Legislator Case Law & Legislation
2191/2018 AI generated

2191/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2191/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2191/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον τρίτο λόγο ο εκκαλών παραπονείται επειδή το Συμβούλιο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 περ.ζ' του ως άνω νόμου, αφού οι πράξεις που του αποδίδονται φέρονται τελεσθείσες και σε ελληνικό έδαφος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2191 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2191/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17, 22 Οκτωβρίου, 5, 19, 29 Νοεμβρίου, 3 και 19 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου (όν.) A... (επ.) V... του V... και της V..., που γεννήθηκε στην πόλη ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Κωνσταντοπούλου, κατά της υπ'αριθμ. 532/13-7-2018 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την σε βάρος του ανωτέρω εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τις Δικαστικές Αρχές της Γαλλίας.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 12 και ημερομηνία 13 Ιουλίου 2018 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2018. Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο μέσω του διερμηνέως και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε τα εξής: "Η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 13-7-2018 και είναι νομότυπη διότι ασκήθηκε από τον εκκαλούντα με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα Εφετών του Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 465 παρ.1, 474 παρ.1 ΚΠΔ, 22 παρ.1 Ν.3251/2004), εμπρόθεσμη διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 13-7-2018 (άρθρα 22 παρ. 1α Ν.3251/2004, 451 παρ.1 ΚΠΔ) και παραδεκτή (διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει ως λόγους εφέσεως: 1)την έλλειψη τυπικών στοιχείων του ως άνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ.1ε του Ν.3251/2004, 2)την έλλειψη επαρκών στοιχείων και αποδεικτικών μέσων για την εκτέλεση του εντάλματος με συνέπεια τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 19 του Ν.3251/2004 και 3)την εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 11 περ.ζ' του ως άνω νόμου (άρθρο 22 παρ.1 Ν.3251/2004, 463, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 498 ΚΠΔ).

Με τον πρώτο λόγο εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται για έλλειψη των τυπικών στοιχείων του εντάλματος, αφού σ'αυτό εκτός των άλλων, δεν περιγράφεται η μορφή συμμετοχής αυτού στις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι: Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι στο ως άνω ένταλμα περιλαμβάνονται, κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 3251/2004, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο εγκλημάτων καθώς και η συνοπτική μεν, αλλά σαφής περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτών, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου χωρίς να είναι αναγκαία η λεπτομερής εξειδίκευση αυτών η οποία μπορεί να γίνει από την αιτούσα αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως (ΑΠ 522/2015, ΑΠ 1309/2009).

Με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ο εκκαλών παραπονείται επειδή το εν λόγω ένταλμα δεν περιέχει επαρκή στοιχεία και πιο συγκεκριμένα, δεν περιγράφεται σ'αυτό ποιοι είναι οι Γάλλοι πολίτες, οι οποίοι είναι τα θύματα των εγκληματικών πράξεων αυτού, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο θα έπρεπε, εφαρμόζοντας τη διάταξη του ως άνω νόμου (άρθρο 19) να αναβάλει την υπόθεση και να ζητήσει από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές της Γαλλίας την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι ουσιαστικά ταυτόσημος με τον πρώτο λόγο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί παραπέμποντας για την απόρριψη αυτού σε όσα προεκτέθηκαν κατά την εξέταση του πρώτου λόγου, πέραν αυτών δε, το Συμβούλιο με ιδιαίτερη αιτιολογία έκρινε ότι δεν συντρέχει ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναβολής (βλ. σελίδα 38).

Με τον τρίτο λόγο ο εκκαλών παραπονείται επειδή το Συμβούλιο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 περ.ζ' του ως άνω νόμου, αφού οι πράξεις που του αποδίδονται φέρονται τελεσθείσες και σε ελληνικό έδαφος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι: Ο Έλληνας δικαστής ως δικαστική αρχή εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οφείλει, εκτός των άλλων, να ερευνήσει αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και σε καταφατική περίπτωση να εκδώσει απορριπτική διάταξη και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής αρνήσεως του εντάλματος, η συνδρομή του οποίου παρέχει σ' αυτόν τη διακριτική εξουσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος (ΑΠ 1288/2014, ΑΠ 1449/2013, ΑΠ 616/2013). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι το θέμα της υποχρεωτικής και δυνητικής απαγορεύσεως του εντάλματος αποτέλεσε αντικείμενο διεξοδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 38, 39), αφού, σύμφωνα με αυτήν, εκτός των άλλων, το ένδικο ΕΕΣ δεν φέρει κανένα στοιχείο εξωεδαφικότητας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση του εκζητουμένου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των 220 ευρώ σε βάρος αυτού."

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς εκδίκαση η από 13-7-2018 έφεση του A... V... του V... κατά της υπ' αριθ.532/2018 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, περί εκτέλεσης του αναφερόμενου σ' αυτή Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Γαλλικών δικαστικών αρχών.

Ι. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υποβλήθηκαν τα παρακάτω αιτήματα, επί των οποίων λεκτέα τα ακόλουθα: 1Ο) Επί των αιτημάτων αναβολής: Κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ "1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. ...".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 236 Α' ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 Ν. 4236/2014, "1. Στους υπόπτους ή στους κατηγορούμενους που δεν κατανοούν τη γλώσσα της ποινικής διαδικασίας παρέχεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος γραπτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων ή χωρίων εγγράφων της διαδικασίας. Τα ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σχετική με την κατηγορία.

Οι κατηγορούμενοι ή οι συνήγοροί τους δύνανται να υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα για το χαρακτηρισμό εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ως ουσιωδών. Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι δεν έχουν δικαίωμα σε μετάφραση χωρίων ουσιωδών εγγράφων τα οποία δεν συμβάλλουν στην κατανόηση εκ μέρους τους του περιεχομένου της εναντίον τους κατηγορίας. 2.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις η έγγραφη μετάφραση μπορεί να αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση ή προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων". Περαιτέρω, στις διατάξεις του Ν. 3251/2004, που ακολούθησε τη συνυπογραφή από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2002/584/ΔΕΥ απόφασης πλαίσιο της 13ης Ιουνίου 2002 και, ειδικότερα, σ' αυτές των άρθρων 18 και 22 του άνω νόμου και σ' εκείνες των άρθρων 448, 450 και 451 ΚΠοινΔ αποτυπώνεται, ότι η τηρούμενη διαδικασία για την έκδοση απόφασης σχετικά με την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.

φέρει "επείγοντα" χαρακτήρα και συνεπώς, αποφαινόμενος ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο, ακολουθεί, ως φέρουσα στοιχεία επείγοντος χαρακτήρα, την ενώπιον του Συμβουλίου (Εφετών) διαδικασία, όπως αυτή προδιαγράφεται στις διατάξεις των άρθρων 305-319 ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη δημόσιας συνεδρίασης του Συμβουλίου.

Η επιλογή της δημόσιας συνεδρίασης, για λόγους δημοσιότητας της όλης διαδικασίας, δεν επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή στην επιλογή των δικονομικών κανόνων που διέπουν την ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασία και υποκατάστασή τους από τους διέποντες την ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασία (άρθρα 320-408 ΚΠοινΔ).

Το Συμβούλιο, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 450 παρ. 1 α' ΚΠοινΔ, που αποτελεί ειδικότερη διάταξη εφαρμοζόμενη στη συγκεκριμένη διαδικασία, συνεδριάζει δημόσια μόνο για να εξεταστεί ο συλληφθείς, αν εμφανίστηκε και για να αγορεύσει ο εισαγγελέας και εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση ή ο συνήγορός του (450 παρ. 1 α' ΚΠοινΔ).

Σε περίπτωση που ο Έλληνας νομοθέτης ήθελε να παραβλέψει τον επείγοντα χαρακτήρα της εν λόγω διαδικασίας και να καθορίσει τη δικονομική τάξη της διαδικασίας αυτής κατά το πρότυπο των διατάξεων των άρθρων 320-408 ΚΠοινΔ δεν θα επέλεγε ως αρμόδιο όργανο το Συμβούλιο Εφετών αλλά το ίδιο το Εφετείο σε τριμελή σύνθεση.

Εν προκειμένω, τα αιτήματα για αναβολή της συζήτησης της παρούσας υπόθεσης, κατά τη διαδικασία εκδίκασης αυτής, που αφορά έφεση που στρέφεται κατά απόφασης διατάσσουσας την εκτέλεση Ε.Ε.Σ. και δικάζεται σε διαδικασία Συμβουλίου, κατά την οποία επιβάλλεται ο περιορισμός της έρευνας μόνον στους λόγους έφεσης που αναφέρονται στην τυπική νομιμότητα του Ε.Ε.Σ.

και η ταχεία έκδοση της απόφασης, εφόσον υποβάλλονται επί τω τέλει ολοκλήρωσης της διεξαγωγής πράξεων, η διεκπεραίωση των οποίων έχει αναληφθεί από άλλες αρχές και άντλησης στοιχείων προς συσχέτιση με ήδη υφιστάμενα, είναι απορριπτέα, καθόσον το Ε.Ε.Σ είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο παντός άλλου και ως εκ τούτου εξετάζεται διακριτά, πέραν δε τούτου, αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί η εξέταση της έφεσης που έκρινε ότι πρέπει να εκτελεστεί το ένδικο Ε.Ε.Σ.

Κατά συνέπεια, το αίτημα αναβολής της υπόθεσης μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία δικαστικής συνδρομής, που αναφέρεται σε τρεις διαφορετικές εντολές έρευνας για τον εκκαλούντα, προερχόμενες από την Ανακρίτρια των Παρισίων, που εξέδωσε και το σχετικό εθνικό ένταλμα σύλληψης αυτού, διαβιβασθείσες από το μήνα Ιούλιο έως το μήνα Σεπτέμβριο 2018 και εκκρεμούσες ενώπιον της Α' Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον εκφεύγει του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας.

Το αίτημα αναβολής, για να επιτευχθεί η λήψη αντιγράφων και πειστηρίων που προέρχονται από την άνω διεξαγόμενη σε σχέση με τον εκκαλούντα διαδικασία, δεν είναι παραδεκτό, διότι δεν αφορά την παρούσα κατ' έφεση δίκη. Ομοίως, το αίτημα αναβολής λόγω αδυναμίας του εκκαλούντος να ανταποκριθεί στις προσκλήσεις για εμφάνιση ενώπιον της Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης δεν είναι παραδεκτό, όχι μόνον διότι οι προσκλήσεις δεν αφορούν την παρούσα δίκη και δεν δύνανται να αποτελέσουν θεμέλιο για χορήγησή της, αλλά και διότι η ανταπόκριση στις προσκλήσεις δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη διαδικασία συζήτησης της υπό κρίση έφεσης, η οποία φέρει επείγοντα χαρακτήρα.

Επίσης, το αίτημα αναβολής για αυτεπάγγελτη αναζήτηση και συλλογή περισσοτέρων αποδείξεων δεν δικαιολογείται από τη φύση και το χαρακτήρα της παρούσας διαδικασίας, χωρίς όμως ο ίδιος ο εκκαλών να στερείται της δικονομικής δυνατότητας προσκομιδής και υποβολής κατ' αυτήν περισσοτέρων στοιχείων. Επιπροσθέτως, τo αίτημα αναβολής, που υπέβαλε στο Συμβούλιο η συνήγορος του εκκαλούντος δηλώνοντας, ότι ως μέλος του Δ.Σ.Α δεν συμμετέχει σε δίκη σε δεύτερο βαθμό μετά από διακοπή και μάλιστα, όταν αυτή δεν έχει εκφωνηθεί και δεν έχει η υπόθεση εισέλθει στην ουσία της, στερείται νομίμου ερείσματος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι:

α) πρόκειται για συζήτηση έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, β) με αυτή προσβάλλεται απόφαση που έκρινε την τυπική νομιμότητα του επίδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, γ) η διεξαγόμενη σε Συμβούλιο διαδικασία απαιτεί κατά το Ν. 3251/2004 ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης, δ) ο μέχρι της υποβολής του αιτήματος χρόνος, που αφετηριάζετο μετά την εκφώνηση της υπόθεσης, είχε αναλωθεί προς συζήτηση υποβληθέντων από τον εκκαλούντα αιτημάτων και ε) το περί αναβολής αίτημα θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη επιβράδυνση και άσκοπη καθυστέρηση της παρούσας δίκης, καθώς και σε παρεμπόδιση της απρόσκοπτης, κατά τις σχετικές διατάξεις του ΚΠοινΔ και του Ν. 3251/2004, προόδου αυτής.

Επιπλέον, το αίτημα αναβολής για προσκομιδή του Εθνικού Εντάλματος Σύλληψης (με βάση το οποίο εκδόθηκε το υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης-Ε.Ε.Σ.) είναι απορριπτέο, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3251/2004, το Δικαστήριο ερευνά, κατά τον έλεγχο της τυπικής νομιμότητας του Ε.Ε.Σ., αν υπάρχουν τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία και από την επισκόπηση του ένδικου Ε.Ε.Σ.

προκύπτει η αναφορά σ' αυτό του Εθνικού Εντάλματος Σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε στις 15-6-2018, ενόψει ποινικής δίωξης κατά του εκκαλούντος, από την Marine Fontagne, ανακρίτρια του Πρωτοδικείου των Παρισίων. Η κατά τα άνω παροχή πληροφοριών στο Ε.Ε.Σ. για την ύπαρξη Εθνικού Εντάλματος Σύλληψης είναι αρκετή για την πρόοδο της παρούσας δίκης χωρίς να απαιτείται η προσκομιδή και μετάφραση του τελευταίου αφού μόνο το Ε.Ε.Σ.

εκτελείται εν προκειμένω και ως προς αυτό κρίνεται η συνδρομή των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων εκτέλεσής του και όχι το εθνικό, τυχόν ακυρότητες ή πλημμέλειες του οποίου, όταν προταθούν από τον εκζητούμενο, κρίνονται από τις Αρχές του Κράτους έκδοσής του (εθνικού εντάλματος). Επίσης, το αίτημα αναβολής για πραγματοποίηση γραπτών μεταφράσεων των αναφερόμενων στα πρακτικά εγγράφων είναι απαράδεκτο, διότι, εκτός του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έχουν διερμηνευθεί προφορικώς στον εκκαλούντα όλα τα αναγνωσθέντα πρωτοδίκως και σχετιζόμενα με την παρούσα δίκη έγγραφα, τούτο δεν δικαιολογείται από την τηρούμενη διαδικασία για την έκδοση απόφασης σχετικά με την εκτέλεση του ένδικου Ε.Ε.Σ., που φέρει "επείγοντα" χαρακτήρα και κατά συνέπεια οποιαδήποτε μετάφραση είναι επιτρεπτό κατά το νόμο και ενδείκνυται να γίνει προφορικά.

Επισημαίνεται, ότι, στα πλαίσια της παρούσας δίκης, στις 17-10-2018 διακόπηκε η εκδίκαση της υπόθεσης για τις 22-10-2018 με σκοπό την πληρέστερη ενημέρωση του εκκαλούντος, διευκόλυνση της επικοινωνίας αυτού με τη συνήγορό του, καθώς και την προφορική, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της τηρούμενης διαδικασίας, διερμήνευση όλων των αναφερθέντων από τη συνήγορό του εγγράφων, ανεξαρτήτως του ότι τα ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας μεταφράστηκαν και εγγράφως στη μητρική γλώσσα του εκκαλούντος και εισήχθησαν στη δικογραφία, κατόπιν σχετικού αιτήματος του ιδίου και έκδοσης προς τούτο παρεμπίπτουσας αναβλητικής απόφασης, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, οπότε του παρασχέθηκε πλήρως η δυνατότητα να λάβει γνώση των εγγράφων τούτων και να ασκήσει ακωλύτως τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. 2ο) To αίτημα για επανάληψη της διερμηνείας της εισαγγελικής πρότασης, με την οποία προτάθηκε η απόρριψη της έφεσης και η εκτέλεση του ένδικου Ε.Ε.Σ., είναι απορριπτέο, ως καταχρηστικώς υποβληθένα, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η επικαλούμενη από τη συνήγορο του εκκαλούντος αδυναμία παρακολούθησης της εισαγγελικής αγόρευσης, την οποία παρακολούθησαν και κατανόησαν οι λοιποί παράγοντες της δίκης και καταχωρήθηκε από τη Γραμματέα της έδρας στα εν λόγω πρακτικά, και αληθής υποτιθέμενη, οφείλετο στο γεγονός, ότι η τελευταία είχε επικεντρώσει και εστιάσει την προσοχή της στη διατύπωση διαδικαστικών αντιρρήσεων ως προς το χρόνο ανάπτυξης της εισαγγελικής πρότασης χωρίς να έχει παρασχεθεί σ' αυτή ο λόγος από τη διευθύνουσα τη διαδικασία και αποδίδεται δε σε δική της αντιδικονομική συμπεριφορά. 3ο) Σχετικά με τα υποβληθέντα σε διαφορετικούς χρόνους αιτήματα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία, λεκτέα τα ακόλουθα.

Το άρθρο 142 Α' του ΚΠοινΔ [που προστέθηκε με το άρθρο 9 Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17.6.2005)] προβλέπει την τήρηση πρακτικών με φωνοληψία και στην παρ. 1 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 33 Ν. 4055/2012, ΦΕΚ A' 51/12.3.2012 με έναρξη ισχύος από τον Απρίλιο 2012) ορίζει: "1. Ενώπιον των δικαστηρίων, με εξαίρεση το πταισματοδικείο, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία" ενώ στην παρ. 2 ορίζεται: "2.

Η φωνοληπτική τήρηση των πρακτικών γίνεται από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και υπό τις οδηγίες του Δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση με μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση ή άλλες τεχνικές φωνοληψίας που διενεργούνται με τη χρήση κατάλληλων μηχανικών μέσων και, εφόσον παρίσταται αναγκαίο, με τη συνδρομή βοηθητικού προσωπικού".

Από την γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει, ότι η τήρηση πρακτικών με φωνοληψία, σε όλες τις υποθέσεις πλημμεληματικού και κακουργηματικού χαρακτήρα, είναι δυνητική και εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η δε παραβίαση της διάταξης αυτής ουδεμία δικονομική κύρωση συνεπάγεται και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε σχετικό αίτημα.

Εξάλλου, ναι μεν από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η μαγνητοφώνηση των πρακτικών τέθηκε για τη διασφάλιση της ακριβούς απόδοσης των συμβαινόντων στο ακροατήριο μιας ποινικής για πλημμέλημα ή κακούργημα δίκης, ώστε να ελέγχεται καλύτερα η απόφαση από τα ανώτερα δικαστήρια, πλην όμως καθίσταται σαφές από την άνω διάταξη της παρ. 1, ότι για την εφαρμογή της πρέπει να υπάρχει η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή και ο γραμματέας του Δικαστηρίου να έχει γνώσεις τήρησης πρακτικών με αυτό τον τρόπο.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών εκζητούμενος, με τις υποβληθείσες προφορικώς αιτήσεις του, ζήτησε να εφαρμοσθεί στην παρούσα, κατ' έφεση δίκη, το σύστημα τήρησης των πρακτικών με φωνοληψία. Ωστόσο το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στον Άρειο Πάγο δεν υπάρχει η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, λειτουργία δε τέτοιας εγκατάστασης απαιτεί αρκετό χρόνο σε σχέση με τις βραχείες προθεσμίες διεξαγωγής της παρούσας δίκης και επιπλέον η γραμματέας του Δικαστηρίου, που είναι έμπειρη και ικανή να ανταποκριθεί στο βάρος των καθηκόντων της κατά το συνήθη μέχρι σήμερα τρόπο, δεν έχει γνώσεις τήρησης πρακτικών με φωνοληψία, με συνέπεια να καθίσταται αντικειμενικώς αδύνατη η φωνοληπτική τους τήρηση.

Ομοίως απορριπτέο είναι και το αίτημα ανάκλησης, κατ' άρθρο 548 ΚΠοινΔ, της προηγούμενης παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα τήρησης των πρακτικών με φωνοληψία, του Δικαστηρίου εμμένοντος στην τελευταία απόφαση για τους προαναφερθέντες λόγους. 4ο) Το αίτημα για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του εκκαλούντος προβάλλεται από τον τελευταίο αλυσιτελώς, καθόσον δεν υφίσταται πεδίο καταπάτησής τους, εφόσον το παρόν Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει μόνο τα στοιχεία της τυπικής νομιμότητας του ένδικου Ε.Ε.Σ.

και δεν ασχολείται με τη βασιμότητα της κατηγορίας. Οι παρεμβάσεις της Προέδρου του Δικαστηρίου έγιναν στα πλαίσια της διεύθυνσης της διαδικασίας, ανάγονταν στα μέτρα τήρησης της τάξης στο ακροατήριο και κινήθηκαν στα πλαίσια της προσπάθειας ευπρεπούς διεξαγωγής της δίκης. Οι γενόμενες επισημάνσεις απέβλεπαν στην κατανόηση από τον εκκαλούντα του επείγοντος χαρακτήρα της διαδικασίας χωρίς οποιαδήποτε άλλη αιτίαση κατά του προσώπου του.

Η κλήση προς τον εκκαλούντα να τοποθετηθεί επί της ασκηθείσας έφεσης, είχε την έννοια της προφορικής έκθεσης των διατυπωμένων με αυτή λόγων - παραπόνων στα πλαίσια της προβλεπόμενης εξέτασής του από το Δικαστήριο (κατ' άρθρ. 450 παρ.1, 451 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδ. με άρθρ.22 Ν.3251/2004) και δεν ενείχε συμπεριφορά μομφής για την άσκηση του ένδικου μέσου. 5ο) Τα αιτήματα που διαλαμβάνονται σ' αμφότερα τα, καταχωρηθέντα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, έχοντα ημερομηνία 19-11-2018 έγγραφα, που τιτλοφορούνται "δηλώσεις, ισχυρισμοί και αιτήματα" και "δηλώσεις και αίτημα", αντίστοιχα, είναι απαράδεκτα, καθόσον δεν διατυπώθηκαν σχετικοί με αυτά λόγοι έφεσης.

Επιπροσθέτως, δεν είναι βάσιμα τα αιτήματα αναβολής με σκοπό τη νέα μετάφραση των εγγράφων της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δεν προέκυψε τέτοια ανάγκη. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, τα βασικά έγγραφα, που αποτελούν το ένδικο Ε.Ε.Σ και η προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση, μετά τις παρεμπίπτουσες υπ' αριθμούς 1439/2018 και 1511/2018 αναβλητικές αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, εισήχθησαν στη δικογραφία, αφού μεταφράστηκαν στη μητρική γλώσσα του εκκαλούντος και ακολούθησε διακοπή της δίκης με σκοπό την επικοινωνία και τη διευκόλυνση της πληρέστερης ενημέρωσης του εκκαλούντος από τη συνήγορό του και για αυτά.

Οι άνω μεταφράσεις διενεργήθηκαν και υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο κατά νόμο και είναι έγκυρες, υφίστατο δε η δυνατότητα επιβεβαίωσης ή διάψευσης του περιεχομένου τους μέσω του προσώπου του διερμηνέα, που ήταν επιλογής του εκκαλούντος και παρείχε εργασία διερμηνείας στο ακροατήριο και κατά τον χρόνο της διακοπής της συνεδρίασης του Δικαστηρίου.

Η τελευταία παρασχέθηκε για να υπάρξει επικοινωνία και ενημέρωση του τελευταίου από τη συνήγορο του και για να διερμηνευθούν εκ νέου, προφορικώς, τα βασικά έγγραφα των ως άνω παρεμπιπτουσών αποφάσεων, καθώς και τα λοιπά έγγραφα της προσβαλλόμενης απόφασης. Η τυχόν έλλειψη υπογραφής στη μετάφραση ή άλλων προσδιοριστικών στοιχείων δεν παράγει κατά νόμο ακυρότητα, αφού εκείνο που εξετάζεται είναι, αν με τη διεξαχθείσα μετάφραση ικανοποιείται ο διωκόμενος σκοπός και αυτός είναι η γραπτή πληροφόρηση του έχοντος έννομο συμφέρον ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, προκειμένου στη συνέχεια, αντιλαμβανόμενος τούτο, να μπορέσει να ασκήσει τα παρεχόμενα σ' αυτόν έννομα δικαιώματα.

Ανεξαρτήτως αυτών, σχετικά με τα λοιπά αναφερόμενα στις παραπάνω δηλώσεις αλλά και αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 12 αυτής) έγγραφα, όπως προκύπτει από τον εκεί προσδιορισμό της ταυτότητάς τους, ανακοινώθηκαν σ' αυτόν από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου και του διερμηνεύθηκαν στη διάρκεια της πρωτοβάθμιας διαδικασίας, ουδεμία δε αιτίαση διαλήφθηκε σχετικώς στο δικόγραφο της ένδικης έφεσης. 6Ο) Κατά το άρθρο 338 του ΚΠΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, που είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει, ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις, ότι είναι πλαστό, αναβάλλει, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του, τη δίκη, ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία.

Διαφορετικά, αποκρούει τον ισχυρισμό και χωρεί στην έκδοση της απόφασης για την κυρία υπόθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εκκαλών, κατά την παρούσα διαδικασία σε συμβούλιο, πρόβαλε ένσταση πλαστότητας του ένδικου Ε.Ε.Σ. υπό την έννοια της αμφισβήτησης της γνησιότητας αυτού ως δικαστικού εγγράφου νομίμως εκδοθέντος, διότι δεν πιστοποιείται από κάποιο έγγραφο ή ομολογία ή διαβεβαίωση ή βεβαίωση των Γαλλικών δικαστικών Αρχών, ότι το έγγραφο αυτό έχει εκδοθεί νόμιμα, ενώ δεν υπάρχει στη δικογραφία το αναγκαίο έγγραφο εσωτερικής έννομης τάξης, δηλαδή το εθνικό ένταλμα σύλληψης.

Ο εν λόγω ισχυρισμός, που δεν αποτέλεσε λόγο έφεσης, προβαλλόμενος, κατ' αρνητικό τρόπο, χωρίς να θεμελιώνεται θετικά σε μάρτυρες και έγγραφα, είναι απαράδεκτος. Επιπροσθέτως, με δεδομένο, ότι το ένδικο Ε.Ε.Σ. περιήλθε νομίμως στις αρμόδιες Ελληνικές δικαστικές Αρχές από τις αντίστοιχες Γαλλικές και γίνεται αναφορά σ' αυτό του Εθνικού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε στις 15-6-2018 από την Marine Fontagne ανακρίτρια του Πρωτοδικείου των Παρισίων, ο παραπάνω ισχυρισμός θεμελιώνεται επί ανακριβούς και εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΙI. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στηρίζεται στις αρχές της αμφίπλευρης αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με αυτό εισάγεται μία απλουστευμένη διασυνοριακή δικαστική διαδικασία παράδοσης προς τον σκοπό της άσκησης δίωξης ή της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας.

Το ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί από δικαστική αρχή κράτους μέλους της Ε.Ε. ισχύει σε ολόκληρη την επικράτεια της Ε.Ε. Προηγήθηκε η 2002/584/ΔΕΥ: Απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών. Στην τελευταία, που συνυπέγραψε η Ελλάδα, εκφραζόταν και αποτυπωνόταν η βούληση των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής κατά του εγκλήματος, να εναρμονίσουν τη νομοθεσία τους και να συντονίσουν τη δράση τους προς αυτή την κατεύθυνση.

Με το Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ" η Ελλάδα στοιχείται προς την πολιτική της δέσμευση, που απέρρεε από την άνω Απόφαση - πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 του παραπάνω νόμου αλλά και της αντίστοιχης του Γενικών Αρχών του 1ου Κεφαλαίου της απόφασης-πλαίσιο προκύπτει, ότι το Ε.Ε.Σ.

αποτελεί απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας, με την επιφύλαξη πάντοτε της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο προοίμιο της απόφασης - πλαίσιο και γίνονται αποδεκτά στις γενικές παρατηρήσεις - στόχους της αιτιολογικής έκθεσης του Ν. 3251/2004, "(5) Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών.

Η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης.

Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. (6) Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο προβλέπει η παρούσα απόφαση - πλαίσιο αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηρισθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως "ακρογωνιαίος λίθος" της δικαστικής συνεργασίας. ...(10) Ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών.

Η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνον στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία διαπιστώνεται από το Συμβούλιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 της εν λόγω συνθήκης με τις συνέπειες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου. ...(12) Η παρούσα απόφαση - πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εκφράζονται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ...

Καμία από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης - πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να απαγορεύει την άρνηση παράδοσης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εφόσον αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους. (13) Κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. ...".

Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίο οφείλει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.

Το τελευταίο, που μπορεί να αφορά σε περισσότερα εγκλήματα, μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Η χρήση στον κατάλογο διαφορετικών σημείων για τη μνεία του εντάλματος σύλληψης της δικαστικής αρχής του κράτους μέλους έκδοσης του Ε.Ε.Σ.

και άλλων σημείων για τη φύση και νομικό χαρακτηρισμό του αποδιδόμενου εγκλήματος και την περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτού καθιστά υποχρεωτική τη μνεία, κατ' αριθμό και χρόνο έκδοσης, μόνον του εσωτερικού, αρχικού εντάλματος σύλληψης, χωρίς να απαιτείται πλήρης ταύτιση του περιεχομένου του με την απαιτούμενη στο Ε.Ε.Σ περιγραφή.

Με τη δικαστικοποίηση της διαδικασίας παράδοσης προσώπου σε δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους, την εγκατάλειψη του κανόνα της μη έκδοσης των ημεδαπών, τη μερική αποκήρυξη του δόγματος του διττού αξιοποίνου και τη δημιουργία συστήματος αυτόματης αναγνώρισης των εθνικών ενταλμάτων σύλληψης, τα οποία μπορούν, ως εκ τούτου, να κυκλοφορούν ελεύθερα στο σύνολο του ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου, κατέστη ήδη αδιαμφισβήτητη η αρχή της "χειραφέτησης" του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από το παραδοσιακό σχήμα της έκδοσης.

Στο πλαίσιο αυτό η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης, που αποφασίζει σχετικά με την παράδοση του εκζητουμένου, πρέπει, κατ' αρχήν, να αρκείται στο περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ. και μόνον, όταν ανακύπτουν σοβαρά προβλήματα κατανόησης της αποδιδόμενης στον εκζητούμενο πράξης, να καταφεύγει στην προβλεπόμενη από την απόφαση - πλαίσιο διαδικασία παροχής περισσότερων πληροφοριών.

Στη συνέχεια, από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 3251/2004 προκύπτει, ότι "1. Αρμόδια δικαστική αρχή για την παραλαβή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, τη σύλληψη και κράτηση του εκζητουμένου, την εισαγωγή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστικό όργανο και την εκτέλεση της απόφασης για την προσαγωγή ή μη του εκζητουμένου είναι:

α) ο εισαγγελέας εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ο εκζητούμενος, β) ο εισαγγελέας εφετών Αθηνών, στην περίπτωση που είναι άγνωστη η διαμονή του εκζητουμένου. Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου, είναι οι πράξεις, για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και, αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.

Το ένταλμα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του αυτού νόμου, εκτελείται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του νόμου τούτου, εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών.

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αξιόποινες πράξεις, που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, ειδικότερα δε, μεταξύ άλλων, και για τις κακουργηματικές πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της εκβίασης (στοιχεία α', θ' και κα' της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 3251/2004).

Μολονότι στην προηγηθείσα διάταξη του παραπάνω νόμου δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι νομοτυπικές μορφές των εκεί εγκλημάτων και δεν εμφανίζονται αυτές με τρόπο όμοιο ή ανάλογο με εκείνο που καταγράφονται στον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, γίνεται δεκτό, ότι στις περιγραφές αυτές περιλαμβάνονται όλες οι ειδικότερες τυποποιήσεις της αντικειμενικής υπόστασης των εν λόγω εγκλημάτων και της μορφής συμμετοχής του εκζητούμενου σ' αυτές.

Επίσης, στο άρθρο 12 του άνω Νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 παρ. 7 περ. α' της άνω απόφασης - πλαίσιο ορίζεται, ότι "Η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: "7.

όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης αφορά αξιόποινες πράξεις οι οποίες: α) κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης θεωρούνται ότι διεπράχθησαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφός του κράτους εκτέλεσης ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο* ...". Με αυτόν τον τρόπο έκφρασης η απόφαση - πλαίσιο ανήγαγε το συγκεκριμένο λόγο ως προαιρετικό μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Όμως, κατά την εισαγωγή της παραπάνω απόφασης - πλαίσιο στην ελληνική έννομη τάξη, με τον νόμο 3251/2004, στο άρθρο 11 περ. ζ' υποπ. ί αυτού ο παραπάνω λόγος διατυπώθηκε ως απαγορευτικός με την εξής διατύπωση: "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: ....

ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: ι) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή ιι) ...". Τέλος, κατά το άρθρ.5 παρ.3 Π.Κ. "όταν η πράξη τελείται μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας, τόπος τέλεσης θεωρείται και η ελληνική επικράτεια, εφόσον στο έδαφός της παρέχεται πρόσβαση στα συγκεκριμένα μέσα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η διατυπούμενη από το άρθρ. 11 περ.ζ' υποπ. ι' του Ν.3251/2004 απαγόρευση έχει την έννοια του αποκλεισμού της εκτέλεσης του εντάλματος, μόνον, όταν το έγκλημα έχει τελεστεί εξαιρετικά εντός του Ελληνικού εδάφους και όχι στο έδαφος της χώρας έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Η παράλληλη τέλεση του εγκλήματος και στην τελευταία καθιστά την εκτέλεση του εντάλματος δυνητική. Και τούτο, διότι στις περιπτώσεις διάπραξης εγκλήματος αποκλειστικά στην Ελλάδα διευκολύνεται η συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού στην ημεδαπή και εξασφαλίζεται ορθότερη απονομή δικαιοσύνης, λόγοι που δικαιολογούν την άρνηση της εκτέλεσης.

Σε εγκλήματα, όμως, που - κατά πλάσμα δικαίου - θεωρούνται ότι τελέστηκαν και στην ελληνική επικράτεια (όπως συμβαίνει με εκείνα που τελούνται μέσω διαδικτύου), χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε σύνδεση με αυτή, ώστε να εφαρμοστεί η αρχή της εδαφικότητας, η άρνηση προσαγωγής του εκζητουμένου στις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος, ήτοι στο ευρωπαϊκό κράτος, όπου επήλθαν οι συνέπειες της εγκληματικής του συμπεριφοράς και υφίστανται ζημιωμένα από αυτόν πρόσωπα, αντιτίθεται, αντιμάχεται και αντιστρατεύεται στις αρχές της εμπιστοσύνης και της αλληλεγγύης, που διέπουν το νομικό θεσμό του Ε.Ε.Σ και σε περίπτωση που δεν θα ασκηθεί, ελλείψει στοιχείων, ποινική δίωξη στην Ελλάδα, η απόρριψη και απόκρουση της εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος θα κατέληγε στο άτοπο και νομικά παράδοξο αποτέλεσμα, να ακυρώνεται η βασική δικαϊκή αρχή της καταστολής της εγκληματικότητας και να παραμένουν ακαταδίωκτα και ατιμώρητα ακόμη και διεθνούς εμβέλειας εγκλήματα.

Άλλωστε, η πολυπλοκότητα των νέων μορφών εγκληματικής δραστηριότητας συνδυαζόμενη με την άνθιση των τηλεπικοινωνιών, την ευκολία πρόσβασης στον "παγκόσμιο ιστό" (internet) και την ελευθερία κίνησης προσώπων και κεφαλαίων, που ισχύει στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκολύνει την τοπική σύνδεση των νέων αυτών μορφών εγκληματικότητας με πολλές διαφορετικές έννομες τάξεις, όπως αυτές των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η προσήλωση, αποδοχή και υιοθέτηση αυστηρής γραμματικής ερμηνείας της διάταξης του προαναφερθέντος άρθρου θα ακύρωνε οποιοδήποτε εγκληματικό έλεγχο και θα απέτρεπε την ποινική δίωξη του εκζητουμένου, καθώς και την επιβολή σ' αυτόν ποινικής κύρωσης σε περίπτωση επιβεβαίωσης της εγκληματικής του συμπεριφοράς και παράλληλα θα προσέφερε στον εκζητούμενο μέσο για την εκ μέρους του επιλογή της έννομης τάξης και του δικαστηρίου που θα καλούνταν να δικάσει την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη.

Έτσι από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει, ότι με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα, που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 3 και 18 του Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κλπ" προκύπτει, ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται.

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 3251/2004 προκύπτει, ότι κατά της προαναφερόμενης οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών είναι επιτρεπτή η άσκηση έφεσης από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο μετά από κλήτευση του εκζητουμένου.

Κατά τους ορισμούς της τελευταίας αυτής διάταξης, για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών. Στη συνέχεια, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης, που διατυπώνονται στη συντασσόμενη συναφώς, κατά το άρθρ. 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., έκθεση έφεσης.

Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της έφεσης ενώπιον του αρμόδιου, κατ' άρθρ. 451 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. (στο οποίο παραπέμπει το άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3251/2004), τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί έκδοσης αλλοδαπού ή περί εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης απόφασης του συμβουλίου εφετών. Περαιτέρω, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού της ταχείας περάτωσης της διαδικασίας της απόφασης για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ο τρόπος της άσκησης της έφεσης ενώπιον του γραμματέα εφετών, που προβλέπεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

τελευταίο Ν. 3251/2004, είναι αποκλειστικός και δεν έχει εφαρμογή η γενική διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., που προβλέπει την άσκηση έφεσης και με δήλωση ενώπιον του διευθυντή των φυλακών, όπου κρατείται ο εκζητούμενος.

Συνεπώς, η υπ' αριθμό 12/13-7-2018 έφεση του εκζητουμένου από τις δικαστικές αρχές της Γαλλίας υπηκόου της Ρωσικής Ομοσπονδίας (όν.) A... (επ.) V... του V... και της V..., που γεννήθηκε στις 16-08-1979 στην πόλη ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., κατά της υπ' αριθμό 532/13-7-2018 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφασίστηκε η κατ' αυτού εκτέλεση του αναφερόμενου σ' αυτή ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ασκήθηκε, ενώπιον του Γραμματέα του άνω Συμβουλίου, νομοτύπως και εμπροθέσμως. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου σε δημόσια συνεδρίαση.

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την ενώπιον του Συμβουλίου κατάθεση του προταθέντος από τον εκκαλούντα και εξετασθέντος, μέσω διερμηνέα, μάρτυρα, Τ. Μ., η οποία, περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη, ανεξάρτητα από την όρκισή του ή μη, αφού η παράλειψη της όρκισης δεν προβλέπεται με ποινή ακυρότητας, και από όλα τα έγγραφα, τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία και όσα προσκομίσθηκαν από τον ίδιο και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ δε τούτων και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκκαλών - εκζητούμενος, μέσω διερμηνέα, ενώπιον του Συμβουλίου, κατά την εξέτασή του από αυτό, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και αυτών που η συνήγορός του ανέπτυξε προφορικά και εξέθεσε γραπτώς με το κατατεθέν υπόμνημά της, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με το υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου 1635100673 από 15/06/2018 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας επί τη βάσει του από 15/6/2018 εντάλματος σύλληψης της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας, συνοδευόμενο από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, ζητείται από τις Αρχές της Ελλάδος η παράδοση στις Γαλλικές δικαστικές Αρχές του υπηκόου της Ρωσικής Ομοσπονδίας (όν.) A... (επ.) V...

του V... και της V..., που γεννήθηκε στις 16-08-.. στην πόλη ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικασθεί για: α) υπεξαίρεση από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 312-1, 312-6, 312-13, 312-14, 132-71, 131-26-2 του Γαλλικού ΠΚ, β) απόπειρα υπεξαίρεσης από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 121-5, 312-1, 312-6, 312-9, 312-13, 312-14, 132-71, 131-26-2 του Γαλλικού ΠΚ, γ) Ξέπλυμα χρήματος από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 324-1, 324-2, 324-3, 324-7, 324-8, 132-71 του Γαλλικού ΠΚ, δ) συμμετοχή σε οργάνωση κακοποιών ενόψει παρασκευής εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 450-1, 450-3, 450-5 του Γαλλικού Π.Κ., ε) δόλια πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, στ) δόλια πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-4-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, ζ) δόλια κατακράτηση όλου ή μέρους συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, η) δόλια κατακράτηση όλου ή μέρους συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, θ) δόλια εισαγωγή δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, ι) δόλια εισαγωγή δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα του Γαλλικού ΠΚ, ια) δόλια τροποποίηση δεδομένων πού περιέχονταν σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, ιβ) δόλια τροποποίηση δεδομένων που περιέχονταν σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο, ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, ιγ) παρεμπόδιση λειτουργίας συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ, ιδ) παρεμπόδιση λειτουργίας συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 323-1, 323-2, 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7 του Γαλλικού ΠΚ.

Οι ανωτέρω πράξεις έχουν αξιόποινο χαρακτήρα όχι μόνον κατά τη Γαλλική, ως άνω, αλλά και κατά την Ελληνική Νομοθεσία, αφού προσομοιάζουν προς τις πράξεις: α) της εγκληματικής οργάνωσης (συγκρότησης - ένταξης) - άρθρ. 187 παρ. 1 Π.Κ., β) εκβίασης κατά συναυτουργία κατά συρροή, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια - άρθρ. 13 στ, 45, 94 παρ. 1, 98, 385 παρ.

ιγ' Π.Κ., γ) απάτης με υπολογιστή κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 € - άρθρ. 13 στ', 45, 94 παρ. 1, 98, 386 Α' σε συνδ. με άρθρ. 386 παρ. 3α' και β' Π.Κ., δ) παραβίασης προσωπικών δεδομένων με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους κατ' εξακολούθηση - 'αρθρ. 22 παρ. 4 και 6 Ν. 2472/1997 και 98 Π.Κ.

και ε) νομιμοποίησης εσόδων που πηγάζουν από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης - 'αρθρ. 98 Π.Κ. και 3 στοιχ. α', ζ', κ', 45 παρ.1α, γ' Ν. 3691/2008). Το επίδικο Ε.Ε.Σ. αφορά συνολικά 14 παραβάσεις (υπό 9 ποινικούς χαρακτηρισμούς). Οι περιστάσεις, υπό τις οποίες διαπράχθηκαν οι παραβάσεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο, περιλαμβανομένων του χρόνου, του τόπου και του βαθμού συμμετοχής αυτού, αναλύονται ως ακολούθως: "…..

σε κάθε περίπτωση επί του εθνικού εδάφους, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2016 και 14ης Ιουνίου 2018, και σε κάθε περίπτωση από χρόνου για τον οποίο δεν υφίσταται παραγραφή. Και περαιτέρω αναφέρεται, ότι "Από μηνός Φεβρουαρίου 2016, άρχισε, μέσω αποστολής ηλεκτρονικών μηνυμάτων, η μαζική διάδοση ενός κακόβουλου προγράμματος τύπου ιού - της - αστυνομίας (rancongiciel) ονόματι "...", ικανού να κρυπτογραφήσει προσωπικά και επαγγελματικά δεδομένα των θυμάτων του, εν αγνοία τους, ζητώντας από τα τελευταία την πληρωμή λύτρων σε κρυπτονόμισμα για την αποκρυπτογράφηση των δεδομένων τους και την αποκατάσταση της εμφάνισής τους.

Οι έρευνες που έγιναν για τον ιό - της - αστυνομίας "..." αποκάλυψαν ιδιαίτερα περίπλοκη και φροντισμένη λειτουργία, τόσο κατά την προετοιμασία των μηνυμάτων και των μολυσμένων με τον ... επισυνάψεων τους, όσο και κατά τη μαζική του διάδοση. Διαπιστώθηκε επίσης η ύπαρξη τακτικών βελτιωμένων εκδόσεων που επιβεβαίωναν την προφανή ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης στην πηγή αυτών των υπεξαιρέσεων.

Η ανάλυση των πληρωμών των λύτρων επέτρεπε να ανιχνευθούν τα bitcoin που είχαν καταβληθεί από τα θύματα και να ταυτοποιηθεί πλατφόρμα ανταλλαγής εικονικών νομισμάτων "..." ως κεντρικός παράγοντας της εν θέματι εγκληματικής οργάνωσης, στο μέτρο που φαινόταν να λαμβάνει το σύνολο των υπεξαιρημένων bitcoins) ήτοι 20643 bitcoins (άνω των 130 εκατομμυρίων ευρώ βάσει της ισοτιμίας του εικονικού νομίσματος) από 5.700 και πλέον θύματα παγκοσμίως και δη από Γάλλους.

Εκτός από την προετοιμασία των bitcoins που κατέβαλαν τα θύματα του ..., η σημασία της πλατφόρμας "..." μέσα στο όλο σύστημα που είχαν στήσει οι κυβερνοεγκληματίες φαίνεται μεγαλύτερη εκ του ότι εγγυάται την πλήρη ανωνυμοποίηση των χρηματικών ροών δημιουργώντας μιας χρήσης κώδικες με τους οποίους συνδέονται κώδικες "vouchers" που χρησιμοποίησαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης.

Στα πλαίσια της αυτόνομης σε σχέση με τη γαλλική έρευνά τους, οι αμερικανικές αρχές ταυτοποίησαν τον κ. A... V..., γεν. την 16η Αυγούστου στο K... ..., ως έναν από τους διαχειριστές της πλατφόρμας "...".Η εξέταση του A... V... αποδεικνύεται λοιπόν ουσιώδους σημασίας για τη συνέχιση της γαλλικής έρευνας, δεδομένου του κεντρικού ρόλου που είχε αυτή πλατφόρμα ανταλλαγής νομισμάτων με την οποία συνδέεται και η οποία εμφανίζεται ενεχόμενη στο ξέπλυμα των κεφαλαίων των υπεξαιρημένων εις βάρος περισσότερων από εκατό Γάλλων θυμάτων μέσω του ιού-της-αστυνομίας ....".

Ο εκζητούμενος δήλωσε, ότι δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του στο Κράτος έκδοσης του επίδικου εντάλματος σύλληψης (Γαλλία). Οι προαναφερόμενες πράξεις, για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού αυτού εντάλματος, προβλέπονται, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 312-1, 312-6, 312-13, 312-14, 132-71, 131-26-2, 121-5, 312-9, 324-1, 324-2, 324-3, 324-7, 324-8, 450-1, 450-3, 450-5, 323-1, 323-2r 323-3, 323-3-1, 323-5, 323-7, 323-4-1 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας έως είκοσι ετών.

Οι αξιόποινες πράξεις, κατά το ελληνικό δίκαιο: α) εγκληματική οργάνωση (συγκρότηση - ένταξη) άρθρ. 187 παρ.1 Π.Κ., β) εκβίαση κατά συναυτουργία κατά συρροή, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια - άρθρ. 13 στ', 45, 94 παρ.1, 98, 385 παρ. ιγ' Π.Κ., και γ) νομιμοποίηση εσόδων που πηγάζουν από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης - άρθρ. 98 Π.Κ.

και 3 στοιχ. α', ζ', κ', 45 παρ. 1α, γ' Ν. 3691/2008), περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων, για τις οποίες, κατά το άρθρο 10 αριθμός 2 περιπτώσεις α', θ' και κα' του Ν. 3251/2004, επιτρέπεται η εκτέλεση του εντάλματος χωρίς το διττό έλεγχο του αξιοποίνου, ενώ οι λοιπές (α) απάτη με υπολογιστή κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 € - άρθρα 13 στ', 45, 94 παρ. 1, 98, 386 Α' σε συνδ.

με αρθρ. 386 παρ. 3 α' και β' Π.Κ και β) παραβίαση προσωπικών δεδομένων με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους κατ' εξακολούθηση - άρθρα 22 παρ. 4 και 6 Ν. 2472/1997 και 98 Π.Κ.), κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους συνιστούν κακουργήματα. Έτσι, συντρέχουν οι κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ. 1 περ. α' του Ν. 3251/2004 προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου για την εκτέλεση του προαναφερόμενου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

Επίσης, το ένταλμα αυτό περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 στοιχεία και πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά το Ν. 3251/2004, δεδομένου ότι σε αυτό περιέχονται, τόσο το όνομα του εκδώσαντος τούτο Γάλλου Δικαστή, η διεύθυνση και το τηλέφωνο της αρμόδιας δικαστικής αρχής και πλήρης και σαφής μνεία των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο πράξεων και των ποινικών αλλοδαπών διατάξεων που τις προβλέπουν.

Εξάλλου, η περιεχόμενη στο ένδικο Ε.Ε.Σ. περιγραφή των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο πράξεων περιλαμβάνει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία, που επιτρέπουν στο παρόν Συμβούλιο να ελέγξει τη συνδρομή ή μη των λόγων άρνησης εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος και συνεπώς ο ισχυρισμός του εκκαλούντος εκζητουμένου για αοριστία του πρέπει να απορριφθεί.

Ομοίως, απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι συντρέχει λόγος αναβολής με σκοπό να ζητηθούν περισσότερες πληροφορίες από τις Γαλλικές Αρχές σχετικά με την περιγραφή των αποδιδόμενων στον εκζητούμενο πράξεων. Συναφώς προς τα ανωτέρω, οι διαλαμβανόμενοι στην ένδικη έκθεση έφεσης πρώτος και δεύτερος λόγοι αυτής, με τους οποίους ο εκκαλών εκζητούμενος παραπονείται αιτούμενος την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, με τον μεν πρώτο από αυτούς για έλλειψη των τυπικών στοιχείων του εντάλματος, αφού σ' αυτό, εκτός άλλων, δεν περιγράφεται η μορφή συμμετοχής αυτού στις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, με τον δε δεύτερο για μη επαρκή στοιχεία του εντάλματος, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτό τα στοιχεία των Γάλλων πολιτών κατά των οποίων εκδηλώθηκε η εγκληματική του συμπεριφορά και για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής κατ' άρθρο 19 του Ν. 3251/2004, για να ζητηθούν και προσκομιστούν από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές της Γαλλίας συμπληρωματικά στοιχεία, είναι απορριπτέοι, διότι, αναφορικά μεν με τον πρώτο λόγο, από την επισκόπηση του εντάλματος προκύπτει, ότι στο ένδικο Ε.Ε.Σ.

περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3251/2004 στοιχεία, ήτοι ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, μνεία του εντάλματος σύλληψης, φύση και νομικός χαρακτηρισμός των εγκλημάτων για την τέλεση των οποίων ζητείται η έκδοση, συνοπτική πλην σαφής περιγραφή περιστάσεων τέλεσης των εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις αξιόποινες πράξεις, ως αυτουργού - χωρίς να είναι αναγκαία η λεπτομερής εξειδίκευση αυτών, που μπορεί να γίνει από την αιτούσα την έκδοση αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης - ποινή που απειλείται, νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις και κατά συνέπεια, το ένδικο Ε.Ε.Σ.

πληροί τους όρους τυπικής νομιμότητας αυτού κατά το Ν. 3251/2004, σχετικά δε με το δεύτερο λόγο, ενόψει του ότι υφίστανται τα παραπάνω στοιχεία, το ένδικο Ε.Ε.Σ. δεν αποστερείται της τυπικής του νομιμότητας από την παράλειψη αναφοράς των ονομάτων των Γάλλων πολιτών που έπεσαν θύματα της εγκληματικής συμπεριφοράς του εκζητουμένου και, εφόσον κρίνεται, ότι δεν απαιτούνται συμπληρωματικά στοιχεία, καθόσον οι διαβιβασθείσες πληροφορίες υπήρξαν επαρκείς, δεν παρίσταται αναγκαία η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ' άρθρο 19 του Ν. 3251/2004.

Ο ισχυρισμός του εκζητουμένου, ότι δεν έχει καμία συμμετοχή στις πράξεις που του αποδίδουν οι Γαλλικές αρχές τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν συγχωρείται στο παρόν Δικαστικό Συμβούλιο του Κράτους που επιλαμβάνεται της έρευνας της σχετικής αίτησης να προβεί στην εξέταση της βασιμότητας της αποδιδόμενης στο εκζητούμενο κατηγορίας, ενώ η επίκληση προβλημάτων υγείας δεν παρέχει δυνατότητα άρνησης, καθόσον αυτά μπορούν να αντιμετωπιστούν, αν υπάρξει ανάγκη, στο αιτούν την έκδοση Κράτος (Γαλλία).

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εκκαλών εκζητούμενος παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 11 περ. ζ' του Ν. 3251/2004, καθόσον οι αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, ως εκ της τέλεσής τους μέσω διαδικτύου θεωρούνται ότι έχουν τελεστεί και στην ελληνική επικράτεια. Ως προς το λόγο αυτό λεκτέα τα ακόλουθα: 1) Από τη διατύπωση του ενδίκου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δεν προκύπτουν στοιχεία εξωεδαφικότητας για τη Γαλλία, ικανά να συνδέσουν τις αποδιδόμενες στον εκκαλούντα πράξεις αποκλειστικά με την Ελληνική επικράτεια. 2) Δεν υφίσταται ενεργής ποινική διαδικασία σε βάρος του εκζητουμένου στην Ελλάδα, ώστε να αναιρούνται και ακυρώνονται τα προαναφερόμενα. 3) Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εξεταζόμενος λόγος διαμορφώνεται ως προαιρετικός - δυνητικός λόγος απόκρουσης και όχι ως υποχρεωτικός και απόλυτος λόγος άρνησης εκτέλεσης του επίδικου Ε.Ε.Σ., διότι δεν υφίσταται αποκλειστική αλλά συντρέχουσα διεθνής δικαιοδοσία της Ελληνικής Πολιτείας, αφού τα εγκλήματα, κατά το ένδικο Ε.Ε.Σ., τελέσθηκαν και στη χώρα έκδοσης αυτού (Γαλλία), ενώ μόνο κατά πλάσμα δικαίου από το άρθρ.5 παρ.3 Π.Κ., θεωρούνται ότι διαπράχθηκαν και στην Ελληνική επικράτεια (χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση με την αρχή της εδαφικότητας), οπότε η άρνηση προσαγωγής του εκκαλούντος στις αρμόδιες αρχές του Γαλλικού Κράτους, που είναι το ευρωπαϊκό Κράτος έκδοσης του εντάλματος και εκείνο όπου επήλθαν οι συνέπειες της αποδιδόμενης σ' αυτόν εγκληματικής συμπεριφοράς και υφίστανται τα φερόμενα ως ζημιωμένα από αυτόν πρόσωπα, αντιπαρατίθεται και εναντιώνεται στις αρχές της εμπιστοσύνης και της αλληλεγγύης, που διέπουν το νομικό θεσμό του Ε.Ε.Σ.

και θα κατέληγε ανεπιτρέπτως, κατά τα προαναφερθέντα, στην ακύρωση της βασικής δικαϊκής αρχής της καταστολής της εγκληματικότητας.

Συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης και γι' αυτό το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεσή του, ορθά κατ' αποτέλεσμα έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν εκτίμησε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, οι προβαλλόμενοι, με την κρινόμενη έφεσή του, αντίθετοι ισχυρισμοί και οι συναφείς λόγοι έφεσης του εκκαλούντος - εκζητούμενου, ως προς όλα τους τα σκέλη, όπως και η έφεση αυτού στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠοινΔ), καθώς και στην πληρωμή των αναφερόμενων στα πρακτικά της παρούσας εξόδων, λόγω της απόρριψης των αιτήσεων εξαίρεσης μελών του Δικαστηρίου τούτου, που υποβλήθηκαν εκ μέρους του (άρθρ.21 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ).

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει όσα κρίθηκαν στο σκεπτικό ως απορριπτέα.

Επιβάλλει τα αναφερόμενα στα πρακτικά έξοδα.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την υπ' αριθμό 12/13-7-2018 έφεση του υπηκόου της … (όν.) A... (επ.) V... του V... και της V..., που γεννήθηκε στις 16-08-..στην πόλη ..., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ..., κατά της 532/13-7-2018 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου 1635100673 από 15-06-2018 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Παρισίων Γαλλίας βάσει του από 15/6/2018 εντάλματος σύλληψης του Ανακριτή του ίδιου, ως άνω, Πρωτοδικείου, συνοδευόμενο από επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, με το οποίο ζητείται από τις Αρχές της Ελλάδος η παράδοση του εκκαλούντος, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του και να δικαστεί για τις εξής αξιόποινες πράξεις:

α) υπεξαίρεση από οργανωμένη σπείρα, β) απόπειρα υπεξαίρεσης από οργανωμένη σπείρα, γ) ξέπλυμα χρήματος από οργανωμένη σπείρα, δ) συμμετοχή σε οργάνωση κακοποιών ενόψει παρασκευής εγκλήματος, ε) δόλια πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, στ) δόλια πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, ζ) δόλια κατακράτηση όλου ή μέρους• συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, η) δόλια κατακράτηση όλου ή μέρους συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, θ) δόλια εισαγωγή δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, ι) δόλια εισαγωγή δεδομένων σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο, ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, ια) δόλια τροποποίηση δεδομένων που περιέχονταν σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, ιβ) δόλια τροποποίηση δεδομένων που περιέχονταν σε σύστημα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, ιγ) παρεμπόδιση λειτουργίας συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, ιδ) παρεμπόδιση λειτουργίας συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων με το επιπλέον στοιχείο, ότι οι σχετικές ενέργειες διαπράχθηκαν εις βάρος κρατικού συστήματος αυτόματης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και από οργανωμένη σπείρα, πράξεις, επίσης, αξιόποινες και κατά την Ελληνική Νομοθεσία και δη:

α) εγκληματική οργάνωση (συγκρότηση - ένταξη) - άρθρο 187 παρ. 1 Π.Κ., β) εκβίαση κατά συναυτουργία κατά συρροή, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια - άρθρα 13στ', 45, 94 παρ. 1, 98, 385 παρ. ιγ' Π.Κ., γ) απάτη με υπολογιστή κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 € - άρθρα 13 στ', 45, 94 παρ. 1, 98, 386 Α' σε συνδ.

με άρθρο 386 παρ. 3 α' και β' Π.Κ., δ) παραβίαση προσωπικών δεδομένων με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους κατ' εξακολούθηση - άρθρο 22 παρ. 4 και 6 Ν. 2472/1997 και 98 Π.Κ. και ε) νομιμοποίηση εσόδων που πηγάζουν από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια εντός των πλαισίων εγκληματικής οργάνωσης - άρθρο 98 Π.Κ.

και 3 στοιχ. α', ζ', κ', 45 παρ. 1 α', γ' Ν. 3691/2008. Και Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ