2191/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2191 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2191/2007
Legislator headnote
AI generated2191/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2191 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2191/2007
Full text
Απόφαση 2191 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2191/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Χ1 η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Λάμπρου Μακρυγιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 και 2.Ψ2. Η πρώτη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και την Ψ3 οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 886/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3935/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου (κατά το δεύτερο μέρος) λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 291 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, η επανάληψη της διακοπείσας δίκης, χωρεί αυτοδικαίως μετά τριάκοντα ημέρες μετά την κοινοποίηση προς τον διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, προσκλήσεως εκ μέρους του αντιδίκου του, προς επανάληψη της διακοπείσας δίκης, θέση δε τέτοιας πρόσκλησης επέχει η κλήση τούτου προς εκείνον σε συζήτηση της υπόθεσης μετά την επελθούσα διακοπή της δίκης. Επειδή, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Περιστερίου Αττικής, στις 10-6-2006, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1 , η οποία, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα α) ...... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων και β) από ....... ιδιόγραφη διαθήκη της και υπ' αριθ. 5001/2006 πρακτικό Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δημοσιεύσεως της διαθήκης αυτής, κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Ψ2 (δεύτερο αναιρεσίβλητο), Ψ3 και Χ1 (αναιρεσείουσα). Μετά δε την βίαιη διακοπή της δίκης, που επήλθε με την ανακοίνωση του θανάτου της ως άνω (πρώτης) αναιρεσίβλητης κατά την προηγηθείσα δικάσιμο της 13-11-2006, νομίμως επαναλαμβάνεται η προκειμένη δίκη, με την κοινοποίηση στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2) και την Ψ3 ως εκ διαθήκης κληρονόμους της αποβιωσάσης (πρώτης) αναιρεσίβλητης, της από 20-11-2006 κλήσεως της αναιρεσείουσας προς συζήτηση της υποθέσεως και την παρέλευση τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της κλήσεως αυτής, η οποία κατά τα προεκτεθέντα, επέχει θέση προσκλήσεως προς επανάληψη της διακοπείσης δίκης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ..... και ...... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...... ακριβές αντίγραφο της από 20-11-2006 κλήσεως προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθέσμα α) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2 και ως κληρονόμο της πρώτης αναιρεσίβλητης Ψ1 και β) στην Ψ3 επίσης ως κληρονόμο της αυτής (πρώτης) αναιρεσίβλητης, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία (αναιρεσείουσα) είχε επισπεύσει τη συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως κατά την προηγούμενη συζήτηση (13-11-2006), με κοινοποίηση αυτής στους αναιρεσιβλήτους Ψ1 (αποβιώσασα) και Ψ2 όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. .....και ...... εκθέσεις επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή ....... και την συνοδεύουσα αυτές από 7-2-2006 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του Α.Τ. ......Αθηνών και από 7-2-2006 βεβαίωση του παραπάνω δικαστικού επιμελητή, προσυπογραφόμενη από την αρμόδια ταχυδρομική υπάλληλο. Επομένως, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητοι Ψ2 και Ψ3 δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, όταν η υπόθεση συζητήθηκε κατά ην εκ του οικείου πινακίου σειρά της, πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).- Από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμα του ως προς την μερική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως γίνεται αδιστάκτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ακόλουθα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα ήτοι α) την υπ' αριθμ. ....... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ...... και β) τα υπ' αριθ. ..... και ...... συμβόλαια της Συμ/φου Ναούσης Ελισάβετ Αποστόλου.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξ άλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ δε λόγος αναιρέσεως, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8, πράγματι δε η από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο εξώδικης ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, που συνάγεται κατά την αναιρεσείουσα, από τα προαναφερθέντα έγγραφα, ήτοι την υπ' αριθμ. .....έκθεση επίδοσης, στην οποία ο αναιρεσίβλητος φέρεται ως σύνοικος της μητέρας του στην επίδικη οικία επί της οδού ..... και τα υπ' αριθμ. .... και .....συμβόλαια της Συμ/φου Ναούσης Ελισάβετ Αποστόλου, στα οποία ο αναιρεσίβλητος φέρεται ότι εδήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας την οδό ....., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, τα εν λόγω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο. - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 1, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι ο συγκύριος που κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος, πρέπει να αποδώσει στους άλλους συγκυρίους ανάλογη προς το ποσοστό συγκυριότητάς τους μερίδα, από το όφελος που απεκόμισε και συνίσταται, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία του. Η προσδιοριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 787 ΑΚ έκταση του δικαιώματος του καθενός από τους κοινωνούς για χρήση του κοινού αντικειμένου, διαγράφεται και προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού, που συνίσταται στην άμεση εξουσία στο κοινό αντικείμενο από τη πλευρά της χρήσης αυτού. Το δικαίωμα αυτό του καθενός από τους κοινωνούς, είναι ανεξάρτητο από τη μερίδα τους στο αντικείμενο, χωρίς βέβαια να μπορεί να παραβλεφθεί ότι η ιδανική μερίδα του καθενός από τους κοινωνούς, δεν έχει σημασία, στον τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος χρήσεως. Ο προσδιορισμός του δικαιώματος αυτού, ανεξάρτητα από την ιδανική μερίδα του καθενός από τους κοινωνούς, δικαιολογείται γιατί η εξουσία του κοινωνού στο κοινό αντικείμενο, διακρίνεται μεν θεωρητικά σε ιδανικά μερίδια, όχι όμως και πρακτικά, γιατί οι υλικές πράξεις με τις οποίες ασκείται αυτή η άμεση εξουσία, δεν επιδέχονται επιμερισμό, ώστε ο καθένας να ασκεί τόσο ποσοστό εξουσίας, όσο αντιστοιχεί στο μερίδιό του. Κατά συνέπεια στην περίπτωση καταβολής αποζημίωσης χρήσεως του κοινού αντικειμένου από δύο ή περισσότερους κοινωνούς που κάνουν χρήση αυτού, στον κοινωνό ή στους κοινωνούς που δεν κάνουν χρήση αυτού, δίκαιον είναι να κατανεμηθεί η αποζημίωση αυτή κατά ίσα μέρη, ανεξάρτητα από το ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστου των κοινωνών που κάνουν χρήση του κοινού αντικειμένου. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως προκύπτει απ' αυτήν, το Εφετείο δέχθηκε ότι επί του επιδίκου ακινήτου, ήτοι μιας αυτοτελούς και διηρημένης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εμβαδού 130 τ.μ. περίπου, που αποτελείται από τρία υπνοδωμάτια, σαλόνι, χωλ, τραπεζαρία, μικρό δωμάτιο υπηρεσίας, κουζίνα και λουτρό, είναι συγκύριοι οι διάδικοι και η μη διάδικος Ψ3 και δη η αναιρεσείουσα κατά 51,5625%, η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά 34,375%, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατά 7,03125% και η Ψ3 κατά 7,03125%, τα οποία απέκτησαν κατά τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπον. 'Οτι η μισθωτική αξία του επίδικου οροφοδιαμερίσματος, που έχει παλαιότητα 35 ετών και βρίσκεται σε πολυκατοικία, η οποία δεν διαθέτει ανελκυστήρα και κεντρική θέρμανση, ανήρχετο σε 100.000 δραχ., 105.000 δραχ., 110.000 δρχ. 115.000 δρχ., 120.000 δρχ., 125.000 δρχ. = 366,84 ευρώ και 130.000 δρχ. = 381,51 ευρώ κατά τα έτη 1997 έως και 2003 αντιστοίχως. Η δε αναλογούσα στην ενάγουσα μισθωτική αξία ανέρχεται 1) Για το 1997 σε (100.000 δρχ. χ 12 μήνες = 1.200.000 δρχ. χ 51,5625 = 618,750 δραχ. = ) 1.815,85 ευρώ 2) Για το 1998 σε (105.000 δραχ. χ 12 μήνες = 1.260.000 δραχ. χ 51,5625 = 649.687,50 δρχ. =) 1.906,64 ευρώ 3) Για το 1999 σε (110.000 δρχ. χ 12 μήνες = 1.320.000 δραχ. χ 51,5625 = 680.625 δρχ. = ) 1.997,43 ευρώ 4) Για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2000 ανέρχεται σε (115.000 δραχ. χ2 = 230.000 δρχ. χ 51,5625 = 118.593,75 δρχ.=) 348,04 ευρώ 5) από μήνα Μάρτιο και Δεκ. 2000 σε (115.000 δραχ. χ 10 μήνες = 1.150.000 δρχ. χ 51,5625 = 592.968,75 δραχ. =) 1740,18 ευρώ, το οποίο η 1η εναγομένη θα έπρεπε να πληρώσει ολόκληρο, αλλά το αιτούμενο με την αγωγή είναι το ήμισυ αυτού (870,09) ευρώ. 6) Για το 2001 σε 120.000 δρχ. χ 12 μήνες = 1.440.000 δρχ. χ 51,5625 = 742.500 δρχ. = 2.179,01 ευρώ. Εξ αυτού ζητείται το ήμισυ δηλ. 1.089,5 ευρώ (καίτοι θα έπρεπε να υποχρεωθεί η (πρώτη) εναγόμενη για όλον). 7) Για το 2002 125.000 χ 12 μήνες = 1.500.000 δρχ. χ 51,5625 = 773.437,5 δρχ. = 2.269,8 ευρώ, εκ του οποίου η εν λόγω εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί για το ζητούμενο ήμισυ δηλαδή 1.134,90 ευρώ (αν και η υποχρέωση της αντιστοιχεί στο όλον). 8) Για τους 11 μήνες του 2003 (πλην του Δεκεμβρίου) 130.000 χ 11 = 1.430.000 δρχ. χ 51,5625 = 737.343,75 δραχ. = 2.163,88 ευρώ, από το οποίο η εναγόμενη θα έπρεπε να υποχρεωθεί για το όλον, αλλά πρέπει να καταβάλλει το ήμισυ ζητούμενο ήτοι 1.081,94 ευρώ. 'Ητοι από την προαναφερθείσα μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου το μερίδιο της ενάγουσας, δηλαδή το ποσοστό του 51,5625%, αντιστοιχεί για την περίοδο από το 1997 έως και τον Φεβρουάριο του 2000 σε ευρώ 6.067,96. Από το εν λόγω ποσό η πρώτη των εναγομένων είναι υπόλογη καταβολής της αντιστοιχίας του δικού της ποσοστού (34,375%), ήτοι ποσού 2.086 ευρώ. Στη σφαίρα δε ευθύνης του δευτέρου εναγόμενου εμπίπτει το αναλογούν στο ποσοστό αυτού (7,0325%) ποσόν των 427 ευρώ. Ωσαύτως για το διάστημα από τον Μάρτιο του 2000 έως και τον Νοέμβριο του 2003 η πρώτη των εναγομένων είναι υπόχρεη για το ποσό των 4.176,43 ευρώ κατά τα άνω εκτιθέμενα. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων έκανε χρήση του επιδίκου διαμερίσματος μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2000 και ότι η μισθωτική αξία του επιδίκου ήταν κατ' έτος για το επίδικο χρονικό διάστημα η προαναφερθείσα. Με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε τους αντίθετους λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, διέλαβε αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο έκανε χρήση του επιδίκου ακινήτου και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Ψ2 . Επομένως ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού με το οποίο υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 άρθρ. 19 ΚΠολΔ πλήσσει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υποθέσεως πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω όμως το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το ποσό των 6.607,96 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητος (51,5625%) της αναιρεσείουσας για την περίοδο 1997 έως και τον Φεβρουάριο 2000 δεν θα αποδοθεί από τους αναιρεσιβλήτους κατ' ισομοιρίαν, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά ότι από το ποσό αυτό των 6.067,96 ευρώ έπρεπε να καταβάλει η πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1 2.086 ευρώ και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος 427 ευρώ, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ολόκληρο το ποσό των 6.067,96 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί από τους αναιρεσιβλήτου κατ' ισομοιρία (αφού βέβαια, μετά τον θάνατο της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Ψ1 αφαιρεθεί από το βαρύνον αυτή ποσό (ήμισυ) το αναλογούν εις την κληρονομική μερίδα της αναιρεσείουσας ως συγκληρονόμου της πρώτης αναιρεσίβλητης ποσόν, κατά το οποίο επήλθε σύγχυση) παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 1, 961, 962, 1113 ΑΚ. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της αναιρέσεως, με τον οποίον, κατ' ορθή εκτίμηση των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ αιτίαση, να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατ το μέρος που αναιρείται) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, όπως στο σκεπτικό, την υπ' αριθ. 3935/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ