Legislator Case Law & Legislation
2191/2014 AI generated

2191/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2191/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 1840/27-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 765/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2401/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2191/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί, ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 1§1 ν. 1082/1980, 1§2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1§§1 και 2 α.ν. 539/1945, 3§16 ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί που απασχολούνται με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2191 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2191/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του εδρεύοντος στην Αθήνα Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (ΟΑΕΕ)" νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Λ. και 2. Κ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνη Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 1840/27-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 765/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2401/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (A) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (AΠ 373/2013).

Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί, ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 1§1 ν. 1082/1980, 1§2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1§§1 και 2 α.ν. 539/1945, 3§16 ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών και αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί που απασχολούνται με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλ.

με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1166/2012). (B) Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89§§1-4 ν. 2084/1992 (α) οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίοι στερούνται του αναγκαίου προσωπικού για την είσπραξη των οφειλόμενων από τους υποχρέους ασφαλιστικών εισφορών μπορούν, με απόφαση των διοικητικών συμβουλίων τους, να αναθέτουν σε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, την είσπραξη των εν λόγω εσόδων τους (β) η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μίσθωσης έργου και η αμοιβή του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων, όχι ανώτερο από 4% επί των εισπραττομένων ποσών (γ) η διαδικασία ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της σύμβασης έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττόμενων ποσών, το είδος και το ύψος της εγγύησης που καταβάλλει ο ανάδοχος, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου και κάθε άλλη λεπτομέρεια ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (δ) για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις αποφάσεις της παραγράφου 3 εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ.

του Α.Κ. και του άρθ. 15§§1 εδ. β', 2 και 3 του ν. 1735/1987. Ειδικότερα, με τις τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζεται ότι (α) στην σχετική απόφαση (ανάθεσης δηλ. με σύμβαση μίσθωσης έργου της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών) προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να εκτελεσθεί, το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό αμοιβής του αναδόχου κλπ., καθώς και ότι το έργο αφορά εργασίες που δεν ανάγονται στον κύκλο καθηκόντων του οικείου φορέα (β) στην σύμβαση μίσθωσης έργου περιλαμβάνεται απαραίτητα ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή με βάση το προβλεπόμενο από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων φορολογικό στοιχείο, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για ασφάλιση του αναδόχου σε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ότι η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας και ότι απαγορεύεται η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μίσθωσης έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους.

Κατ' επακολουθήσασα νομοθετική μεταβολή ορίσθηκε με το άρθ. 6 ν. 2527/1997, ότι (α) για την σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγουμένη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων υπουργών, στην οποία καθορίζεται, πλην άλλων, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου (β) σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, για την σύναψη δε αυτής απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (γ) ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, όπως αυτοδικαίως άκυρη είναι και ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικά κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου.

Στην συνέχεια με το άρθ. 78 ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθ. 6 ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες και η είσπραξη των εισφορών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθ. 89 ν. 2084/1992. (Γ) Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών) ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλ' αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αορίστου χρόνου), κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθ. 559 αριθ.1 ή 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, τούτο δε, η δυνατότητα δηλ.

του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν την έναρξη της ισχύος την 18-4-2001του αναθεωρημένου άρθ.103 του Συντάγματος με την προσθήκη σ' αυτό των παραγράφων 7 και 8 και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ (ΠλΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 720/2013, 1166, 1164/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως Εφετείο επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) ως καθολικού διαδόχου του ΤΕΒΕ με αντικείμενο την καταβολή αποδοχών και επιδόματος αδείας και επιδομάτων εορτών των ετών 1998 και 1999, με την προσβαλλομένη 2401/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο η 1η την 26-11-1997 και η 2η την 23-12-1997 με συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, προκειμένου ν' ασχοληθούν ως επιμελητές εισπράξεων ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και καθυστερουμένων, μετά των τελών καθυστέρησης, και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, αντί αμοιβής που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί του ύψους των εκάστοτε πραγματοποιουμένων εισπράξεων και 10% επί της εισφοράς εγγραφής για κάθε νέο ασφαλιζόμενο, ότι καθορίσθηκε ακόμη να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε συγκεκριμένη περιοχή και είχε η κάθε μία την ευθύνη 500 περίπου ασφαλισμένων, ονομαστικά καθορισμένων από το εναγόμενο, ότι είχαν ωράριο δημοσίων υπαλλήλων και το πρωί κατά την προσέλευσή τους υπέγραφαν σε βιβλίο παρουσίας, παρέμεναν δε στην υπηρεσία επί 2 ώρες, συμπλήρωναν τα παραστατικά, πρωτοκολλούσαν, πραγματοποιούσαν εγγραφές-διαγραφές συνταξιούχων, καταχωρούσαν τις εισπράξεις, τακτοποιούσαν τα δελτία των ασφαλισμένων και στην συνέχεια μετέβαιναν σε εξωτερικές εργασίες για την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, ότι τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων τους και σε περίπτωση αργοπορίας τους στην υπηρεσία υφίσταντο ποινή από επίπληξη μέχρι και καταγγελία της σύμβασής τους, ότι από το έτος 1997, που πραγματοποιήθηκε μηχανοργάνωση στην υπηρεσία, εντάχθηκαν στην εσωτερική υπηρεσία, με το ίδιο ωράριο και τα ίδια καθήκοντα των μονίμων υπαλλήλων, ήσαν δε ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και επικουρικά στο ΤΕΑΠΟΚΑ, ουσιαστικά δηλ.

είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε και το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου (κατά παράβαση της σχετικής διάταξης του άρθ. 15 ν. 1735/1987), ότι υπέρ της άποψης ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας συνηγορεί και το γεγονός, ότι ήδη κατατάχθηκαν από 22-2-2001 και 23-4-2001 με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 17§§4-8 ν. 2839/2000 με αποφάσεις του Διοικητή του εναγομένου σε μισθολογικά κλιμάκια και τους χορηγήθηκε χρονοεπίδομα, αφού αναγνωρίσθηκε ότι ο συνολικός χρόνος των συμβάσεων έργου αυτών έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα μάλιστα με την ρητή διάταξη του άρθ. 17§8 εδ.

β' του ίδιου ως άνω νόμου ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των εναγουσών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι ενάγουσες δικαιούνται επιδόματα εορτών και αδείας και εκ του νόμου, δηλ. και σε περίπτωση ύπαρξης απλής σχέσης εργασίας και όχι έγκυρης σύμβασης, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Κρίνοντας έτσι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού υπό τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό ανελέγκτως ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι επίμαχες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους κατά νομοθετική επιταγή ως συμβάσεων μίσθωσης έργου, κατ' ορθό και επιτρεπτό, ως εκ του χρόνου κατάρτισής τους και του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνονται, νομικό χαρακτηρισμό ήσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται και η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν μπορούσε να προβεί στο νομικό αυτόν χαρακτηρισμό.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης επίσης από το άρθ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ αποδίδεται ότι το Εφετείο, δεχθέν ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και εδικαιούντο επιδόματα εορτών και αδείας (για τα 1998 και 1999) και από "... το γεγονός ότι ήδη ... κατατάχθηκαν από 22.2.2001 και 23.4.2001 με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 17 παρ.4,5,6,7 και 8 του Ν.2839/2000 ...

αφού αναγνωρίσθηκε ότι ο συνολικός χρόνος των συμβάσεων έργου των εναγουσών έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Σύμφωνα μάλιστα με την ρητή διάταξη του άρθ.17 παρ.8 εδ. β' του ίδιου άνω νόμου "ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των εναγουσών, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" ... "εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθ. 17 ν. 2839/2000, καθόσον, επάγεται στην συνέχεια το αναιρεσείον, απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με το άρθ.17§1 εδ.

δ' του ως άνω νόμου, για την κατάταξή τους σ' αυτό σε προσωποπαγείς θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ήταν η μη παραβίαση, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, των διατάξεων της ΠΥΣ 236/1994, του άρθ. 21 ν. 2190/1994 και 6 ν. 2527/1997 και επομένως και κατά την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες είχαν καταρτισθεί συμβάσεις μίσθωσης έργου, με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαπιστώθηκε ότι οι προηγούμενες συμβάσεις τους ήταν γνήσιες συμβάσεις έργου, αφού χωρίς την διαπίστωση αυτή δεν θα ήταν δυνατή η κατάταξή τους, ενώ από τις διατάξεις ειδικότερα της §8 του άρθ. 17 ν. 2839/2000, που ορίζουν ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν συνάγεται, κατά τα περαιτέρω εκτιθέμενα στον ίδιο λόγο αναίρεσης, αντίθετη κρίση ως προς τον χαρακτηρισμό της ένδικης συμβατικής σχέσης και το δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων να λάβουν επιδόματα προηγουμένου της κατάταξής τους χρόνου.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον η κατά το ν. 2839/2000 κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ουδεμία ασκεί επιρροή ως προς τον χαρακτηρισμό των επίμαχων συμβάσεων, τις οποίες ορθά, όπως προαναφέρθηκε, και με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο της ουσίας χαρακτήρισε ως εξαρχής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, με περαιτέρω αυτονόητη συνέπεια την επιδίκαση των επιδίκων επιδομάτων και για το πριν την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων χρονικό διάστημα.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2011 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) για αναίρεση της 2401/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ