2192/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2192/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ.- Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε πριν από την επί το αυστηρότερο αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2192 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2192/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένουΧ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο, για αναίρεση της 9208/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τονΖ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1987/2005.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του Κ.Ποιν.Δ., ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που έλαβε χώρα στην ακροαματική διαδικασία, εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Ποιν.Δ, το κλητήριο θέσπισμα, πρέπει, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος.
Αν δεν περιέχει και το στοιχείο αυτό, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο γι΄ αυτό και, πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, αλλιώς καλύπτεται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη 33971/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) προέβαλε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος που του είχε επιδοθεί, διότι ενώ παραπεμπόταν να δικαστεί για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα τούτο δεν περιέχει τον ακριβή καθορισμό των πράξεων που αποδίδονται σ΄ αυτόν "αφού διαλαμβάνονται μόνο τα ψευδή χωρίς να αναφέρονται τα αληθή.
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη και καταδικάσθηκε για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Στη συνέχεια μολονότι άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης την υπ΄ αριθμ. 3462/2004 έφεση του, δεν προσέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την απόρριψη της παραπάνω ενστάσεως, αλλ΄ αρκέστηκε να επαναφέρει αυτήν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, τούτο δε απέρριψε ομοίως κατ΄ ουσίαν την ένσταση με την συμπροσβαλλόμενη 9203Α/28-9-2005 προπαρασκευαστική απόφασή του (άρθρο 504 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ), με την αιτιολογία ότι το κλητήριο θέσπισμα ως εξ αυτού προκύπτει περιέχει τα υπό του άρθρου 321 του Κ.Ποιν.Δ προβλεπόμενα στοιχεία και δη τον καθορισμό των πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο ως και εκείνα ως ψευδή και τα αντίθετα ως αληθή.
Εφόσον όμως η πιο πάνω ακυρότητα είναι σχετική δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως, η δε υπόθεση, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε από την έφεσή του προκύπτει ότι μεταβιβάστηκε κατά το κεφάλαιο τούτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος, με τον οποίο αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο και αναιτιολόγητης απορρίψεως της ανωτέρω ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., όπως ίσχυε πριν από την επί το αυστηρότερο αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 3327/2005 "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι΄ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι΄ αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνωρίζει την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.
ΙΙΙ.- Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του Π.Κ., όπως αυτή ίσχυε πριν από την επί το αυστηρότερο αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α)ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β)τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ)να υφίσταται άμεσος δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να το καταθέσει.
Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος, πρέπει, να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή".
Κατά δε το άρθρο 363 Π.Κ. "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α)ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονός που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β)το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας και γ)δολία προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώσει του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Ποιν.Δ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Η εν λόγω αιτιολογία, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, όπως συμβαίνει επί ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, οπότε αποκλείεται ο ενδεχόμενος, πρέπει, να εκτείνεται και σ΄ αυτόν. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθ΄ όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ΄ έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ΄ είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Εφετείο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά απολογία του κατηγορουμένου και αποδεικτική διαδικασία γενικώς) αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενοςΧ, καθηγητής μουσικής του Εκκλησιαστικού Λυκείου..., είχε υποβάλει στη Διεύθυνση Α2 της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης την από 17-11-1998 αίτησή του περί διαθέσεώς του στην ανώτερη Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών για 12 ώρες την εβδομάδα, ώστε να καλύψει, σύμφωνα με την αίτησή του, το υποχρεωτικό του ωράριο διδασκαλίας του μαθήματος της μουσικής, ως και για οικογενειακούς λόγους, αφού η οικογένειά του κατοικούσε στην ...
και ήταν Οικονομικά δύσκολη η μετάβασή του στη ... Κατά το χρόνο υποβολής της άνω αιτήσεως ο εγκαλών Ζ υπηρετούσε ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Με την ιδιότητά του αυτή ο εγκαλών Ζ και προς έρευνα της αιτήσεως, δια του Α2/1310/19-11-1998 εγγράφου του προς τον Δ/ντή του ενιαίου Εκκλησιαστικού Λυκείου..., εζήτησε, μεταξύ άλλων, να του γνωρίσει τον ακριβή αριθμό των ωρών που περίσσευαν μέχρις συμπλήρωσης του ωραρίου του εκπαιδευτικού κατηγορουμένου Χ, προκειμένου να εξεταστεί η δυνατότητα διάθεσής του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε εκκλησιαστικά Σχολεία Μέσης Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης των ομόρων Νομών ...
και ..., που αντιμετώπιζαν σχετικό πρόβλημα ως προς την ανεύρεση κατάλληλου προσωπικού του μαθήματος της Βυζαντινής μουσικής και ότι η λύση αυτή θα εξυπηρετούσε το Δημόσιο συμφέρον. Σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου, ο Διευθυντής του άνω Σχολείου δι΄ εγγράφου του (918/23-11-1998) ανέφερε σχετικώς ως και δια του 929/25-11-1998 εγγράφου του (επιγενομένου).
Στη συνέχεια ο εγκαλών Ζ, ο οποίος κατά το νόμο δεν ήταν αρμόδιος να αποφασίσει για την άνω αίτηση απόσπασης του Χ, αλλά αρμόδιο ήταν το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης, απέστειλε, ως υπεχρεούτο την αίτηση αυτή στο άνω Υπηρεσιακό Συμβούλιο δια το υΑ2/1310α/26-11-1998 εγγράφου του. Στο Υπηρεσιακό αυτό Συμβούλιο της συνεδρίασής του της 30-11-1998 δεν συμμετείχε ο εγκαλών Ζ, και το Συμβούλιο αυτό δια υπηρεσιακούς λόγους απέρριψε την αίτηση του Χ και συγκεκριμένα για τους λόγους που αναφέρονται στο 15/30-11-1998 πρακτικό του, ενώ περαιτέρω στις 8-12-1998 το ίδιο Συμβούλιο, αφού εξέτασε τις προτάσεις της άνω Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών προσέλαβε τον ... (βλέπε το 16/8-12-1998 πρακτικό του).
Συνεπώς ο Ζ δεν παρέβη τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, αφού δεν συμμετείχε στο άνω υπηρεσιακό Συμβούλιο, το οποίο έκρινε κυριαρχικά κατά το νόμο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο νυν κατηγορούμενος με την από 12-2-1999 μήνυσή του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατηγόρησε τον εγκαλούντα Ζ ότι με το άνω έγγραφό του προς το Δ/ντή του άνω σχολείου της ...
απέβλεπε στο να βλάψει αυτόν (Χ) δημιουργώντας φόβο και ότι παράνομα από πρόθεσή του προσπόρισε όφελος στον προσληφθέντα ως άνω ... Η μήνυσή του όμως αυτή ήταν ψευδής και ο Χ τελούσε εν γνώσει της αναλήθείας και έπραξε τούτο, προκειμένου να επιτύχει την ποινική δίωξη και πειθαρχική τοιαύτη του Ζ, ο οποίος δεν συμμετείχε ως ελέχθη στις άνω συνεδριάσεις του ανωτέρω Υπηρεσιακού Συμβουλίου, το δε ως άνω έγγραφό του το συνέταξε για υπηρεσιακούς λόγους και όχι για να εμποιήσει φόβο στο Χ.
Μάλιστα για τους άνω λόγους δια του 5520/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητο, κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος για την κατηγορία της παραβάσεως καθήκοντος. Με την άνω ψευδή καταμήνυση ο κατηγορούμενος Χ έβλαψε και την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Ζ και περαιτέρω κατά την κατάθεσή της στον άνω Εισαγγελέα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ο κατηγορούμενος Χ, βεβαίωσε ενόρκως το αληθές αυτής, ενώ αυτή ήταν ψευδής εν γνώσει του.
Τέλος αποδείχθηκε ότι ψευδές είναι και το περιεχόμενο της καταθέσεώς του ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας την οποία έδωσε ο κατηγορούμενος ενόρκως την 4-5-1999 όπου βεβαίωσε εν γνώσει της αναλήθείας ότι ο εγκαλών Ζ καθυστέρησε να απαντήσει επί της άνω αιτήσεώς του με αποτέλεσμα να απωλέσει τυχόν δικαίωμα προσβολής της απόφασης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αφού ευθύς ως συνετάγη το άνω πρακτικό και δη την 31-3-1999 εκοινοποιήθη στον κατηγορούμενο αυτό μεθ΄ ημέρας τινός από τότε που περιήλθε στην υπηρεσία του Ζ".
Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, ότι ενήργησε εκ δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος προς διασφάλιση δικαιώματός του (άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ΄ ΠΚ) διότι κατά τα άνω δεκτά γενόμενα τέτοια περίπτωση δεν συνέτρεξε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και επέβαλε σ΄ αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχθηκε το παραπάνω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη 9208/2005 απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι΄ αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 229 παρ. 1, 363-362 και 224 παρ. 2-1 Π.Κ.
τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης 9208/2005 αποφάσεως του των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου, ότι τα γεγονότα, τα οποία ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος με τη μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ότι δηλαδή ο εγκαλών με το υπ΄ αριθμ.
Α2/1310/19-11-1998 έγγραφό του προς τον Δ/ντη του Ενιαίου Εκκλησιαστικού Λυκείου ..., με το οποίο ζήτησε τα προαναφερθέντα, απέβλεπε στο να μη διατεθεί εκείνος (κατηγορούμενος) σε κενή θέση του καθηγητή Μουσικής της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών και να τον βλάψει εκ προθέσεως δημιουργώντας τον φόβο και ότι παράνομα από πρόθεση προσπόρισε όφελος στον προσληφθέντα ..., είναι ψευδή κατά αληθή τα οποία γνώριζε αυτός (κατηγορούμενος) ήταν ότι ο εγκαλών ως προϊστάμενος της Δ/νσης Εκκλησιαστικής εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας είχε αρμοδιότητα να ζητήσει πληροφορίες για τις ελεύθερες ώρες διδασκαλίας αυτού (κατηγορουμένου) από τον Δ/ντή του Εκκλησιαστικού Σχολείου..., ότι το εν λόγω έγγραφό του το συνέταξε για υπηρεσιακούς λόγους και όχι για να προκαλέσει φόβο στον ίδιο (κατηγορούμενο) και ότι την τοποθέτηση του ...
αποφάσισε αρμοδίως και νομίμως το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης του άνω Υπουργείου και όχι ο εγκαλών ο οποίος δεν συμμετείχε στις συνεδριάσεις του ανωτέρω Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Περαιτέρω, αιτιολογεί πλήρως την απόρριψη του εκ του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ΄ Π.Κ. προβληθέντος από τον συνήγορο του κατηγορουμένου αυτοτελή ισχυρισμό κατά τον οποίο ήρθη ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης ως εκ του ότι αυτός ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς διασφάλιση δικαιώματός του, ανεξαρτήτως του ότι η περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι, πρέπει, να απορριφθούν. Περαιτέρω, όπως ειδικότερα στη μείζονα αρχική σκέψη εξετέθη η επιβαλλόμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αν έγινε ή όχι προβολή ενός ισχυρισμού προκύπτει από τα πρακτικά. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη αναιτιολογήτως απέρριψε τους ισχυρισμούς για αναστολή της δίκης κατ΄ άρθρο 366 παρ. 2 Π.Κ. και για μεταβολή της κατηγορίας από συκοφαντική δυσφήμηση σε απλή δυσφήμηση. Αλλά όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έχουν καταχωρισθεί σ΄ αυτά οι παραπάνω ισχυρισμοί και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα στοιχεία που τους συνθέτους κατά τα ειδικότερα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.
Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 9208/28 και 30 Σεπτεμβρίου 2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται δε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ