Legislator Case Law & Legislation
2192/2007 AI generated

2192/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2192/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2192/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βέβαια η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα καθόσον αφορά στη χρονική περίοδο 1997-1998 άσκησε καταχρηστικώς το δικαίωμά της. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε, ότι η εν λόγω εταιρία "Χ1" στη διάρκεια των πιο πάνω ετών 1997-1998 είχε προμηθευθεί από την ενάγουσα και διάφορες ποσότητες πεντάλιτρων δοχείων, πώματα τέτοιων δοχείων, επιπώματα τεσσάρων λίτρων και χαρτονάκια πωμάτων, συνολικής αξίας 16.500.000 δρχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2192 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2192/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", πρώην με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. ΠΑΪΡΗΣ ΑΒΕΕ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ" που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μούσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3351/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9534/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.

ΑΠ 17/1995). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι εάν για την στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφ, β' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί και συνεπώς η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, εφόσον έχουν παραδεκτώς προταθεί στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1846/2005, ΑΠ 38/2004).

Τέλος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν ο δικαστής εφάρμοσε μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου ή προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική της αληθινής (Ολ. ΑΠ 36/1988). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την εναγομένη αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης κατά τα ουσιώδη της πραγματικά περιστατικά που είχε προτείνει η εναγομένη πρωτοδίκως δεχθέν τα εξής:

Βέβαια η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα καθόσον αφορά στη χρονική περίοδο 1997-1998 άσκησε καταχρηστικώς το δικαίωμά της. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε, ότι η εν λόγω εταιρία "Χ1" στη διάρκεια των πιο πάνω ετών 1997-1998 είχε προμηθευθεί από την ενάγουσα και διάφορες ποσότητες πεντάλιτρων δοχείων, πώματα τέτοιων δοχείων, επιπώματα τεσσάρων λίτρων και χαρτονάκια πωμάτων, συνολικής αξίας 16.500.000 δρχ.

που η ενάγουσα αποκόμισε το σχετικό κέρδος. Ότι αυτή κατά τα ανωτέρω έτη λειτουργίας της συμβάσεως, που η "Χ1" είχε προμηθευθεί τις μειωμένες αυτές ποσότητες προϊόντων της, η τελευταία είχε αποδεχθεί το γεγονός της μειώσεως του αντικειμένου των συναλλαγών, έσπευσε δε να προβάλει τη σχετική αξίωσή της τον Οκτώβριο του 2001.

Πλην όμως υπό το προδιαλαμβανόμενο περιεχόμενο ο ισχυρισμός καθίσταται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, δεδομένου ότι και υπό την εκδοχή της ουσιαστικής ορθότητός των τα περιστατικά αυτά δεν προσδίδουν καταχρηστικότητα στη συμπεριφορά της ενάγουσας και δεν την εντάσσουν στην οικεία διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο αφενός, μεν έλαβε υπόψη όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που είχε προτείνει η εναγομένη-αναιρεσείουσα προς στήριξη της ένστασής της εκ του άρθρου 281 ΑΚ αφετέρου δε ουδόλως παραβίασε την προμνησθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ' όσον από τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, η άσκηση του προβαλλομένου στην αγωγή δικαιώματος δεν παρίσταται καταχρηστική με την έννοια της διάταξης αυτής.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ των άρθ. 8 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως δεν προκύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον δέχθηκε ή τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικά ή ουσιαστικά. "Πράγμα" από την ανωτέρω έννοια είναι και ο λόγος της εφέσεως.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο που την εξέδωσε, ερευνώντας καθολικά εξ υπαρχής τη διαφορά έλαβε υπόψη όλους τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως προβλεπόμενους λόγους της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας από τους οποίους άλλους απέρριψε εκ του πράγματος και άλλους δέχθηκε και συνολικά την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή για μικρότερο ποσό, από ότι η πρωτόδικη απόφαση. Επομένως ο 2ος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του εκ του άρθ. 8β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αντίστοιχους λόγους έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το 2ο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως ερειδομένη στο άρθρο 382 ΑΚ (υπαιτία αδυναμία παροχής) ενώ, με την αγωγή προτάθηκε υπερημερία οφειλόταν (άρθρα 343, 383, 389 ΑΚ) και επομένως δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο νομικός χαρακτηρισμός της αγωγής αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας και όχι των διαδίκων.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 382 ΑΚ, αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονότα για το οποίο αυτός έχει ευθύνη, μπορεί ο άλλος είτε......να απαιτήσει αποζημίωση η οποία περιλαμβάνει την θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος. Εξάλλου, κατά του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχον οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν προκειμένω το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή καταβολής αποζημιώσεως, από αδυναμία παροχής από υπαιτιότητα της εναγομένης, με τις ακόλουθες αιτιολογίες κατά κύρια σημεία αυτών. Το ως άνω άρθρ. 2 (της εν λόγω συμβάσεως) προβλέπει ότι: "Οι τιμές των προαναφερομένων προϊόντων θεωρούνται οι αναφερόμενες στην αρχική προσφορά της "προμηθεύτριας" την 27-9-1995, οι οποίες είναι αποδεκτές από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη.

Ρητά συμφωνείται, ότι η αναπροσαρμογή των τιμών των προϊόντων θα γίνεται για το τμήμα της τιμής που αφορά κόστος αυτών κάθε τρίμηνο. Τον Ιανουάριο και τον Ιούλιο κάθε έτους θα δύναται να αναπροσαρμόζεται και το υπόλοιπο τμήμα της τιμής. Ο καθορισμός της νέας τιμής θα γίνεται μετά από κοινή των συμβαλλομένων συμφωνία και θα βασίζεται σε Συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ΑΤΑ, τρέχουσες τιμές ρεύματος και νερού, πληθωρισμού συναλλάγματος κλπ".

Κατά το 1996 η σύμβαση αυτή λειτουργούσε κανονικά, και η αγοράστρια αγόρασε και η πωλήτρια πώλησε και παρέδωσε τα συμφωνηθέντα ως άνω προϊόντα. Το 1997 και το 1998 το αντικείμενο των αγοραπωλησιών περιορίσθηκε, αφού οι (δοθείσες και πραγματοποιηθείσες) παραγγελίες ανήλθαν σε τεμάχια 562.990, 127.753, 32.529, 897.482, 27.791, και 28.413 (το 1997) και 360.380, 117.672, 29.309, 555.000, 27.944, 22.814 (το έτος 1998) για φιάλες του ενός λίτρου, φιάλες των τεσσάρων λίτρων, δοχεία των δεκαοκτώ λίτρων, πώματα των δοχείων του ενός και των τεσσάρων λίτρων, πώματα φιαλών των δεκαοκτώ λίτρων και παρεμβύσματα δοχείου δεκαοκτώ λίτρων αντιστοίχως.

Κατά τα έτη 1999 και 2000 οι παραγγελίες ήγγισαν σχεδόν το μηδενικό επίπεδο με εξαίρεση υλοποίηση παραγγελίας για 1.600 πώματα δεκαοκτάλιτρων δοχείων το έτος 1999. Η τοιαύτη εξέλιξη των πραγμάτων δεν συναρτάται με πταίσμα της ενάγουσας, προσηκόντως συμπεριφερθείσης. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη ως καθολικώς διάδοχος της εταιρείας "Χ1" η οποία δεν τήρησε τα ως συμφωνηθέντα καθόσον οι ποσότητες που παραγγέλθηκαν ήταν πολύ μικρότερες από τις συμφωνηθείσες και έτσι περιήλθε σε υπαίτια αδυναμία να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των εκ της συμβάσεως απορρεουσών και ανειλημμένων υποχρεώσεων της και υποχρεούται σε καταβολή αποζημιώσεως η οποία συνίσταται στο ισόποσο του γινομένου από το ν πολλαπλασιασμό της διαφοράς που προκύπτει από τις συμφωνηθείσες και τις ελλιπώς υλοποιηθείσες παραγγελίες για τα έτη 1997 και 1998 και για τα έτη 1999 και 2000 από τις συμφωνηθείσες λόγω μηδενικών παραγγελιών ποσότητες των προϊόντων που μνημονεύονται στην σύμβαση, επί το 20% της δι έκαστο προϊόν μέσης τιμής, το ποσοστό αυτό δεν αποτελεί το μικτό ποσοστιαίο κέδρος της ενάγουσας το οποίο αυτή απώλεσε τα ανωτέρω έτη από την παραβίαση των όρων σύμβασης.

Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 165.143,85 €. Με αυτό που δέχθηκε το Εφετείο, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου μη παραβιάσαν και κάποια άλλη διάταξη, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, απαντήσαν σε όλα τα ζητήματα της αγωγής, σαφώς δε συγχρόνως εκθέτοντας σ' αυτή και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε από τις αποδείξεις και ο 2ος λόγος αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του από τους αρθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-9-2006 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 9534/05 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ