊόντων, με εξαιρετικά μάλιστα απόδοση, που είχε ως αποτέλεσμα από απλός αποθηκάριος να γίνει πωλητής και να λαμβάνει κατά την περίοδο της πραγματικής απασχόλησής του στην εναγομένη αποδοχές ύψους 206.896 δρχ.
και επιπλέον ποσό 326.280 δρχ. για πριμ πωλήσεων δηλ. ποσό μεγαλύτερο από τις συμφωνημένες, ανώτερες των νομίμων, αποδοχές του, λόγω της αποδοτικότητάς του στις πωλήσεις, ότι κατά συνέπεια η ανεύρεση εργασίας απ' αυτόν δεν περιοριζόταν στον χώρο των ανειδικεύτων εργατών, όπου υπήρχε προσφορά εργατικών χεριών, λόγω της παρουσίας οικονομικών μεταναστών, αλλά στον χώρο της προώθησης των πωλήσεων, ότι έτσι με την ειδικότητα του πωλητή μπορούσε να ανεύρει εργασία στον τομέα της εμπορίας και διακίνησης προϊόντων, με ωφέλεια ίση με αυτήν των ζητουμένων μισθών υπερημερίας, πλην, όμως, για να λάβει τον μισθό του από την υπερήμερη εναγομένη εργοδότριά του, χωρίς φυσικά να εργασθεί, παρέμενε από τον Ιούλιο του έτους 1999 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2006 με την θέλησή του άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα ν' ανεύρει άλλη εργασία ως πωλητής, την οποία μάλιστα εύκολα θα μπορούσε ν' ανεύρει, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο χρονικό διάστημα επικρατούσε οποιασδήποτε μορφής ανεργία στο συγκεκριμένο επάγγελμα, ότι ειδικότερα ο ενάγων είχε μεγάλη εμπειρία και θα μπορούσε να βρει εργασία στον τομέα των πωλήσεων, όταν και μεγαλύτεροι απ' αυτόν απολυθέντες από την εναγομένη βρήκαν δουλειά και είναι ήδη συνταξιούχοι, ότι, αντίθετα, ο ενάγων για το επίδικο χρονικό διάστημα, διάρκειας 6 ετών, δεν προέβη σε καμία κίνηση ή αληθινή προσπάθεια στον χώρο αγοράς εργασίας για ν' απασχοληθεί σε άλλον εργοδότη, εκδηλώνοντας ενδιαφέρον είτε μέσω μικρών αγγελιών σε εφημερίδες είτε μέσω γνωστών του προσώπων, αν και είχε σχετική πείρα και ικανότητα, κατάλληλη ηλικία (κάτω των 50 ετών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα) και υγεία, καθόσον η υπέρταση που επικαλείται, από την οποία πάσχει μεγάλο ποσοστό εργαζομένων, δεν προέκυψε ότι τον εμπόδιζε να ανεύρει εργασία, καθώς και κύκλο γνωριμιών από την δεκαετή υπηρεσία του στην εναγομένη, ενώ εξάλλου άλλοι εργαζόμενοι που απολύθηκαν από την επιχείρηση της εναγομένης το ίδιο χρονικό διάστημα βρήκαν αλλού εργασία και μάλιστα και ο μάρτυρας απόδειξης Ά.
Τ., συνομήλικος του ενάγοντος και ενεργός, όπως αυτός, συνδικαλιστής, που απολύθηκε (και άσκησε από κοινού με αυτόν την από 1-11-1998 αγωγή), ο οποίος, αφού αρχικά απασχολήθηκε σε επιχείρηση φιλικού του προσώπου, στη συνέχεια προσλήφθηκε για ένα περίπου έτος στην γνωστή στον χώρο της ανώνυμη εταιρεία "CRETA FARM", ότι ειδικότερα απεδείχθη, (ως προς το γεγονός ότι ο ενάγων ηθελημένα και κακόβουλα παρέμεινε άνεργος καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα) ότι η εναγομένη τον Σεπτέμβριο του 1998 για οικονομοτεχνικούς λόγους και προκειμένου να επιτύχει μείωση των λειτουργικών εξόδων της αποφάσισε την κατάργηση του εμπορικού τμήματός της, ώστε να περιορισθεί μόνο στην παραγωγική της δραστηριότητα και παράλληλα με σύμβαση που κατάρτισε με την ανώνυμη εταιρεία "FRESH WAYS" συμφώνησε να πωλεί τα προϊόντα της σ' αυτήν, η οποία ως εξειδικευμένη στις διανομές προϊόντων άλλων εταιρειών και διαθέτουσα ιδιαίτερο δίκτυο διανομής, θα πωλούσε περαιτέρω αυτά στους πελάτες της σε όλη την επικράτεια και την Κύπρο, και περαιτέρω δέχθηκε (η ως άνω εταιρεία) να προσλάβει 14 από τους εργαζομένους στην εναγομένη που θα απολύονταν (με την κατάργηση του εμπορικού της τμήματος), με τους ίδιους όρους εργασίας που είχαν με την εναγομένη, μεταξύ δε των απολυθέντων, στους οποίους έγινε πρόταση πρόσληψης από την "FRESH WAYS" ήταν και ο ενάγων που αρνήθηκε, επικαλούμενος μεταβολή της εργασιακές του σχέσης, αν και κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε, ενώ άλλοι εργαζόμενοι αποδέχθηκαν την πρόταση αυτή και συνήψαν συμβάσεις εργασίας με την ως άνω εταιρεία, η οποία, σημειωτέον, αφενός είχε την έδρα της στην Αθήνα, όπου και ο τόπος κατοικίας του ενάγοντος και αφετέρου δεν έθετε πρόσκομμα στην πρόσληψή του λόγω της συνδικαλιστικής του ιδιότητας, δεδομένου ότι είχε ιδρυθεί και σ' αυτήν από τους εργαζομένους της αντίστοιχο σωματείο.
Με βάση τα γενόμενα ως δεκτά το Εφετείο, κατά παραδοχή της ενώπιον αυτού επαναφερθείσας με λόγο της έφεσής της ένστασης της αναιρεσίβλητης εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, εξαφάνισε τα αντίθετα δεχθείσα 168/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες ένδικες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο : (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.281 ΑΚ και διέλαβε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού τα ως άνω περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε, ως προς την αποφυγή εκ μέρους του ενάγοντος ανεύρεσης άλλης εργασίας κατά τον χρόνο υπερημερίας της εναγομένης περί την αποδοχή της εργασίας του (και τα οποία αναφέρονται σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα), συνιστούν καθεαυτά προφανή υπέρβαση των τιθεμένων στην ως άνω διάταξη ορίων και δεν ήταν απαραίτητο ν' αναφέρεται τούτο πανηγυρικά στην προσβαλλομένη απόφαση.
Επομένως, είναι αβάσιμοι και γι' αυτό απορριπτέοι οι συναφείς περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης 5ος, κατά το σχετικό σκέλος του, και 8ος από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ (ενώ η αποδιδομένη με αυτόν, 8ο λόγο, αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απαράδεκτη) και 6ος από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου.
Εξάλλου, δεχθέν το Εφετείο ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη "αρχικά ως εργάτης αποθήκης και εν συνεχεία ως συνοδηγός των φορτηγών" της, περιστατικά που κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο είχαν επικαλεσθεί (και συνομολογήσει) αμφότεροι οι διάδικοι, ουδόλως παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα με το να δεχθεί στην συνέχεια ότι ο ενάγων ήταν συνοδηγός των φορτηγών "που εμπορευόταν, διέθεταν και διένειμαν τα προϊόντα της" (εναγομένης), αφού αυτό αναφέρεται στην δραστηριότητα της εναγομένης ως επιχείρησης και ως εκ τούτου η συναφής και διάσπαρτη στον 5ο λόγο αναίρεσης αιτίαση από τον αριθ.8 του ίδιου άρθρου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, η παραδοχή ότι ο ενάγων από την απασχόλησή του στην εναγομένη από το έτος 1988 είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στον τομέα της εμπορίας, διάθεσης και διακίνησης προϊόντων, με εξαιρετική μάλιστα απόδοση, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και εκτίμηση των αποδείξεων (και πάντως όχι μη προταθέν, αλλά ληφθέν υπόψη "πράγμα") που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια η περιλαμβανομένη στον 6ο λόγο σχετική αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ουσία της υπόθεσης αναφέρονται και είναι ως εκ τούτου επίσης απαράδεκτες και οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους 5ο και 6ο λόγους αναίρεσης. (Β) Δεχθέν με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι ο ενάγων, προσληφθείς και εργασθείς ως άνω, είχε την δυνατότητα να ανεύρει εργασία "στον χώρο της προώθησης των πωλήσεων ...
με την ειδικότητα του πωλητή μπορούσε να ανεύρει εργασία στον τομέα της εμπορίας και διακίνησης προϊόντων, με ωφέλεια ίση με αυτή των αιτουμένων μισθών υπερημερίας", δεν παραβίασε το δεδικασμένο από τις αποφάσεις 330/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προηγουμένης αγωγής του και αφορούσε το διάστημα από τον Οκτώβριο του 1998 έως τον Ιούνιο του 1999, και 121/2006 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης ως προς την ιδιότητα, θέση και εμπειρία του εναγομένου κατά τον χρόνο της απόλυσής του, καθόσον τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αυτό και διότι αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ούτε αποτελούν "πράγματα" που λήφθηκαν υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν.
Τέλος, όπως προκύπτει από την περιεχομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του εν γένει, άρα και ως προς το ζήτημα της δυνατότητας ανεύρεσης άλλης εργασίας από τον ενάγοντα, σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη, αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων, τις ειδικά προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου, όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα), με ειδική, μάλιστα, μνεία μερικών εξ αυτών ως προς την απόδειξη του ως άνω ζητήματος.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ως προς όλα τα σκέλη του ο 7ος λόγος αναίρεσης, στον οποίο συμφύρονται αιτιάσεις από τους αριθ.8, 10 και 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-10-2012 αίτηση του Ι. Ζ. για αναίρεση της 1366/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ