Legislator Case Law & Legislation
2193/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against non-final court order and refers third ground to plenary court.

Case Number 2193/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the non-final appellate decision ordering further evidence. The court ruled that appeals against such procedural orders are inadmissible under Article 553 of the Code of Civil Procedure. Additionally, the court rejected the appellant's argument regarding the burden of proof, finding the lower court's assessment of the evidence document to be a valid evaluation rather than a legal error. However, the court referred the third ground of appeal to the plenary court for a final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 559, 338 of the Code of Civil Procedure: Appeals against non-final decisions ordering further evidence are inadmissible; errors in applying burden of proof rules require specific legal misapplication, not mere factual evaluation of documents.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-final decision burden of proof evidence weight plenary court referral civil procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 13 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 563 paragraph 2 item b of the Code of Civil Procedure
Article 30 of Law 2789/2000
Article 47 of Law 2873/2000
Article 42 of Law 2912/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2193 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2193/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ ΑΕ), την οποία απορρόφησε δια συγχωνεύσεως. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της: α. Χαρούλα Απαλαγάκη και β. Νικόλαο Τσιάντο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Φωτόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20934/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 3061/1999 μη οριστική, 1451/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση ..., β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναίρεση που στρέφεται κατά μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου, όπως είναι και η απόφαση, που διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων, είναι απαράδεκτη.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 3061/1999 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων, είναι απαράδεκτη. Επειδή, με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και με το άρθρο 42 ν. 2912/2001, εγκαθιδρύθηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που είχαν καταγγελθεί ή λήξει ως και την 31-12-2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθόρισε ο ίδιος ο νόμος.

Ενόψει των ποσοτικών αυτών ορίων, το άρθρο 30 παρ. 4 του ν. 2789/2000 καθιέρωσε τη διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό, που είχε ως αφετηρία την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον εκάστοτε οφειλέτη και ως λήξη τη γνωστοποίηση από το σχετικό πιστωτικό ίδρυμα του ύψους της επανακαθοριζόμενης οφειλής κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως αυτή θα έπρεπε να διαμορφωθεί με εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού, ορίζοντας ειδικότερα ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται:

α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000.

Κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, από 1-11-2000 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης.

Ακολούθησε ο ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α της 28-12- 2000) με το άρθρο 47 παρ. 1 του οποίου τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 4 στοιχ. β' και 7 του άρθρου 30 του ανωτέρω ν. 2789/2000 και ορίσθηκε αντιστοίχως α) αντί της 31 Οκτωβρίου 2000, η 31 Μαρτίου 2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και β) αντί της 1 Νοεμβρίου 2000, η 1 Απριλίου 2001, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι οι τροποποιήσεις αυτές ισχύουν από την 31 Οκτωβρίου 2000.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 42 παρ. 1 και 2 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α της 9-5-2001), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στη εφημερίδα της κυβερνήσεως, αντικαταστάθηκε το άρθρο 30 παρ. 1 και 4 στοιχ. β του ν. 2789/2000, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 47 του ν. 2783/2000. Με τη νέα παράγραφο 1 ορίσθηκε : "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση και το νόμο, μέχρι 31-12- 2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ...

α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000 ..." Περαιτέρω, αντί της 31-3-2001 ορίσθηκε η 31-12-2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και αντί της 1-4-2001 ορίσθηκε η 1-1-2002, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (παρ. 2).

Τέλος με το άρθρο 39 ν. 3259/2004 (ΦΕΚ Α 149/4.8.2004) που ισχύει από 4.8.2004 ορίζονται και τα εξής: α) "η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από τις κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των 4 και 5 του παρόντος άρθρου" (παρ.1), β) "τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με της διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει μέχρι 31.12.2004 ... Μέχρι 31.10.2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλλουν στο πιστωτικό ίδρυμα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" (παρ.2 εδ.α), γ) "μη υποβολή αίτησης κατά τα προηγούμενα ή καθυστέρηση στη εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των 90 ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής...

η οποία θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης" (παρ.3 εδ. 2). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, με αυτές θεσπίσθηκε, αυτοδίκαιη αναστολή των διαδικασιών έναρξης και συνέχισης της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων από πιστωτικές συμβάσεις κ.λ.π., υπό τις άνω διακρίσεις και υποχρέωση επαναπροσδιορισμού του ποσού αυτών σύμφωνα με τα άνω οριζόμενα στις διατάξεις αυτές, χωρίς όμως να απαγγελθεί ακυρότητα των επί μέρος πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που είχαν γίνει προηγουμένως.

Επομένως πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που έγιναν πριν την θεσπιζομένη αυτοδίκαια αναστολή έναρξης και συνέχισης αυτής εξακολουθούν να είναι ισχυρές και έγκυρες και στηρίζουν τις εν συνεχεία με βάση αυτές ενεργούμενες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, μετά την θεσπισθείσα αναστολή, πλήν του ποσού της απαίτησης για την είσπραξη της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, η οποία πρέπει να αναπροσδιορισθεί (ΑΠ 1898/2008).

Έτσι, το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 εισήγαγε περαιτέρω ποσοτικούς περιορισμούς αναφορικά με την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για την αναπροσαρμογή των απαιτήσεών τους. Προέβλεψε συνακόλουθα την υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία αίτηση στα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στην ευνοϊκότερη αυτή από άποψη ποσοτικών ορίων ρύθμιση και όρισε ρητά ότι κατά τα άλλα εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε.

Εξάλλου, το άρθρο 30 παρ. 4 εδ. α του ν. 3259/2004 διατήρησε την ίδια εξαίρεση, που περιέχει και το άρθρο 30 παρ. 9 παρ. δ του ν. 2789/2000 αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού και το ανώτατο ύψος που δεν πρέπει να υπερβαίνει η οφειλή προς τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αναπροσαρμογής κατά το άρθρο 39 παρ. 1, 2.

Επομένως, το άρθρο 39 ν. 3259/2004 εντάσσεται στο όλο σύστημα της διαδικασίας αναπροσαρμογής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως αυτή εγκαθιδρύθηκε αρχικά με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 και 934 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ισχυρισμός του οφειλέτη περί υπαγωγής της οφειλής του στις άνω διατάξεις περί επαναπροσδιορισμού της οφειλής εισάγει αμφισβήτηση ως προς το ύψος της απαίτησης, με την έννοια ότι κατά το επί πλέον του επιβαλλόμενου επαναπροσδιορισμού της απαίτησης η απαίτηση θεωρείται εκ του νόμου μερικώς (ή και ολικώς) αποσβεσθείσα και συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να αποτελέσει και λόγο ανακοπής του οφειλέτη κατά των μεταγενεστέρων πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, για το παραδεκτό όμως του οποίου απαιτείται κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ να προβάλλεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων, και όχι με την έφεση ή τις προτάσεις, ακόμη και αν είναι οψιγενής, διαφορετικά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1898/2008).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Ως "αμέσως" νοείται η απόδειξη με έγγραφο ή δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Στον εν λόγω αποδεικτικό περιορισμό υπάγονται οι αποσβεστικές ενστάσεις, οι διακωλυτικές, καθώς και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, όχι όμως και οι ενστάσεις που αφορούν τη νομιμότητα γένεσης και ύπαρξης της απαίτησης και γενικά αμφισβήτησης του τρόπου υπολογισμού της απαίτησης, για την οποία η εκτέλεση (σχ.

ΟλΑΠ 10/1993). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας περί μη ύπαρξης της ένδικης οφειλής, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των ... και ... δανειστικών συμβολαίων, συνταχθέντων από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ελένη Βαφειάδου-Μυλοπούλου, η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ (ΕΤΒΑ) ΑΕ, την οποία διαδέχθηκε η καθής και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα Πειραιώς ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφησή της από την τελευταία και συνεπώς νόμιμα διαδεχθείσα αυτήν και ως προς τη συνέχιση της προκείμενης δίκης, είχε χορηγήσει στην εταιρεία με την επωνυμία "...

και Σια Ο.Ε." και υπό τον διακριτικό τίτλο "ΒΙΑΚΡΥΛΛΙΚΗ ΕΛΛΑΣ ΟΕ", εκπροσωπούμενη από την ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ως νόμιμη εκπρόσωπο και διαχειρίστριά της, ενεργούσα για λογαριασμό της εταιρίας και ατομικά, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης και ομορρύθμου μέλους της, δάνειο ύψους 9.500.000 δραχμών με το πρώτο δανειστικό συμβόλαιο και 5.550.000 δραχμών με το δεύτερο δανειστικό συμβόλαιο, αμφότερα με τους ίδιους όρους και συμφωνίες.

Προς εξασφάλιση των δανείων αυτών η ανακόπτουσα παραχώρησε εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτου της μέχρι των ποσών 11.400.000 δραχμών και 6.660.000 δραχμών. Σύμφωνα με το άρθρο 14 εκάστης των ως άνω συμβάσεων, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής εκάστης τοκοχρεωλυτικής δόσης, ο οφειλέτης οφείλει αυτήν εντόκως επί του ποσού του χρεωλύτρου με το επιτόκιο υπερημερίας χωρίς οποιαδήποτε όχληση.

Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής είτε των ενδιάμεσων τόκων είτε κάποιας τοκοχρεωλυτικής δόσης ή μέρους αυτής, συμφωνήθηκε ρητά ότι θα χωρεί επί των ποσών αυτών το ανώτατον όριο του εκάστοτε ισχύοντος τόκου, συμβατικού ή υπερημερίας από την ημέρα που αυτά τα οφειλόμενα ποσά ήταν καταβλητέα, χωρίς καμία όχληση, εντολή προς πληρωμή ή άλλη ειδοποίηση.

Επίσης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, η δανείστρια είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, κηρύσσοντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όλο το δάνειο. Μετά απ' αυτά, αφού λειτούργησαν οι συμβάσεις κανονικά και καταβλήθηκαν ορισμένες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η δανειολήπτρια εταιρία άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των λοιπών ληξιπρόθεσμων δόσεων.

Για το λόγο αυτό, η καθής συνήψε με αυτή και την ανακόπτουσα, που συμβλήθηκε υπό την αυτή ως άνω ιδιότητα της και ατομικά, νέα σύμβαση δυνάμει του ... συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, χαρακτηρισθέντος ως πράξης αναμόρφωσης των προηγουμένων τριών δανείων, με βάση την οποία (σύμβαση) συμφωνήθηκε, να κεφαλαιοποιηθούν όλες οι μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες οφειλές της δανειολήπτριας, ώστε να αποτελέσουν ένα νέο δάνειο ποσού (κεφαλαίου) 11.049.946 δραχμών, αποτελούντος το σύνολο των μέχρι τότε ληξιπροθέσμων οφειλών, εκ των παραπάνω δανείων δηλαδή των μέχρι την 1-7-1981 οφειλών πάσης φύσεως.

Ρητά συμφωνήθηκε επίσης με τη νέα αυτή δανειακή σύμβαση, ότι δεν αποτελεί ανανέωση των προηγούμενων δανειακών συμβάσεων ούτε καταργούνται αυτά με τη νέα σύμβαση, αλλά θα συνέχιζαν να οφείλονται κανονικά οι υπόλοιπες τοκοχρεωλυτικές δόσεις των τριών παλιών δανείων, με τους συμφωνηθέντες όρους των δανειακών συμβάσεων.

Η καθής ενέγραψε οκτώ υποθήκες σε βάρος της ανακόπτουσας επί ακινήτου της κατά το χρονικό διάστημα από 16-12-1977 έως 1-6-1992. Έναντι των δύο αρχικών δανείων ποσών 15.050.000 δραχμών, καταβλήθηκε από τη δανειολήπτρια σταδιακά από το έτος 1979 έως το 1987 το ποσό των 13.009.490 δραχμών συνολικά, σύμφωνα με την από 2-9-2002 βεβαίωση του Διευθυντού της ΕΤΒΑ, που χορηγήθηκε στην ανακόπτουσα μετά την έκδοση της 3061/1999 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά από αίτησή της που διαβιβάσθηκε στην ΕΤΒΑ μέσω της Εισαγγελέως Θεσσαλονίκης στις 2-9-2002.

Επίσης, μετά από επίσπευση υπό της καθής, προς ικανοποίηση της απαίτησης της εκ των ως άνω δανείων, αναγκαστικής εκτέλεσης με προγενέστερη επιταγή της σε βάρος της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας "... και Σία ΟΕ" και υπό τον διακριτικό τίτλο "ΒΙΑΚΡΥΛΛΙΚΗ ΕΛΛΑΣ ΟΕ", κατά τους όρους του άρθρου 57 του ΝΔ/τος της 17 Ιουλίου 1923, επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ύψους 33.837.225 δραχμών από εκπλειστηρίαση στις 28-4-1993, ολοκλήρου του ευρισκομένου στη ...

εργοστασίου ιδιοκτησίας της πρωτοφειλέτιδας μαζί με τον μηχανολογικό εξοπλισμό του, εκτιμηθέντος από το Δικαστήριο (με την 78/18993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) στο ποσό των 70.000.000 δραχμών, το οποίο, ελλείψει άλλων πλειοδοτών, κατακυρώθηκε στην τιμή της πρώτης προσφοράς και μίας δραχμής υπέρ της καθής, ήτοι στο ποσό των 35.001.000.

Το εν λόγω ποσό είναι καταλογιστέο στην, κατά τους υπολογισμούς της καθής, τότε συνολική οφειλή της εκ δραχμών 208.990.910 εξ όλων των ως άνω δανείων, ήτοι στις 29-2-1992, για την οποία της είχε επιδώσει την από 25-5-1992 επιταγή της (βλ. την από 25-5-1992 επιταγή προς πληρωμή, της δικαιοπαρόχου της καθής ΕΤΒΑ). Μετά τον ως άνω πλειστηριασμό του εργοστασίου της πρωτοφειλέτιδας, η καθής, στις 13-11-1997, θεωρώντας ότι δεν ικανοποιήθηκε πλήρως η απαίτησή της με την ως άνω αναγκαστική εκτέλεση, επέσπευσε νέα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας με βάση τα ίδια υποθηκοσυμβόλαια, με επίδοση προς αυτήν της ένδικης από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή, σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΝΔ/τος της 17 Ιουλίου 1923 επέχουσας ισχύν αναγκαστικής κατάσχεσης, με την οποία την επιτάσσει να καταβάλει το ποσό των 851.446.860 δραχμών, ως αποτελούν κατά τους υπολογισμούς της, το συνολικό ποσό οφειλής εξ όλων των ως άνω δανείων, που προέκυψε με βάση το υπόλοιπο της οφειλής που δεν ικανοποιήθηκε με τον ως άνω πλειστηριασμό προερχομένου από τα ίδια δάνεια.

Με την αυτή επιταγή, η καθής δήλωσε ταυτόχρονα ότι καταγγέλλει τις δανειστικές συμβάσεις λόγω υπερημερίας της πρωτοφειλέτιδος και της ιδίας της ανακόπτουσας, περί την καταβολή των ληξιπροθέσμων οφειλών της, αν και η καταγγελία και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών είχε γίνει με την ως άνω προηγηθείσα επιταγή προς πληρωμή, παρά το ότι δεν ανέφερε πανηγυρικά ότι καταγγέλλει τις συμβάσεις.

Η ανακόπτουσα με την από 28-11-1997 ανακοπή της ζήτησε να ακυρωθεί η ως άνω αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σε βάρος της με την προαναφερθείσα από 11-11-1997 επιταγή προς πληρωμή. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, επί της ασκηθείσας δε εφέσεως εκ μέρους της ανακόπτουσας εκδόθηκε αρχικά η 3061/1999 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκρινε ότι το κατ' άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ απαράδεκτο των προβληθέντων ισχυρισμών που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης λόγω της μη παραχρήμα αποδείξεως αυτών, δεν καταλαμβάνει και τους ισχυρισμούς που αφορούν αποκλειστικά το έγκυρο του εκτελεστού τίτλου ή τη γένεση και ύπαρξη της απαιτήσεως και ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της ανακόπτουσας αφορά τη γένεση της απαιτήσεως και δεν είναι ανάγκη να αποδεικνύεται και παραχρήμα, ακολούθως υποχρέωσε την καθής η ανακοπή να αποδείξει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, πλην μαρτύρων, ότι η απαίτησή της κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας από τα τέσσερα ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά δάνεια ύψους 9.500.000, 2.300.000, 3.250.000 και 11.049.946 δραχμών, κατά την ημέρα της επίδοσης (13-11-1997) της ένδικης επιταγής προς πληρωμή, ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 851.446.860 δραχμών, ενώ παράλληλα διέταξε για την ύπαρξη και το ύψος της ένδικης απαίτησης, ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις της επιστήμης της λογιστικής, απόδειξη με λογιστική πραγματογνωμοσύνη.

Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι από τα παρατιθέμενα στην ένδικη επιταγή κονδύλια, ως προερχόμενα εκ των ως άνω τεσσάρων δανείων, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτά λειτούργησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα (επί εικοσαετία) και δη από το έτος 1977 μέχρι την 23-10-1997, δεδομένου ότι η καθής και μετά την καταγγελία και την πρώτη αναγκαστική εκτέλεση συνέχισε να εκτοκίζει το υπόλοιπο της οφειλής με τους ίδιους όρους ως οι συμβάσεις να ήταν σε λειτουργία, δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί και ελεγχθεί εάν αυτά έχουν υπολογισθεί ορθά και με βάση τα συμφωνηθέντα και με το ισχύον εκάστοτε επιτόκιο που ορίζονταν επίσημα από τις αρμόδιες αρχές, καθόσον δεν προκύπτει ο τρόπος των εξαχθέντων ποσών, ούτε εάν έχουν αφαιρεθεί οι καταβολές που είχαν γίνει μέχρι τότε (23-10-1997) και σε ποία ποσά και πότε καταλογίστηκαν.

Η καθής, αν και τάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος της ως προς την ύπαρξη η μη της ένδικης απαίτησης και σε καταφατική περίπτωση να αποδείξει την ορθότητα των κονδυλίων της επιταγής και το συνολικό ύψος της απαίτησης, ουδέν νέο αποδεικτικό μέσο προσκόμισε, πλέον εκείνων που είχε προσκομίσει πρωτοδίκως και κατά την πρώτη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης, εκ των οποίων όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη και το ύψος της ένδικης απαίτησης, η οποία, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ούτε καν εκδόθηκε για αυτήν διαταγή πληρωμής, αλλά το ύψος αυτής έχει εξαχθεί μονομερώς με υπολογισμούς της καθής και προφανώς μετά από εκτοκισμούς τόκων επί τόκων, καθώς και όλων των λοιπών επιβαρύνσεων (ΕΦΤΕ, ΦΚΕ, εξόδων κλπ), όπως ευχερώς προκύπτει από τη σύγκριση του συνόλου των αρχικά οφειλομένων τοκοχρεωλυτικών δόσεων σε σχέση με το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό και τις μέχρι την πρώτη επιταγή καταβολές, αλλά εκτελεστούς τίτλους με βάση τους οποίους επισπεύδεται η ένδικη αναγκαστική εκτέλεση αποτελούν, όπως και για την προηγηθείσα ως άνω αναγκαστική εκτέλεση, τα προαναφερθέντα δανειστικά συμβόλαια και το εξαχθέν υπόλοιπο οφειλής έχει υπολογισθεί μονομερώς υπό της καθής, και το οποίο η ανακόπτουσα ουδέποτε είχε τη δυνατότητα να ελέγξει ως προς την ορθότητά του, δεδομένου ότι, ως εκ της ιδιαίτερης πολυπλοκότητας των σχετικών κονδυλίων και εκ της μακράς διάρκειας λειτουργίας των συμβάσεων, απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις λογιστικής, ειδικές περί τις τραπεζικές εργασίες, για να υπολογισθεί το ύψος της απαίτησης και να ελεγχθεί η ορθότητα των απαρτιζόμενων αυτήν κονδυλίων, υπολογιζόμενων πάντοτε κατά τους όρους των δανειακών συμβάσεων.

Η ανακόπτουσα ουδέποτε αναγνώρισε την απαίτηση, μετά δε την επίδοση της ένδικης επιταγής και την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, ζήτησε εγγράφως, με την από 10-1-1998 αίτηση της προς την καθής να της χορηγήσει όλα τα έγγραφα που είναι απαραίτητα ώστε να ελέγξει όλη την κίνηση του λογαριασμού των δανείων καθώς και τη νομιμότητα και εγκυρότητα τους (ήτοι φωτοαντίγραφα όλης της διαχρονικής κίνησης των δανειακών συμβάσεων, μέχρι την επίδοση της ένδικης επιταγής, τα παραστατικά όλων των χρεωστικών εγγράφων, εξόδων, ΕΦΤΕ κλπ, τα παραστατικά έγγραφα και τα χρηματικά ποσά που κατά καιρούς κατέβαλε έναντι των δανείων αυτών, τα παραστατικά αποτίμησης-αξίας του εκπλειστηριασθέντος ως άνω εργοστασίου και ακινήτου μαζί με όλα τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό του.

Η καθής αν και η αίτηση-δήλωση της ανακόπτουσας της επιδόθηκε νόμιμα στις 14-4-1998 δια δικαστικού επιμελητή, ουδέποτε της έδωσε όλα τα έγγραφα. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, παρά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, δεν είναι δυνατό να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί την ύπαρξη της απαίτησης και το ύψος της, καθόσον ο ορισθείς πραγματογνώμονας ..., ορκωτός ελεγκτής - Λογιστής που διεξήγαγε τελικά την πραγματογνωμοσύνη, έπειτα από αλλεπάλληλες αντικαταστάσεις του αρχικά ορισθέντος, με άλλους πραγματογνώμονες που απέφευγαν, ή αδυνατούσαν να διενεργήσουν την πραγματογνωμοσύνη, δεν, κατέληξε σε ασφαλές συμπέρασμα σχετικά με το ύψος της απαίτησης, αναφέροντας και το λόγο για τον οποίο το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι βέβαιο και ειδικότερα ότι τούτο οφείλεται στο ότι δεν τέθηκαν υπόψη του από την καθής όλα τα απαιτούμενα κατά την κρίση του στοιχεία (έγγραφα), τα οποία αναφέρει λεπτομερώς και έκρινε ως ειδικός ότι ήταν απαραίτητα για να βεβαιώσει το αποτέλεσμα της πραγματογνωμοσύνης του, αν και, όπως βεβαιώνει στην έκθεσή του, κατ' επανάληψη ζήτησε τηλεφωνικώς και εγγράφως τα στοιχεία αυτά από την καθής, τα οποία έγγραφα ειδικότερα μνημονεύει στην ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης, για το λόγο ότι η καθής αρνήθηκε να του χορηγήσει, ούτε αυτή συνεργάσθηκε, παρά το ότι έφερε το βάρος απόδειξης της ύπαρξης της ένδικης απαίτησης.

Για τους λόγους αυτούς επισημαίνει ο πραγματογνώμονας ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε, ότι δηλαδή η απαίτηση ανέρχεται στο ποσό των 644.805.540 δραχμών και για τα τέσσερα δάνεια, που, πρέπει να σημειωθεί, είναι μικρότερη του επιτασσόμενου ποσού της ένδικης επιταγής κατά 206.650.320 δραχμές, προερχομένης της διαφοράς κυρίως από υπολογισμό υπό της καθής, επί πλέον τόκων υπερημερίας, όπως αναφέρει, δεν είναι ασφαλές.

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να εκληφθεί ότι παρέχει απόδειξη, σχετικά με το αποδεικτέο θέμα. Πέραν τούτου όμως, το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο έχει εξαχθεί με βάση τους όρους των δανειακών συμβάσεων, οι οποίες καταγγέλθηκαν προ της νομοθετικής ρύθμισης των οφειλών αυτού του είδους προς πιστωτικά ιδρύματα, που έγινε μεταγενέστερα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το από 7-1-2005 έγγραφο της καθής, που προσκομίζει και επικαλείται η ανακόπτουσα το πρώτον, με τις από 28-11-2006 προτάσεις της μετ' απόδειξης συζήτησης ενώπιον του Εφετείου, δια του οποίου της γνωστοποίησε η τελευταία, ότι η οφειλή της είναι μηδενική.

Ειδικότερα, το εν λόγω έγγραφο, που έχει εκδοθεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους του κεντρικού καταστήματος της καθής στη ... και υπογράφεται από αυτούς με την ως άνω ιδιότητά τους, με θέμα "Διαμόρφωση οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004", απευθύνεται δε προς την ως άνω πρωτοφειλέτιδα εταιρία και την ανακόπτουσα, αποτελεί απάντηση προς αυτήν έπειτα από την 7-10-2004 εμπρόθεσμη αίτησή της προς την καθής, με την οποία ζήτησε να πληροφορηθεί την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής, για να ζητήσει στη συνέχεια ρύθμιση με βάση τον ως άνω νέο νόμο σε συνδυασμό με τους προγενέστερους, περί ρύθμισης των οφειλών αυτού του είδους προς πιστωτικά ιδρύματα, ορίζοντας προθεσμία υποβολής των σχετικών αιτήσεων μέχρι 31-10-2004, η οποία αίτηση υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας.

Με αυτό το έγγραφο-απαντητική επιστολή, η καθής της γνωστοποίησε ότι οι οφειλές της προς αυτήν εκ των ... και ... υποθηκοσυμβολαίων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Μυλοπούλου-Βαφειάδου, δηλαδή εξ όλων των ανωτέρω δανείων δια των οποίων έλαβε η πρωτοφειλέτιδα τα ποσά των 9.500.000 2.300.000 3.250.000 δραχμών (όπως μνημονεύονται σ' αυτό), συμπεριλαμβανομένου προφανώς και του τελευταίου δανείου περί αναμόρφωσης των προηγουμένων αν και δεν μνημονεύεται, ως αποτελούντος κεφαλαιοποιημένες οφειλές προεχόμενες εκ των ιδίων προηγουμένων δύο δανείων, είναι μηδενική, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του ως άνω νόμου 3259/2004.

Συνεπώς, συνεχίζει το Εφετείο, η πραγματογνωμοσύνη, ενόψει των ελλείψεών της και μετά από το παραπάνω νέο αποδεικτικό στοιχείο που προέκυψε κατ' εφαρμογή της νομοθετικής ρύθμισης της ένδικης οφειλής, ουδεμία αποδεικτική αξία έχει. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι με το δικόγραφο της υπό κρίση ανακοπής, δεν περιέχονται λόγοι ακύρωσης της αναγκαστικής εκτέλεσης, βασισμένοι στη ρύθμιση της απαίτησης σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις και δεν είναι δυνατή η εφαρμογή τους αυτεπαγγέλτως.

Συνεπώς, εκτιμώμενοι ως νέοι λόγοι ανακοπής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, προταθέντες απαραδέκτως με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις. Αποτελούν όμως παράλληλα και ισχυρισμούς ενισχυτικούς της αμφισβήτησης και δη απόσβεσης της ένδικης απαίτησης, η οποία αποδεικνύεται παραχρήμα εκ του προμνημονευθέντος εγγράφου, προσκομιζομένου προς ανταπόδειξη του θέματος σχετικά με την ύπαρξη της ένδικης απαίτησης, και για την οποία (απόσβεση), η καθής δεν επικαλείται αντίθετο ουσιαστικό ισχυρισμό ούτε και απέδειξε, αλλά ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός περί εξόφλησης και απόσβεσης της ένδικης απαίτησης είναι απαράδεκτος ως υποβληθείς βραδέως.

Η διά του εγγράφου αυτού αποδεικνυόμενη απόσβεση είναι ανεξάρτητη των νέων ισχυρισμών της ανακόπτουσας που βασίζονται στα ως άνω νομοθετήματα, αλλά δεν περιέχονται στην ανακοπή ως αυτοτελείς λόγοι, καθόσον, αφενός μεν ο ισχυρισμός περί απόσβεσης της απαίτησης νομίμως λαμβάνεται υπόψη καθότι περιέχεται ως αυτοτελής λόγος ανακοπής στο δικόγραφο αυτής συνεχόμενος και με την αμφισβήτηση της απαίτησης, σε συνδυασμό και με επίκληση των μέχρι τότε καταβολών υπό της πρωτοφειλέτιδας ως υπερκαλυπτουσών, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας, την απαίτηση μέχρι την επίδοση της ένδικης επιταγής προς πληρωμή, αφετέρου πλήττει ευθέως την ύπαρξη του χρέους και την ιδιότητα της καθής ως δανείστριας και αποτελεί αποδεικτικό μέσο ήτοι ιδιωτικό έγγραφο συνταγμένο κατά τους νόμιμους τύπους, εκδοθέν υπό την καθής και απευθυνόμενο στην ανακόπτουσα και την πρωτοφειλέτιδα, του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, προσκομισθέν από την τελευταία προς ανταπόδειξη του θέματος απόδειξης που τέθηκε στην καθής με την ως άνω προδικαστική απόφαση περί της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησης και αποκτηθέν μεταγενέστερα ήτοι μετά την πρώτη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης και συνεπώς είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός της καθής περί απαραδέκτου ως βραδέως προσκομισθέντος, καθόσον παραδεκτά προσκομίστηκε κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ.

Καταλήγει δε το Εφετείο ότι ενόψει του ότι από το εν λόγω έγγραφο αποδεικνύεται πλήρως ότι έχει αποσβεσθεί η ένδικη οφειλή, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος ανακοπής περί μη υπάρξεως της απαίτησης ως βάσιμος και μετά απ' αυτά να ακυρωθεί η ένδικη επιταγή προς πληρωμή και η με αυτή επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, διότι δεν εισάγονται νέοι λόγοι ανακοπής, αλλά ο ισχυρισμός αυτός στηρίζει προσθέτως το αίτημά της.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο το σχετικό λόγο της ανακοπής περί μη ύπαρξης της απαίτησης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δέχτηκε την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε την επισπευδόμενη από την ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα αναγκαστική εκτέλεση.

Επομένως, το Εφετείο δέχτηκε μη ύπαρξη της απαίτησης όχι κατ' εφαρμογή των επικαλούμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 39 παρ. 1, 2 και 6 ν. 3259/2004, άρθρου 12 ν. 2601/1998 και άρθρου 30 παρ. 2 ν. 3259/2006, τις οποίες ως εκ περισσού ανέφερε, αλλά διότι δεν υπήρχε η απαίτηση, για την οποία η κατάσχεση, κατά το χρόνο της επιβολής της.

Άρα οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Περαιτέρω, με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η καθής ουδόλως απέδειξε την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης και συνακόλουθα ότι δεν υπήρχε απαίτηση, για την οποία η κατάσχεση, κατά το χρόνο της επιβολής της το έτος 1997, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως.

Επομένως, οι τρίτος κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας και έβδομος αντιστοίχως από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη γνώμη δύο μελών του Δικαστηρίου και δη των Αρεοπαγιτών Μίμη Γραμματικούδη και Ιωάννη Σίδερη ο ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, διότι, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη ύπαρξης της ένδικης οφειλής, κατά τον επίδικο χρόνο (13-11-1997) κατά τον οποίο επιβλήθηκε η ανωτέρω αναφερόμενη κατάσχεση εις βάρος της περιουσίας της ανακόπτουσας, δυνάμει της από 11-11-1997 επιταγής προς πληρωμή της καθής, η εγκυρότητα της οποίας πλήττεται με την ένδικη ανακοπή, καθόσον αναφέρεται σε γεγονότα μεταγενέστερα του κρίσιμου αυτού χρόνου (13-11-1997), και περιέχει ασαφείς αιτιολογίες κατά πόσο δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, μη ύπαρξη ή απόσβεση της απαίτησης και κατά ποίο χρονικό σημείο έγινε η απόσβεση και έτσι με τις ανεπαρκείς αυτές αιτιολογίες ως προς το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, την οποία με τον τρόπο αυτό εκ πλαγίου παραβίασε.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης που δεν προτάθηκε νόμιμα και δη ότι η επίδικη απαίτηση έχει εξοφληθεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3259/2004, επικαλούμενη και προσάγοντας για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου την από 7-1-2005 απαντητική επιστολή της.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας, ήτοι τον άνω ισχυρισμό της περί μη ύπαρξης της ένδικης απαίτησης, που συνιστά λόγο της ένδικης ανακοπής που πλήττει ευθέως την ύπαρξη του χρέους και την ιδιότητα της ήδη αναιρεσείουσας ως δανείστριας.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της ότι, προκειμένου να εξαχθεί το αναφερόμενο στην από 7-1-2005 επιστολή της μηδενικό υπόλοιπο, είχε συνυπολογήσει στις εισπράξεις και το ποσό του εκπλειστηριάσματος του ακινήτου της αναιρεσίβλητης ύψους 145.333,29 ευρώ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά συνιστά άρνηση του λόγου της ανακοπής.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος από τους διαδίκους εγγράφου, ήτοι της από 7-1-2005 επιστολή της προς την πρωτοφειλέτρια εταιρεία σε απάντηση αιτήματός της για διαμόρφωση της οφειλής της σύμφωνα με το άρθρο 39 ν. 3259/2004 και στο οποίο έγγραφο αναφέρεται ως προς την οφειλή η ένδειξη "μηδενίζει".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως παράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι εξ αυτού του εγγράφου αποδεικνύεται πλήρως ότι δεν υπάρχει η ένδικη οφειλή, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Ειδικότερα, στην ανακοπή κατά της εκτέλεσης ο καθού η ανακοπή αποδεικνύει την ύπαρξη ή την αμφισβητούμενη προϋπόθεση του κύρους της εκτελέσεως, καθώς και τη γένεση της απαιτήσεως. Αν ο λόγος ανακοπής αποτελεί ένσταση, ο ανακόπτων αποδεικνύει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι, μολονότι η ανακόπτουσα-αναιρεσίβλητη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση της ήδη αναιρεσείουσας προέκυψε από ανυπόστατους και παράνομους εκτοκισμούς, ανατοκισμούς κ.λ.π., η 3061/1999 προδικαστική απόφαση του Εφετείου υποχρέωσε εσφαλμένα την αναιρεσείουσα να αποδείξει ότι η απαίτησή της ανερχόταν στο ποσό των 851.446.860 δραχμών, το δε Εφετείο δέχτηκε ότι δεν απέδειξε την απαίτησή της.

Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ορθώς το Εφετείο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδείξει την γένεση και ύπαρξη της απαιτήσεώς της και ακολούθως έκρινε ότι αυτή δεν ανταποκρίθηκε στο επιβληθέν σ' αυτήν βάρος αποδείξεως. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, ο δε τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος, ως προς τον οποίο η απόφαση αυτή λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β' ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της από 24-9-2007 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." κατά της 1451/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας τρίτο λόγο αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ