Legislator Case Law & Legislation
2194/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership property dispute, upholding lower court's finding of partial ownership.

Case Number 2194/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a co-ownership property dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding partial ownership without an expert survey, claiming the property dimensions differed from the initial claim. The court ruled that the Second Instance Court correctly relied on witness testimonies and documents, noting that an expert survey was not mandatory as the issues did not require specialized scientific knowledge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1116 of the Civil Code and 559(1) of the Code of Civil Procedure: A co-owner may claim rights over the whole property but is not obliged to do so; an appeal is inadmissible if the court of first instance did not order an expert survey when the case did not require specialized scientific knowledge.

Keywords

AI generated
co-ownership rights expert survey necessity appeal admissibility specialized knowledge property dimensions witness testimony civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 1116 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2194 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2194/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ξενάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1...., 2. ... και 3. ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Αναγνωστόπουλο

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5042/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5315/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 15-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1116 ΑΚ, κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα. Όταν όμως διεκδικεί ολόκληρο το πράγμα οφείλει να απαιτήσει την απόδοσή του σε όλους τους συγκυρίους. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο συγκύριος απλώς δικαιούται και δεν υποχρεούται να ασκήσει τις σχετικές αξιώσεις για ολόκληρο το πράγμα.

Έτσι ουδόλως αποκλείεται στον συγκύριο η άσκηση της διεκδικητικής αγωγής μόνον ως προς το ιδανικό μερίδιό του, χωρίς μάλιστα στην περίπτωση αυτή να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι συγκύριοι, οι οποίοι πρέπει να προσδιορίζονται όταν μόνο διεκδικείται ολόκληρο το πράγμα υπέρ όλων των συγκυρίων.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εάν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή νομίμως διεκδικούν έναντι του εναγομένου μόνο τα ιδανικά τους μερίδια επί του επιδίκου ακινήτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1116 ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την ένδικη αγωγή, αφού οι αναιρεσίβλητες δεν ζητούσαν την απόδοση ολόκληρου του επιδίκου ακινήτου στους συγκυρίους, είναι αβάσιμος.

Από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Δηλαδή για να ευσταθήσει αυτός ο λόγος πρέπει να γίνει από το διάδικο όχι μόνο επίκληση, αλλά και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου. Η προσαγωγή περιλαμβάνει την ενέργεια ή τις ενέργειες του διαδίκου με τις οποίες σκοπείται να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου το αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα το αποδεικτικό υλικό που προέρχεται από αυτό.

Προκειμένου περί εγγράφου, συνίσταται στην υλική πράξη της προσκομιδής του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μαζί με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του διαδίκου νομίμως και εμπροθέσμως. Όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη εις πράγματα, η βεβαίωση του δικαστηρίου για την προσκομιδή ή όχι του αποδεικτικού μέσου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 63/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις ...και .../1-11-2006 ένορκες βεβαιώσεις των ... και ..., που λήφθηκαν μετά προηγουμένη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων, με το αιτιολογικό ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν προσκομίσθηκαν, ενώ τούτο είναι αναληθές.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου περί μη προσκομιδής των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων είναι κατά τα ανωτέρω ανέλεγκτη αναιρετικά και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Κατά μεν την § 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται, για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διάταξης της λέξης "ειδικές" αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσαι". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρα 36 § 3 εδαφ. τελευταίο του ν. 1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διάταξης που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα.

Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογμωνοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη και ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, παρόλο που η επιφάνειά του και οι πλευρικές του διαστάσεις διαφέρουν στο δικόγραφο της αγωγής με τα γενόμενα δεκτά από το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προσδιορίζεται ως συνιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων και δη ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης πριν από την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης, χωρίς να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η εφαρμογή των τίτλων του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του, ώστε με σαφήνεια να προκύψει ο πραγματικός ιδιοκτήτης και ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων ...

και ... άμα την υπογραφή του ... συμβολαίου εγκαταστάθηκαν στην νομή του επιδίκου ακινήτου και μέχρι το θάνατο τους ασκούσαν διάνοια συγκυρίων όλες τις πράξεις νομής και έτσι απέκτησαν την κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με τακτική χρησικτησία κατά το ιδανικό τους μερίδιο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ήχθη στην επί της ουσίας κρίση του από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο

ακροατήριο και από τα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση, ενώ κατά το πρώτο σκέλος είναι απαράδεκτος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει παραδοχή σ' αυτήν ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης, και επομένως το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της 5315/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ