2193/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2193/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητας πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 2193 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2193/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6ης Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ..... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 580, 581, 583/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ....., 2. ..... και 3. ....., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μπεκιάρη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 761/2005.
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 365 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφα, τα οποία εκτιμά προς θεμελίωση της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να αναγνωσθούν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κατ' άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, σχετικώς με το αποδεικτικό αυτό μέσο και, έτσι, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠοινΔ, από την οποία δημιουργείται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης της απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 580,581,582,583/2004 απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, στήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και στα αναγνωστέα και αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα.
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων αναγνώσθηκαν "... δύο ενημερωτικά σημειώματα του Δρομοκαϊτιου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής με ημερομηνία 26-11-2001 των ιατρών Χ και ..... ...". Στο σκεπτικό της ίδιας αποφάσεως γίνεται μνεία, ότι το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί μειωμένης ικανότητας του κατηγορουμένου προς καταλογισμό, έλαβε υπόψη και τα από 8-11-2001 και 26-11-2001 ενημερωτικά σημειώματα του Ψυχιάτρου-Διευθυντή του ΕΣΥ Δρομοκαϊτιου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου.
Η αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως και του από 8-11-2001 ενημερωτικού σημειώματος, που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, έγινε από προφανή παραδρομή, αφού από τις παραδοχές τις αποφάσεως αναφορικά με την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την κατά του κατηγορουμένου κατηγορία για τη διάπραξη του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, το έγκλημα τέλεσε ο κατηγορούμενος περί ώρα 10.45 της 8-11-2001 και δεν είναι νοητό να έχει συνταχθεί και να υπάρχει ενημερωτικό σημείωμα με ημερομηνία 8-11-2001 από το άνω ψυχιατρικό νοσοκομείο.
Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητας πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΙΙ. ΄Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ΄ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005).Η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι ήταν ανίκανος προς καταλογισμό. Η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά εν σχέση με τον προβληθέντα από τον κατηγορούμενο ισχυρισμό για έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό "...
ο κατηγορούμενος όταν τέλεσε τις ως άνω εγκληματικές πράξεις, έπασχε μεν από ψυχωτική συνδρομή, η οποία είχε αναπτυχθεί επί εδάφους παρανοειδούς διαταραχής της προσωπικότητας, πλην όμως, λόγω της πάθησής του αυτής, δεν εξέλιπε παντελώς, μειώθηκε όμως ουσιαστικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του και να ενεργήσει σύμφωνα με την περί τούτου αντίληψή του, όπως αυτό συνάγεται από την μέχρι τότε εν γένει συμπεριφορά του, το γεγονός ότι διέμενε μόνος του και φρόντιζε επάξια ο ίδιος καθημερινά τον εαυτό του και τις υποθέσεις του και δεν είχε ποτέ νοσηλευθεί για οποιοδήποτε ψυχολογικό πρόβλημα, όπως είναι προφανές ότι θα είχε γίνει εάν η ως άνω πάθησή του ήταν σοβαρή.
Εν όψει τούτων,το υποστηριζόμενο στις πραγματογνωμοσύνες που αναγνώσθηκαν ότι αυτός δεν μπορούσε καθόλου να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του, κατά τον χρόνο τελέσεώς τους, λόγω διατάραξης των πνευματικών και ψυχικών λειτουργιών του συνεπεία της ως άνω παθήσεως, κρίση που στηρίζεται στο ιστορικό και τις πληροφορίες που έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, δεν γίνεται δεκτό από το δικαστήριο...".
Με αυτά που δέχθηκε το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο και κήρυξε στο διατακτικό του τον κατηγορούμενο ένοχο με ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, διέλαβε στην απόφασή του την επιβεβλημένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την οποία απέρριψε τον εκ του άρθρου 34 του Π.Κ ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των εγκλημάτων είχε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό.
Ειδικότερα, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα τα οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, αξιολογεί και το πόρισμα της από 20-1-2002 έκθεσης ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του από τον ανακριτή διορισθέντος ψυχιάτρου Ψ, καθώς, επίσης, εκτιμά, ως απλά έγγραφα τις, εις τα πλαίσια άλλης δίκης κατατεθείσες, από 13-3-2003 και 11-3-2003 εκθέσεις ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης των ιατρών .....
και ..... και εξηγεί γιατί δεν αποδέχεται το πόρισμα των τελευταίων. Οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου ότι α) οι μαρτυρικές καταθέσεις δεν ήσαν πρόσφορες για τη διάγνωση του ζητήματος της ικανότητας αυτού προς καταλογισμό, β) ο μάρτυρας υπερασπίσεως Χ στην κατάθεσή του βεβαιώνει ότι αυτός ήταν ακαταλόγιστος και γ) από το περιεχόμενο του πορίσματος του πραγματογνώμονα Ψ, προκύπτει ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης εστερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό, είναι απαράδεκτες γιατί βάλλουν κατά της εκ των πραγμάτων ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, και ο από το άρθρο 510 παρ. στοιχ.Δ΄ του ΚΠοινΔ για έλλειψη αιτιολογίας δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ..... (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ και 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 580,581,582,583/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ..... την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ