2190/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2190/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή, έστω και αν το τελευταίο έγινε στην Ελλάδα από μέλη της ομάδας, τα οποία όμως σχεδίασαν την διάπραξη κλοπών στη Γαλλία, από άλλα μέλη της ίδιας ομάδας, τότε τόπος τελέσεως είναι μόνον η Γαλλία για τις πράξεις αυτές.
Full text
Απόφαση 2190 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2190/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17, 25 Οκτωβρίου, 12, 26 Νοεμβρίου και 19 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει: 1)τις εφέσεις του εκκαλούντος-εκζητουμένου L. S. του P. και A. ., που γεννήθηκε στις 25-07-1961 στο ..., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ζωή Κωνσταντοπούλου, Εμμανουήλ Παπαδάκη και Φίλιππο Φίλια και 2)την έφεση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", κατά της υπ'αριθμ. 473/4-7-2018 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την σε βάρος του ανωτέρω εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τις Δικαστικές Αρχές της Γαλλίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση: 1) ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, την με αριθμό 10 και ημερομηνία 4 Ιουλίου 2018 έφεση, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 2) ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Λαυρεντιάδης, κατόπιν της από 5-7-2018 εξουσιοδοτήσεως του ανωτέρω εκζητουμένου την με αριθμό 11 και ημερομηνία 5 Ιουλίου 2018 έφεση και 3)η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", την με αριθμό 8 και ημερομηνία 4 Ιουλίου 2018 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτές και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 882/2018. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο δια της διερμηνέως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε τα εξής: οι υπό κρίση ασκηθείσες εφέσεις ασκήθηκαν νομίμως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς και εφόσον ασκήθηκαν νομίμως και παραδεκτώς θα πρέπει περαιτέρω να εξεταστούν κατ' ουσίαν όπως ακριβώς διατυπώνονται και με τους λόγους που εντάσσονται σ' αυτές.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του σχετικού εντάλματος με το οποίο ζητείται από τις Αρχές της Ελλάδος η έκδοση του εκκαλούντος, προκειμένου αυτός να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που εξέδωσε το ένταλμα αυτό, με σκοπό να δικαστεί για τις εξής αξιόποινες πράξεις: 1)κλοπές από οργανωμένη συμμορία, 2)απόκρυψη κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, 3)συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την προετοιμασία εγκλημάτων και αδικημάτων τα οποία τιμωρούνται με 10ετή φυλάκιση και 4)διακεκριμένη νομιμοποίηση προϊόντων από παράνομη δραστηριότητα, (συμμετοχή δηλαδή σε οργανωμένη συμμορία για την τοποθέτηση, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος αδικήματος).
Με τις ως άνω περιγραφόμενες στο ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης εγκληματικές πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο, οι Γαλλικές Αρχές εξέδωσαν εν συνεχεία το διευκρινιστικό "παράρτημα", στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι, "στη συγκεκριμένη περίπτωση ορισμένα από τα αδικήματα έχουν σαφώς διαπραχθεί στην ελληνική επικράτεια και ειδικότερα η νομιμοποίηση κεφαλαίων από παράνομη δραστηριότητα καθώς και η σύσταση συμμορίας κακοποιών.
Παραταύτα, τα αρχικά αδικήματα που οδήγησαν στα ανωτέρω αναφερόμενα στην ελληνική επικράτεια και δη, οι κλοπές από οργανωμένη σπείρα και η απόκρυψη κλοπιμαίων προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, έχουν διαπραχθεί αποκλειστικά στο γαλλικό έδαφος. Επιπλέον οι Γαλλικές Αρχές δεν προτίθενται να διερευνήσουν τις πολυάριθμες κλοπές από οργανωμένη συμμορία, οι οποίες διαπράχθηκαν στην ελληνική επικράτεια, δεδομένου ότι ο κ.Σ.
διώκεται μόνο για τις κλοπές από οργανωμένη συμμορία που έχουν διαπραχθεί αποκλειστικά στη Γαλλία". Από την περιγραφή όλων των προαναφερομένων εγκλημάτων στο ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, σε συνδυασμό με τις περιεχόμενες στο προαναφερθέν παράρτημα αυτού διευκρινίσεις των Γαλλικών Αρχών προκύπτει αναμφίβολα ότι από αυτά, δηλαδή τα εγκλήματα και εκείνα, α)της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, β)της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης της εγκληματικής οργάνωσης, φέρονται τελεσθέντα στην ελληνική επικράτεια, ενώ αντίθετα, εκείνο των κλοπών από οργανωμένη συμμορία διακεκριμένης κλοπής, που τελέστηκε από περισσότερους που είχαν ενωθεί προς τούτο, φέρεται τελεσθέν ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ή μη βασιμότητας αυτού, αποκλειστικά στο γαλλικό έδαφος, για το οποίο, σημειωτέον, όπως και για τα δύο προηγούμενα, συντρέχει περίπτωση μη ελέγχου του διττού αξιοποίνου και σημειωτέον ότι τόπος τελέσεως των πράξεων αυτών ήταν η Γαλλία, στην οποία ο εκζητούμενος διέπραξε ολικά την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη και επήλθε το αποτέλεσμά της, ανεξαρτήτως που αυτή αποφασίστηκε και σχεδιάστηκε.
Δηλαδή, έστω και αν το τελευταίο έγινε στην Ελλάδα από μέλη της ομάδας, τα οποία όμως σχεδίασαν την διάπραξη κλοπών στη Γαλλία, από άλλα μέλη της ίδιας ομάδας, τότε τόπος τελέσεως είναι μόνον η Γαλλία για τις πράξεις αυτές.
Επιπλέον, τα διαλαμβανόμενα στο παράρτημα ότι η παράδοση του εν λόγω εκζητουμένου από τις Ελληνικές Αρχές είναι απαραίτητη, προκειμένου να συνεχιστεί η ήδη υπάρχουσα έρευνα στη Γαλλία, ενόψει της σύλληψης πολλών άλλων ατόμων, δεν αναιρεί τα σαφώς αναφερόμενα στο ίδιο παράρτημα, ότι ο Λ. Σ. διώκεται μόνο για κλοπές από οργανωμένη συμμορία που έχουν διαπραχθεί στη Γαλλία.
Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψε ότι έχει ασκηθεί ακόμα ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος-εκζητουμένου, για τις αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από υπαίτιο που έδρασε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης και της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο ήδη είχαμε επισημάνει στη προηγούμενη διαδικασία της παρούσης υποθέσεως, απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος κατ' αυτού για αυτές και μόνον τις πράξεις.
Εξάλλου, προϋπόθεση για την εκτέλεση του εντάλματος είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση δίωξης η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσής του με στερητική της ελευθερίας ποινή, ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον 12 μηνών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση μη ελέγχου του ρητού αξιοποίνου.
Το αδίκημα όμως της απόκρυψης κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία, προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, όπως περιγράφεται στο ένδικο ένταλμα σύλληψης και συγκροτεί το σχετικό αδίκημα για το οποίο ζητείται η εκτέλεσή του, δεν εμπίπτει σε κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 περιπτώσεις μη ελέγχου του διττού αξιοποίνου και επομένως ως προς αυτό απαιτείται ο έλεγχος αυτής της προϋποθέσεως.
Τούτο συνιστά κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία μη τιμωρητή υστέρα πράξη και ειδικότερα ουσιαστική αποπεράτωση της πρώτης πράξης, για την οποία έχει εκδοθεί το ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, δηλαδή της κλοπής από οργανωμένη συμμορία και όχι ίδιο αυτοτελές και ιδιαιτέρως τιμωρούμενο έγκλημα.
Συνεπώς, ελλείποντος ως προς την τελευταία αυτή πράξη του αναγκαίως προαπαιτουμένου στοιχείου του διττού αξιοποίνου για την εκτέλεση του εντάλματος ως προς την άνω πράξη, θα πρέπει να μη διαταχθεί η έκδοση του εκκαλούντος και γι' αυτήν.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία έλεγε τα αντίθετα έσφαλε, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκζητούμενος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας για να ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις που προαναφέραμε, έσφαλε και πρέπει, κατά μερική παραδοχή των ως άνω σχετικών λόγων της εφέσεως να εξαφανιστεί αυτή, κατά το μέρος, κατά το οποίο αποφάνθηκε υπέρ της εκτελέσεως του ενδίκου εντάλματος και για τις υπό στοιχεία β', γ' και δ' ανωτέρω πράξεις και να γνωμοδοτήσει το παρόν Συμβούλιο ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εκτελεστεί το ένδικο ένταλμα μόνον για τις πράξεις αυτές.
Περαιτέρω, από την περιγραφή στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αυτό των αποδιδομένων στον εκζητούμενο πράξεων των κλοπών από οργανωμένη συμμορία, που αντιστοιχεί, κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία σε αυτά των διακεκριμένων περιπτώσεων κλοπών που τελέστηκαν από περισσοτέρους, οι οποίοι είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, προβλέπεται, από τις διατάξεις του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας έως 15 ετών και, ανεξαρτήτως του ότι κατά τα προεκτεθέντα αυτού δεν απαιτείται γι' αυτήν η συνδρομή του διττού αξιοποίνου, εν τούτοις, είναι αξιόποινη και κατά το Ελληνικό Δίκαιο προερχόμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και συνιστά κακούργημα, τιμωρούμενο, σύμφωνα με αυτές με κάθειρξη μέχρι 10 ετών.
Έτσι συντρέχουν οι κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ. 2 περ. ιη' καθώς και της παρ. 1α του ιδίου τελευταίου άρθρου του Ν. 3251/2004, προϋποθέσεις, που απαιτούνται εν προκειμένω, για την εκτέλεση του ενδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για την παραπάνω πράξη κλοπών από οργανωμένη συμμορία. Εξάλλου, το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 στοιχεία, ήτοι, την ταυτότητα του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε, μνεία του εντάλματος συλλήψεως, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων για την τέλεση των οποίων ζητείται η έκδοση, περιγραφή περιστάσεων τέλεσης των εγκλημάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου.
Σημειώνεται ότι η παράλειψη αναγραφής του πατρωνύμου, του μητρωνύμου και της υπηκοότητας του εκζητουμένου στο, με μέριμνα της εκζητούσας Αρχής μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα κείμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, δεν προκαλεί καμία ακυρότητά του, καθόσον από τα λοιπά στοιχεία της ταυτότητάς του, που περιλαμβάνονται στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, καμία αμφισβήτηση δεν απομένει ως προς την ταυτοποίηση του εκζητουμένου προσώπου με τον ενώπιον του Συμβουλίου προσαχθέντα, ο οποίος ως ήδη έχει αναφερθεί, κατά την ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης προσαγωγή του, μετά την σύλληψή του, προς εκτέλεση του υπόψη Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, δεν αμφισβήτησε ότι ταυτίζεται με το εκζητούμενο, με βάση το ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης πρόσωπο.
Κατόπιν τούτων, ο ισχυρισμός του εκζητουμένου ότι εγείρεται ζήτημα ως προς την υπηκοότητά του, ως προς την οποία ουδέν αναγράφεται στο εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω, καθόσον τούτο, χωρίς αμφισβήτηση της ταυτότητάς του, ως του εκζητουμένου προσώπου, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή αναφορικά με τις προϋποθέσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτέλεσης του ενδίκου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που αυτός θα είχε Ελληνική υπηκοότητα, πράγμα όμως που δεν συντρέχει, ούτε και επικαλείται ο ίδιος ο εκζητούμενος.
Σε κάθε περίπτωση ο εκζητούμενος μη αμφισβητώντας τα στοιχεία της ταυτότητας δεν προσέφυγε κατ' άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.3251/2004. Ο περαιτέρω ισχυρισμός του εκζητούμενου ότι ο ίδιος είναι ανιθαγενής, αφού μετά την απώλεια της γεωργιανής υπηκοότητάς του και την εν συνεχεία κτήση της ρωσικής, έχει απολέσει και την τελευταία, επίσης αλυσιτελώς προβάλλεται.
Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι κατά τις ισχύουσες διατάξεις του κράτους, του οποίου οι Δικαστικές Αρχές εξέδωσαν το ένδικο ένταλμα, δηλαδή η Γαλλία, υφίστανται οι προϋποθέσεις για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του εκζητούμενου, για τις πράξεις των κλοπών από οργανωμένη συμμορία.
Ειδικότερα, στο ένδικο ένταλμα περιλαμβάνεται, κατά τα προβλεπόμενα από την διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3251/2004, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός των αποδιδομένων στον εκζητούμενο εγκλημάτων, καθώς και η συνοπτική μεν, αλλά σαφής περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης αυτών, στις οποίες, κατά τα προεκτεθέντα περιλαμβάνεται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου (ως αυτουργού-συναυτουργού ύστερα από συναπόφαση και εκτέλεση επιμέρους πράξεων από διάφορα μέλη της ομάδας), χωρίς να είναι αναγκαία και η αναλυτική και λεπτομερειακή εξειδίκευση αυτών, η οποία μπορεί να γίνει από την αιτούσα αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως.
Ωστόσο, η παραπάνω υπό στοιχείο α' πράξη, για την οποία ζητείται η έκδοση, έχει τελεστεί, κατά το ένταλμα, αποκλειστικά στη Γαλλία, συνεπώς και ο τόπος όπου επήλθε η βλάβη στους παθόντες των κλοπών είναι επίσης η Γαλλία. Περαιτέρω, ο εκκαλών-εκζητούμενος ισχυρίζεται επιπροσθέτως, με τις ένδικες εφέσεις του ότι, δεν μπορεί να φέρεται ως αυτουργός των ως άνω πράξεων, για τις οποίες εκζητείται, αφού τα τελευταία 10 χρόνια διαμένει στην Ελλάδα, (όπως και σήμερα ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου εδήλωσε), ότι κατά μέρος του χρονικού αυτού διαστήματος κρατήθηκε στις φυλακές και επιπλέον ως ανιθαγενής δεν είχε, ούτε έχει τη δυνατότητα νόμιμης εξόδου από την Ελλάδα.
Όμως, τα ανωτέρω ισχυριζόμενα δεν μπορούν να ερευνηθούν από το Συμβούλιό σας, δεδομένου ότι συνάπτονται με την βασιμότητα της αποδιδόμενης στον εκζητούμενο ουσιαστικής κατηγορίας και μπορεί να προταθούν ενώπιον των αρμοδίων Δικαστικών Αρχών του εκζητούντος κράτους. Επομένως, οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από το κράτος της Γαλλίας και περιέχονται στο ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, συμπληρωμένες από τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, είναι οι απαιτούμενες από το νόμο, όσον αφορά τα υπό στοιχείον α' αξιόποινες πράξεις, για την εκτέλεσή του και επιπλέον δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και δη αναφορικά με αυτές τις πράξεις, δηλαδή του στοιχείου α', κάποια από τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που προβλέπονται από τον νόμο.
Στη προκειμένη περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος προσκρούει σε οποιαδήποτε διάταξη του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι ο εκζητούμενος διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί στο εκζητούν Κράτος σε οποιαδήποτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Σημειωτέον ότι τέτοια μεταχείριση δεν συνιστά η περίπτωση να προφυλακισθεί αυτός, για χρονικό διάστημα που προβλέπεται από την νομοθεσία του εκζητούντος κράτους μέχρι να δικαστεί, ως μη έχων μόνιμη κατοικία στη Γαλλία και επομένως ως ύποπτος φυγής. Ούτε βεβαίως η ενδεχόμενη προσωρινή κράτησή του παραβιάζει την αρχή της ισότητας, ή της αναλογικότητας, έναντι των ισχυόντων ως προς τους υποδίκους που έχουν μόνιμη κατοικία στη Γαλλία. Άλλωστε και το Ελληνικό Δίκαιο στις διατάξεις του άρθρου 282 του Κ.Ποιν.Δικ. προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου, όταν αυτός δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα. Ορθώς λοιπόν, το Συμβούλιο Εφετών, έστω και με διαφορετική αιτιολογία απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος και ο συναφής λόγος της ένδικης εφέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο εκζητούμενος κατά τη συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης ζήτησε, μέσω των συνηγόρων του, τη μετάφραση του υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης στη ρωσική γλώσσα, την οποία αυτός κατανοεί. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με την αιτιολογία ότι ο εκζητούμενος είχε λάβει γνώση των εγγράφων της δικογραφίας στη ρωσική γλώσσα, με προφορική μετάφραση, η οποία κρίθηκε προκριτέα, ενόψει της εξαιρετικά επείγουσας διαδικασίας της έκδοσης μέσα στα στενά χρονικά περιθώρια του Ν.3251/2004.
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η σύλληψη του εκζητουμένου έγινε κατόπιν εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, στις 17/4/18 στη Θεσσαλονίκη, με βάση το σχετικό από 16/4/18 τηλεομοιοτυπικό έγγραφο του Τμήματος SIRENE Γαλλίας, για εκτέλεση του ενδίκου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και παράδοση του εκζητούμενου στις Γαλλικές Δικαστικές Αρχές, προκειμένου να ασκηθεί δίωξη σε βάρος του για τις ανωτέρω πράξεις.
Στη συνέχεια, ο εκζητούμενος οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, όπου, αφού διορίστηκε ως διερμηνέας της ελληνικής και ρωσικής γλώσσας η Μ. Χ., ο εκζητούμενος που παραστάθηκε με τον διορισθέντα από αυτόν δικηγόρο Π. Σ., ενημερώθηκε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα των οποίων (υπηρεσιών), άλλωστε αυτός, ως ανωτέρω σημειώθηκε, αμέσως έτυχε, ενώ ενημερώθηκε στη ρωσική γλώσσα, για να γνωρίζει τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 15 παρ. 1 και 5 του Ν. 3251/2004.
Το προαναφερόμενο έγγραφο SIRENE Γαλλίας, ισοδυναμεί με το υπό εκτέλεση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, καθώς περιέχει και καλύπτει όλα τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3251/2004, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και μνεία των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες εκζητείται, ο χρόνος και ο τόπος τέλεσής τους, συνοπτική περιγραφή των περιστατικών που τις στοιχειοθετούν και όλα τα συναφή.
Στη συνέχεια, στο πρωτοβάθμιο Συμβούλιο μεταφράστηκαν, προφορικά, στον εκζητούμενο, κατόπιν του ως άνω αιτήματος του, στην ρωσική γλώσσα και όλα τα ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας, όπως αυτό αποτυπώνεται στα οικεία πρακτικά.
Από όσα επομένως προαναφέρθηκαν προκύπτει αναμφίβολα ότι, ο εκκαλών-εκζητούμενος έλαβε την επιβαλλόμενη για την άμυνά του κατά της εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ενημέρωση και γνώση με προφορική μετάφραση στη γλώσσα που αυτός κατανοεί για τα ουσιώδη έγγραφα της διαδικασίας εκτέλεσης του ενδίκου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, η οποία κρίνεται επαρκής και ανταποκρινόμενη στη φύση και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, για την διεξαγωγή και ολοκλήρωση της οποίας τάσσονται οι εξαιρετικά βραχυπρόθεσμες προθεσμίες από την σύλληψη του εκζητούμενου. Συνακόλουθα δεν παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε έσφαλε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος και ο προαναφερθείς, περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης πρέπει μετά ταύτα να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο εκζητούμενος ζήτησε από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο σε περίπτωση που διαταχθεί η παράδοσή του στις Γαλλικές αρχές, να αναβληθεί αυτή, επικαλούμενος την ύπαρξη εκκρεμών ποινικών δικών σε βάρος του και ειδικότερα έφεσή του προσδιορισθείσα μετ' αναβολή για την δικάσιμο της 6ης/12/2018 ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης κατά της πρωτοβάθμιας εν μέρει αθωωτικής γι' αυτόν υπ' αριθμ.1876-1889/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και ακόμη προσδιορισθείσα για τη δικάσιμο της 1-10-18 έφεσή του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 19 μηνών για ψευδή ανώμοτη κατάθεση.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι με την υπ'αριθμ.1876-1889/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης ο ήδη εκκαλών-εκζητούμενος καταδικάστηκε σε κάθειρξη 14 ετών, για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, εξέτισε μέρος της ποινής που του επιβλήθηκε και δια του υπ' αριθμόν 761/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε στις 15/7/15, η απόλυσή του, χωρίς την επιβολή οποιουδήποτε όρου από την φυλακή.
Η ποινική απαξία του εγκλήματος, κακουργηματικού χαρακτήρα, για το οποίο ο εκζητούμενος καταδικάστηκε και εξέτισε ποινή είναι ίση με την απαξία της ως άνω κακουργηματικού χαρακτήρα πράξης, για την οποία εκζητείται, ενώ η άλλη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης είναι ήσσονος ποινικής σημασίας. Έτσι κατά τα προαναφερθέντα και ενόψει του δικονομικού σταδίου στο οποίο ευρίσκονται οι προαναφερθείσες ποινικές εκκρεμότητες του εκκαλούντος, κρίνεται ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος αναβολής της παράδοσής του στις Γαλλικές Αρχές.
Ακόμα αποδείχθηκε ότι, το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας του εκζητουμένου λόγω της εθνοτικής του καταγωγής, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Επίσης ο εκκαλών εκζητούμενος, με λόγο εφέσεως προβάλλει ότι εσφαλμένα δεν έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, το αίτημά του περί αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως, προκειμένου να ζητηθεί να αποσταλούν από τις Γαλλικές Αρχές συμπληρωματικές εξηγήσεις, σχετικά με την κατηγορία που διατυπώνεται εναντίον του, η οποία είναι αόριστη και καμία σχέση δεν αποδεικνύεται ότι έχει με αυτής. Ο λόγος αυτός εφέσεως, εκτιμώμενος ως λόγος για αοριστία του πιο πάνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αναφορικά με τον τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις της αξιόποινης πράξης, για την οποία ζητείται η παράδοση του εκκαλούντος στο εκζητούν κράτος, είναι αβάσιμος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Επίσης απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος κατά το επιμέρους σκέλος του, ότι δεν αποδεικνύεται να έχει ο εκζητούμενος σχέση με τις αναφερόμενες στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πράξεις, καθόσον στην εξεταζομένη περίπτωση δεν συγχωρείται στο παρόν Δικαστικό Συμβούλιο του κράτους που επιλαμβάνεται της έρευνας της σχετικής αιτήσεως να προβεί στην εξέταση της βασιμότητας της αποδιδομένης στον εκζητούμενο κατηγορίας.
Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση εν μέρει, του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και γι' αυτό το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεσή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, σε σχέση όμως μόνον με τις υπό στοιχείο α' πράξεις των διακεκριμένων κλοπών. Αντίθετα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ίδιες διατάξεις και εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, σε σχέση με τις υπό στοιχεία β', γ' και δ' πράξεις και συνεπώς, θα πρέπει να γίνουν δεκτές, εν μέρει, ως και ουσιαστικά βάσιμες οι ένδικες εφέσεις, κατά παραδοχή της βασιμότητας των λόγων τους, περί συνδρομής του από το άρθρο 11 περ. ζ' και ι' του Ν. 3251/2004, λόγου απαγόρευσης της εκτέλεσης του ενδίκου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, αναφορικά με τις σε αυτό αναφερόμενες πράξεις και στη συνέχεια πρέπει να εξαφανιστεί μόνο κατά το άνω μέρος η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου, να αποφανθεί το Συμβούλιο τούτο ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης για τις ως άνω τρεις πράξεις, διατηρουμένης της ισχύος των λοιπών διατάξεων αυτής.
Τέλος πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του εκζητουμένου περί αναβολής της προσαγωγής του στη Γαλλία, ενόψει της ενδεχόμενης ασκήσεως ποινικής δίωξης εναντίον του, για τις πράξεις της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της νομιμοποίησης προϊόντων από παράνομη δραστηριότητα.
Τέλος δεν πρέπει να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος-εκζητουμένου.
Επί της εφέσεως της παρεμβαίνουσας πρότεινε τα εξής: Στις 3/7/2018 κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως η άνω εταιρία δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της υπέβαλε αίτημα στο Συμβούλιο Εφετών για άρση της κατάσχεσης του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ...1 Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου, το οποίο είχε κατασχεθεί με την από 17/4/2018 έκθεση έρευνας και κατάσχεσης μεταφορικού μέσου. Προς τούτο η αιτούσα επικαλέσθηκε ότι είναι ιδιοκτήτρια του εν λόγω κατασχεθέντος αυτοκινήτου και ότι αυτή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την ενώπιον του Συμβουλίου υπόθεση. Το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα για άρση της κατάσχεσης ως απαραδέκτως ασκηθέν, ήτοι ενώπιον αναρμοδίας Αρχής, με την αιτιολογία ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε κατόπιν σχετικής ευρωπαϊκής εντολής και κατά την αναλογικώς εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν. 4489/2017 αρμόδια να αποφανθεί είναι η Γαλλική Δικαστική Αρχή, η οποία ασχολείται με την ουσία της σε βάρος του εκζητουμένου κατηγορίας. Εξάλλου η επί του ζητήματος αυτού εκδοθείσα εκκαλουμένη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκη είναι αμετάκλητη κατά την ρητή πρόβλεψη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 453 του Κ.Ποιν.Δικ.
Επομένως μη υποκειμένης της αποφάσεως αυτής σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο, η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε απαραδέκτως και ως τοιαύτη θα πρέπει να απορριφθεί από το Συμβούλιό σας ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 Κ.Π.Δ. και η ασκήσασα εταιρία την έφεση αυτή θα πρέπει να καταδικαστεί και εις την καταβολή των δικαστικών εξόδων (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, συνεδριάζοντος δημόσια σε Συμβούλιο, η υπ' αριθ. 8/4-7-2018 έφεση της εδρεύουσας στην Θεσσαλονίκη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ" και οι υπ' αριθ. 10/4-7-2018 και 11/5-7-2018 εφέσεις του εκζητουμένου L. S. του P. κατά της υπ' αριθ. 473/4-7-2018 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που αποφάσισε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως που εξέδωσαν οι Γαλλικές δικαστικές αρχές.
Α) Επί της υπ' αριθ. 8/4-7-2018 εφέσεως της εδρεύουσας στην Θεσσαλονίκη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ", λεκτέα τα εξής: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 του Ν. 3251/2004, "1. Η αρμόδια δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προβαίνει αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος σε κατάσχεση και παράδοση των αντικειμένων, τα οποία δύνανται να χρησιμεύσουν ως πειστήρια ή βρίσκονται στην κατοχή του εκζητουμένου ως αποτέλεσμα της αξιόποινης πράξης. 2.
Η κατάσχεση εκτελείται με μέριμνα του εισαγγελέα εφετών κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 251-269 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3. Η παράδοση των αντικειμένων πραγματοποιείται ακόμη και όταν δεν είναι δυνατό να εκτελεστεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης λόγω θανάτου ή απόδρασης του εκζητουμένου. 4. Όταν τα αντικείμενα υπόκεινται σε κατάσχεση ή δήμευση στο ελληνικό έδαφος, η αρμόδια αρχή μπορεί, αν αυτά χρειάζονται για τη διεξαγωγή εκκρεμούσας ποινικής διαδικασίας, να τα κρατήσει προσωρινά ή να τα παραδώσει στο κράτος έκδοσης του εντάλματος υπό τον όρο της επιστροφής. 5.
Τα δικαιώματα, τα οποία οι ελληνικές αρχές ή τρίτα μέρη τυχόν έχουν επί των κατασχεθέντων αντικειμένων, διατηρούνται". Από τη διάταξη αυτή προβλέπεται η υποχρεωτική κατάσχεση και παράδοση στο εκζητούν κράτος των αντικειμένων που μπορούν να χρησιμεύσουν ως πειστήρια ή βρίσκονται στην κατοχή του εκζητουμένου ως αποτέλεσμα της αξιόποινης πράξης και ότι τα τυχόν δικαιώματα που έχουν οι Ελληνικές αρχές ή τρίτοι επί των κατασχεθέντων αντικειμένων που παραδίδονται στο εκζητούν κράτος διατηρούνται.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποβληθεί στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφασίζει για την εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ. και την παράδοση των κατασχεθέντων αντικειμένων στο εκζητούν κράτος, αίτημα για άρση της κατασχέσεως, αλλά μόνον αίτημα για παράδοση αυτών στο εκζητούν κράτος υπό την επιφύλαξη της διατηρήσεως των δικαιωμάτων του Ελληνικού Κράτους ή τρίτων προσώπων επ' αυτών, αφού άλλωστε αποκλειστικά αρμόδιο για να αποφασίσει για την άρση ή μη της κατασχέσεώς τους είναι το Δικαστήριο του εκζητούντος κράτους, που θα δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση.
Άλλωστε, όπως ρητά ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3251/2004, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που αποφασίζει την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. και διατάσσει τη σύλληψη και παράδοση του εκζητουμένου και την παράδοση των κατασχεθέντων αντικειμένων στις αρμόδιες αρχές του εκζητούντος κράτους, εφόσον δεν συγκατατέθηκε ο εκζητούμενος στην εκτέλεσή του, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο μόνον από τον εκζητούμενο ή από τον Εισαγγελέα και όχι και από τρίτους που έχουν δικαιώματα επί των κατασχεθέντων αντικειμένων, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι το Συμβούλιο Εφετών, όταν αποφασίζει την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ., ακόμη και αν υπάρχουν δικαιώματα τρίτων προσώπων επί των αντικειμένων που κατασχέθηκαν και που διατάχθηκε η παράδοσή τους στο εκζητούν κράτος, αποφασίζει αμετάκλητα ως προς τους τρίτους για την παράδοση των κατασχεθέντων αντικειμένων στο εκζητούν κράτος, διατηρουμένων απλώς των δικαιωμάτων τους επί των κατασχεθέντων, τα οποία θα κριθούν αρμοδίως (πρβλ.
και άρθρο 453 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. επί εκδόσεως). Επομένως, ενόψει τούτων, η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 473/2018 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που αποφάσισε την εκτέλεση του αναφερόμενου σ'αυτήν Ε.Ε.Σ. των Γαλλικών αρχών, επικύρωσε τις γενόμενες σε εκτέλεσή του κατασχέσεις και διέταξε την παράδοση των κατασχεθέντων αντικειμένων στην αρμόδια Γαλλική δικαστική αρχή, διατηρώντας όμως τα δικαιώματα της Ελληνικής Πολιτείας και των τρίτων προσώπων επ' αυτών, δεν υπόκειται σε έφεση ενώπιον του Αρείου Πάγου από τα τρίτα πρόσωπα που αξιώνουν δικαιώματα επί των κατασχεθέντων αντικειμένων, όπως είναι η εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...
ΕΠΕ", η οποία αξιώνει δικαίωμα κυριότητας επί του κατασχεθέντος με πινακίδες κυκλοφορίας ...1 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, του οποίου διατάχθηκε η παράδοση στην αρμόδια Γαλλική δικαστική αρχή με διατήρηση των δικαιωμάτων της Ελληνικής Πολιτείας και των τρίτων προσώπων επ' αυτού και, ως εκ τούτου, η ασκηθείσα υπ' αυτής κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως υπ' αριθ. 8/4-7-2018 έφεση έχει ασκηθεί απαραδέκτως και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στην εκκαλούσα εταιρεία τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το διατακτικό.
Β) Επί των υπ' αριθ. 10/4-7-2018 και 11/5-7-2018 εφέσεων του εκζητουμένου L. S. του P., λεκτέα τα εξής:
Κατά το άρθρο 22 του Ν. 3251/2004 (Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ) "1. Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών. 2. Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται εντός οκτώ ημερών από την άσκηση της έφεσης. Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις ώρες πριν από τη συζήτηση με μέριμνα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.".
Στο άρθρο 451 του Κ.Ποιν.Δ., στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις του παραπάνω νόμου, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο β' τμήμα του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης.
Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών. 2. Ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αποφαίνεται μέσα σε οκτώ ημέρες με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 448 και 450. Αυτός για τον οποίο ζητείται η έκδοση κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω του αντικλήτου του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από τη συζήτηση με τη φροντίδα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.".
Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό, ότι ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε, ως φέρουσα στοιχεία επείγοντος χαρακτήρα, την ενώπιον του Συμβουλίου (Εφετών) διαδικασία, όπως αυτή προδιαγράφεται στις διατάξεις των άρθρων 305-319 ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη δημόσιας συνεδρίασης του Συμβουλίου. Η επιλογή της δημόσιας συνεδρίασης, για λόγους δημοσιότητας της όλης διαδικασίας, δεν επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή στην επιλογή των δικονομικών κανόνων που διέπουν την ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασία και υποκατάστασή τους από τους διέποντες την ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασία (άρθρα 320-408 Κ.Ποιν.Δ.).
Το Συμβούλιο, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 450 παρ. 1 α' ΚΠοινΔ, που αποτελεί ειδικότερη διάταξη εφαρμοζόμενη στη συγκεκριμένη διαδικασία, συνεδριάζει δημόσια μόνο για να εξεταστεί ο συλληφθείς, αν εμφανίστηκε, και για να αγορεύσει ο εισαγγελέας και εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση ή ο συνήγορός του (450 παρ. 1 α' ΚΠοινΔ).
Σε περίπτωση που ο Έλληνας νομοθέτης ήθελε να παραβλέψει τον επείγοντα χαρακτήρα της εν λόγω διαδικασίας και να καθορίσει τη δικονομική τάξη της διαδικασίας αυτής κατά το πρότυπο των διατάξεων των άρθρων 320-408 του Κ.Ποιν.Δ., δεν θα επέλεγε ως αρμόδιο όργανο το Συμβούλιο Εφετών αλλά το ίδιο το Εφετείο σε τριμελή σύνθεση.
Συνεπώς οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 10/4-7-2018 και 11/5-7-2018 εφέσεις του εκζητουμένου L. S. του P. και της Α., γεννηθέντος στις 25-7-1961 στο ..., κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατούμενου, κατά της υπ' αριθμ. 473/4-7-2018 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο αποφάσισε και διέταξε την εκτέλεση του με στοιχεία αναφοράς φακέλου αρ.
Εισαγγελίας 16/329/029 από 13/04/2018 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (Ε.Ε.Σ.), που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Εφετείου της PEN Γαλλίας, βάσει του με αρ. ανακριτικού φακέλου JIRS: ../01 και αρ. Εισαγγελίας 16/…/029 εντάλματος σύλληψης της Ανακρίτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της PEN Γαλλίας, με το οποίο ζητείται από τις αρχές της Ελλάδος η σύλληψη και παράδοση στις Γαλλικές αρχές του ως άνω εκκαλούντος εκζητουμένου, προκειμένου να διωχθεί και να δικασθεί στη Γαλλία για τις αναφερόμενες στο ως άνω ένταλμα πράξεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τους νόμους της Γαλλίας ως α) κλοπές από οργανωμένη συμμορία, β) απόκρυψη κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, γ) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την προετοιμασία εγκλημάτων ή αδικημάτων τα οποία τιμωρούνται με 10ετή φυλάκιση και δ) διακεκριμένη νομιμοποίηση προϊόντων από παράνομη δραστηριότητα (συμμετοχή σε οργανωμένη συμμορία για την τοποθέτηση, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος αδικήματος), από τις οποίες η δεύτερη θεωρείται ως συμπληρωματική της πρώτης και οι οποίες νομίμως και εμπροθέσμως έχουν ασκηθεί ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν κατά την προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου σε δημόσια συνεδρίαση.
Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι: "1. Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2.
Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. 3.
Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή. 4. Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους.
Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές. Κατά τη διακοπή της συνεδρίασης ο πρόεδρος κατανέμει τις μη εκδικασθείσες υποθέσεις του πινακίου στις επόμενες μετά διακοπή συνεδριάσεις".
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής και όταν το Δικαστήριο συνεδριάζει σε Συμβούλιο, αναβολή της δίκης μπορεί να αποφασισθεί και να διαταχθεί μόνον για λόγους ανωτέρας βίας ή για σοβαρούς λόγους υγείας και εφόσον αιτιολογηθεί συνοπτικά στην σχετική απόφαση ότι ο λόγος αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με ολιγοήμερη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης.
Μπορεί όμως το Δικαστήριο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αρχική δικάσιμο της 17ης Οκτωβρίου 2018, οι συνήγοροι του εκζητουμένου ζήτησαν την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι προσδιορίστηκε σύντομα η υπόθεση προς εκδίκαση μετά την έκδοση της αναβλητικής αποφάσεως που ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από τις Γαλλικές αρχές και δεν εξήρκησε ο χρόνος για να λάβουν γνώση αυτοί και ο εκζητούμενος των συμπληρωματικών πληροφοριών που απέστειλαν οι Γαλλικές αρχές, αλλ' ούτε και της καθαρογραμμένης αναβλητικής αποφάσεως που αποφάσισε και ζήτησε τις συμπληρωματικές πληροφορίες, καθώς και των πρακτικών της, των οποίων μάλιστα πρακτικών ζήτησαν τη διόρθωση με αίτηση που συζητείται στις 22-10-2018.
Όμως, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Κ.Ποιν.Δ., ο λόγος αυτός, αφενός μεν δεν αποτελεί νόμιμο λόγο αναβολής της παρούσας κατ' έφεση δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, αφετέρου δε μπορεί να αντιμετωπισθεί με ολιγοήμερη διακοπή της συνεδριάσεως, προκειμένου να λάβουν γνώση ο εκζητούμενος και οι συνήγοροί του των συμπληρωματικών πληροφοριών που απέστειλαν οι Γαλλικές αρχές, της καθαρογραμμένης αναβλητικής αποφάσεως που ζήτησε τις συμπληρωματικές πληροφορίες και των πρακτικών της.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμο, το αίτημα αναβολής και να διαταχθεί η διακοπή της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, για την 25η Οκτωβρίου 2018, ημέρα Πέμπτη και ώρα 9.30 π.μ.. Κατά τη διάταξη του άρθρου 344 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ., "Η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 του ίδιου Κώδικα, "Αν ο κατηγορούμενος που κρατείται προσωρινά δεν μπορεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο εξαιτίας νόμιμου κωλύματος, το δικαστήριο είτε αναβάλλει τη δίκη είτε επιτρέπει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από συνήγορο που έχει διοριστεί κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 340 και την παράγραφο 1 του άρθρου 501 η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 344 εφαρμόζεται αναλόγως".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 348 του Κ.Ποιν.Δ., "Αν εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του κατηγορουμένου γίνεται δυσχερής η περαιτέρω παρουσία του στη δίκη, το δικαστήριο, αφού διαπιστωθεί η κατάσταση αυτή με αυτοψία ή βεβαιωθεί από γιατρό, διατάσσει ή τη διακοπή της δίκης για οκτώ το πολύ ημέρες ή την αναβολή της.
Μπορεί επίσης να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να εκπροσωπηθεί από το συνήγορό του, αν το ζητήσει. Αν και πάλι υπάρχει η ίδια νοσηρή κατάσταση ή αν αυτή που εμφανίσθηκε για πρώτη φορά πρόκειται να διαρκέσει επί μακρό χρόνο, αφού το γεγονός αυτό βεβαιωθεί από γιατρό, το δικαστήριο συνεχίζει τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρέποντας την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από το συνήγορό του.
Στα κακουργήματα εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του τρίτoυ εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 344". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής και όταν το Δικαστήριο συνεδριάζει δημόσια σε Συμβούλιο, προκύπτει ότι, εάν ο κρατούμενος κατηγορούμενος, μετά την εμφάνισή του στο Δικαστήριο και την έναρξη της δίκης και της διαδικασίας, εξαιτίας νοσηρής κατάστασης της υγείας του δεν μπορεί κατ' επανάληψη να εμφανισθεί και να παραστεί στη δίκη και η νοσηρή αυτή κατάσταση της υγείας του πρόκειται να διαρκέσει επί μακρό χρόνο, αφού βεβαιωθεί τούτο από γιατρό, το Δικαστήριο, εάν κρίνει ότι πρέπει να συνεχισθεί η δίκη, μπορεί να συνεχίσει τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρέποντας την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από το συνήγορό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκζητούμενος εκκαλών, όπως προκύπτει από τα ιατρικά πιστοποιητικά που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώστηκαν και συγκεκριμένα από το από 18-7-2018 ιατρικό σημείωμα της νευρολόγου ιατρού και Διευθύντριας του Νευρολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου ... Ε. Μ., την από 18-7-2018 έκθεση εξέτασης ασθενούς του ιατρού του Νοσοκομείου Κρατουμένων ...
Δ. Π., από το από 24-10-2018 παραπεμπτικό του εκζητουμένου από το Νοσοκομείο Κρατουμένων ... στο Νοσοκομείο "...", από το με αριθμό πρωτ. ..60/25-10-2018 έγγραφο του Νοσοκομείου Κρατουμένων ... προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και την επισυναπτόμενη σ' αυτό από 25-10-2018 βεβαίωση του ίδιου νοσοκομείου, αλλά και από τα υπ' αριθ.
…5/2018 πρακτικά της αναβλητικής αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα υπ' αριθ. 473/2018 πρακτικά συνεδριάσεως με απόφαση του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, πάσχει από υπολειμματική αριστερή ημιπάρεση λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου και από στεφανιαία νόσο και εξαιτίας της νοσηρής αυτής καταστάσεως της υγείας του, η οποία είναι μόνιμη, επιδεινώθηκε κατ' επανάληψη κατά τη διάρκεια τη εκδικάσεως της παρούσας υποθέσεως η κατάσταση της υγείας του, με συνέπεια κατ' επανάληψη να διακοπεί η διεξαγωγή της δίκης λόγω της επιδεινώσεως της υγείας του, τόσο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όσο και στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Η δίκη όμως αυτή, η οποία αφορά την εκτέλεση ή μη Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και η οποία έχει επείγοντα χαρακτήρα, τόσο ως εκ της φύσεώς της, όσο και εκ του νόμου, αφού τάσσονται από το άρθρο 21 παρ. 2 και 3 του Ν. 3251/2004 προθεσμίες εξήντα (60) και κατά παράταση ενενήντα (90) το πολύ ημερών για την έκδοση της τελεσίδικης αποφάσεως για την εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ., με συνέπεια, σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών αυτών, να υπάρχει υποχρέωση της Ελλάδος να ενημερώσει σχετικά τη "Eurojust", αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης (βλ.
άρθρο 21 παρ. 4 του Ν.3251/2004), έχει ήδη διαρκέσει στον πρώτο βαθμό από 29-5-2018 μέχρι 4-7-2018 και στον δεύτερο βαθμό από 17-7-2018 μέχρι σήμερα (25-10-2018), που υποβάλλεται από τους συνηγόρους του εκζητουμένου το σχετικό αίτημα αναβολής, άλλως διακοπής της λόγω επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του και εισαγωγής του στο νοσοκομείο, σχεδόν πέντε (5) μήνες, με συνέπεια η διάρκειά της να έχει υπερβεί κατά πολύ τα χρονικά όρια και τις προθεσμίες, μέσα στις οποίες θα έπρεπε να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ.
που αφορά τον εκζητούμενο. Ενόψει τούτων, το Συμβούλιο κρίνει ότι, παρά την αδυναμία του εκζητουμένου να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου τούτου κατά τη σημερινή συνεδρίαση λόγω της νοσηρής καταστάσεως της υγείας του, πρέπει να συνεχισθεί η εκδίκαση της υποθέσεως, για να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση περί εκτελέσεως ή μη του Ε.Ε.Σ.
που αφορά τον εκζητούμενο και που έχει καθυστερήσει και, κατά συνέπεια ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 346 και 348 του Κ.Ποιν.Δ. που προαναφέρθηκαν, να συνεχίσει τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρέποντας την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από τους νόμιμα διορισμένους απ' αυτόν (τρεις τον αριθμό) συνηγόρους του, οι οποίοι τον εκπροσωπούν πλήρως και μπορούν να ασκήσουν όλα τα δικαιώματά του στην παρούσα δίκη και να απορριφθεί το αίτημα που υποβλήθηκε για αναβολή, άλλως διακοπή της δίκης, επειδή ο εκζητούμενος εισήχθη και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο.
Το αίτημα των συνηγόρων του εκζητουμένου, το οποίο υποβλήθηκε μετά την απόφαση του Συμβουλίου τούτου να συνεχισθεί η διεξαγωγή της δίκης, παρά την εισαγωγή του εκζητουμένου σε νοσοκομείο προς νοσηλεία, με εκπροσώπηση του τελευταίου από τους συνηγόρους του, με το οποίο ζητούν τη διακοπή της διεξαγωγής της δίκης, αφενός μεν για να νομιμοποιηθούν ως συνήγοροι του εκζητουμένου, αφετέρου δε για να μεταβεί σε άλλο Δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Εφετείο για να παρασταθεί και αγορεύσει σε άλλη ποινική δίκη ο εκ των συνηγόρων του εκζητουμένου Ε.
Π., πρέπει να απορριφθεί, αφενός μεν διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του Συμβουλίου τούτου, και οι τρείς συνήγοροι που εκπροσωπούν τον εκζητούμενο έχουν ήδη διορισθεί και νομιμοποιηθεί από τον εκζητούμενο ως συνήγοροι κατά την αρχική δικάσιμο που συνεδρίασε το Συμβούλιο τούτο και συγκεκριμένα κατά την συνεδρίαση που έγινε στις 17-10-2018, αφετέρου δε, ως εκ του προαναφερθέντος επείγοντος χαρακτήρα της δίκης αυτής, που αφορά την εκτέλεση ή μη Ε.Ε.Σ., πρέπει να συνεχισθεί η διαδικασία στη δίκη αυτή και να ζητηθεί διακοπή στην άλλη ποινική δίκη που εκκρεμεί στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να δυνηθεί να παραστεί και να αγορεύσει και σε εκείνη ο εκ των συνηγόρων του εκζητουμένου Ε.
Π.. Στο άρθρο 15 του Ν. 3251/2004, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 7 και 11 του Ν. 4236/2014 (που μετέφεραν στην εθνική έννομη τάξη τη ρύθμιση των άρθρων 2 παρ. 7 και 3 παρ. 6 της Οδηγίας 2010/64/ΕΕ και του άρθρου 5 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, αντίστοιχα), ορίζεται ότι: "1. Όταν ο εκζητούμενος συλλαμβάνεται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, του χορηγείται αμέσως έγγραφο με πληροφορίες για τα δικαιώματά του και οδηγείται χωρίς αναβολή στον εισαγγελέα εφετών.
Ο εισαγγελέας εφετών, αφού βεβαιώσει την ταυτότητά του, τον ενημερώνει για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος, για το δικαίωμά του να προσφύγει στις υπηρεσίες νομικού παραστάτη και διερμηνέα, καθώς ..... 2. Ο συλληφθείς δικαιούται ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου του να ζητήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων με δική του δαπάνη. 3.
Με την καταχώριση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS), σύμφωνα με το άρθρο 95 της Σύμβασης περί εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν του έτους 1985, η οποία δεν αποτελεί ακόμη ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι δυνατό να γίνει σύλληψη του εκζητουμένου με εντολή του εισαγγελέα εφετών. Η κράτηση του εκζητουμένου μπορεί να διαρκέσει δεκαπέντε ημέρες, εντός των οποίων πρέπει να παραληφθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί από τον εισαγγελέα εφετών, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι... Σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τη σύλληψη, ο κρατούμενος απολύεται ..... 5. Τα άρθρα 233 παρ. 1 και 236Α του ΚΠΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση συλληφθέντος εκζητουμένου βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης".
Ως ανάλογη δε εφαρμογή νοείται εκείνη που λαμβάνει υπόψη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η φύση και η διαδικασία για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επίσης στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1...., 2. Στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται στην προσαγωγή του, η τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος λαμβάνεται εντός εξήντα ημερών από τη σύλληψη του εκζητούμενου. 3.
Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεστεί εντός των προβλεπομένων στις παραγράφους 1 και 2 προθεσμιών... οι προθεσμίες μπορεί να παραταθούν μέχρι τριάντα ημέρες". Εξάλλου, στο άρθρο 233 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4236/2014, ορίζεται ότι "Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν πρόκειται να εξεταστεί ύποπτος, κατηγορούμενος ...
ο οποίος δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, του παρέχεται χωρίς καθυστέρηση διερμηνεία...". Επίσης στο άρθρο 236Α του Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 4236/2014, ορίζονται τα εξής: "1. Στους υπόπτους ή στους κατηγορουμένους που δεν κατανοούν τη γλώσσα της ποινικής διαδικασίας παρέχεται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος γραπτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων ή χωρίων εγγράφων της διαδικασίας.
Τα ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σχετική με την κατηγορία.... 2. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις η έγγραφη μετάφραση μπορεί να αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση ή προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων. 3.
Ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της απόφασης με την οποία κρίνεται ότι δεν απαιτείται μετάφραση εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ή όταν η ποιότητά της δεν είναι επαρκής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως το έκτο εδάφιο του άρθρου 233 παρ. 1....". Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκζητούμενος, διά των συνηγόρων του, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2018, υπέβαλε αίτημα έγγραφης μετάφρασης στη Ρωσική γλώσσα των κάτωθι εγγράφων:
α) Της εκκαλούμενης υπ' αριθ. 473/2018 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, β) του υπ' αριθ. πρωτ. …/4/373-5-β' με αριθμό …./975/1-ρα' εγγράφου της ΥΑ ΟΕΕΑ/Γ ΔΕΟ-ΔΥ με θέμα "Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης - Διωκόμενος από τις Γαλλικές Αρχές", γ) της από 20-4-2018 Γενικής έκθεσης και του παραρτήματός της της Ανακρίτριας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της Ρεν Γαλλίας, δ) του κρινόμενου από 13-4-2018 Γαλλικού Ε.Ε.Σ., ε) της υπ' αριθ.
…5/2018 αναβλητικής αποφάσεως του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, στ) της από 4-10-2018 συμπληρωματικής έκθεσης που συντάχθηκε με επιμέλεια και εντολή της Ανακρίτριας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της Ρεν Γαλλίας, ζ) της από 4-10-2018 συμπληρωματικής έκθεσης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της Ρεν Γαλλίας που περιέχει τα πρόσθετα στοιχεία που ζητήθηκαν με την υπ' αριθ. ..5/2018 απόφαση του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου και η) του Εθνικού Γαλλικού Εντάλματος Συλλήψεως, επί του οποίου στηρίχθηκε το Ε.Ε.Σ.
της Γαλλίας, το οποίο είναι συντεταγμένο στα Γαλλικά. Όμως, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, αλλά και όπως δέχεται και το παρόν Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ως εκ του προαναφερθέντος επείγοντος χαρακτήρα της δίκης αυτής, που αφορά την εκτέλεση ή μη Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, συνέτρεχε και συντρέχει επείγουσα περίπτωση όπως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 236Α παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., η έγγραφη μετάφραση αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση και από προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων.
Έτσι, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθ. 473/2018 πρακτικά συνεδριάσεως με απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και από τα υπ' αριθ. …5/2018 πρακτικά συνεδριάσεως του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 236Α παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., μεταφράστηκαν προφορικά με διερμηνέα στον εκζητούμενο όλα τα κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου ουσιώδη έγγραφα της παρούσας δίκης, που του ήταν χρήσιμα για να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του και να αντικρούσει την εκτέλεση του κρινόμενου Ε.Ε.Σ.
και συγκεκριμένα του μεταφράστηκαν με διερμηνέα, στην πρωτοβάθμια δίκη ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, κατά την έναρξή της, α) το κρινόμενο Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης (Ε.Ε.Σ.), β) το παράρτημα αυτού (annexe), που εστάλη από τις γαλλικές αρχές, γ) η από 20-4-2018 γενική έκθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεν και δ) τα υπ' αριθ.
πρωτ. …1/4/373-8-β' από 17-4-2018 και …./4/95-8-β' από 17-4-2018 δύο, όμοια, τηλεομοιοτυπικά σήματα του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας -Κλάδου Ασφαλείας- Δ/νση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας - Τμήματος SIRENE, μαζί με το από 16-4-2018 μεταφρασμένο απόσπασμα του Τμήματος SIRΕNE Γαλλίας και καθ' όλη τη διάρκειά της όλα όσα διαμείφθηκαν στη πρωτοβάθμια διαδικασία, περιλαμβανομένης και της απαγγελίας της εκκαλούμενης αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλλονίκης και στη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου μεταφράστηκαν με διερμηνέα τα ουσιώδη αποσπάσματα από το σκεπτικό (αιτιολογικό) της εκκαλούμενης αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και μεταφράστηκαν ξανά με διερμηνέα το κρινόμενο Ε.Ε.Σ., η ως άνω Γενική Έκθεση που συνοδεύει το Ε.Ε.Σ.
και το παράρτημά της, καθώς και άλλα έγγραφα που προσκομίστηκαν και υπήρχαν στην δικογραφία (βλ. σελ. 26, 27, 34, 45, 49, 51, 53, 68, 69, 70 επ. 76 και 85 των υπ' αριθ. 1555/2018 πρακτικών συνεδριάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο), αλλά και καθ' όλη τη διάρκειά της όλα όσα διαμείφθηκαν στη δευτεροβάθμια διαδικασία, περιλαμβανομένης και της απαγγελίας της αναβλητικής αποφάσεως του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητήθηκαν από τις Γαλλικές αρχές συμπληρωματικές πληροφορίες για τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις πράξεις των κλοπών, για τις οποίες εκζητείται, η δε από 4-10-2018 συμπληρωματική έκθεση των Γαλλικών αρχών, που περιέχει συμπληρωματικές πληροφορίες για τη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις πράξεις των κλοπών και που τον χαρακτηρίζει ως ηθικό αυτουργό των κλοπών που έγιναν στη Γαλλία, αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, παρουσία των συνηγόρων του που τον εκπροσωπούσαν πλήρως, όταν αυτός, λόγω της νοσηρής καταστάσεως της υγείας του, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2018 δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και εκπροσωπήθηκε από τους συνηγόρους του.
Τέλος, δεν υπάρχει λόγος να μεταφρασθεί το Εθνικό Γαλλικό Ένταλμα Συλλήψεως, επί του οποίου στηρίχθηκε το κρινόμενο Ε.Ε.Σ. της Γαλλίας, το οποίο είναι συντεταγμένο στα Γαλλικά, αφού αντικείμενο έρευνας της παρούσας δίκης είναι η εγκυρότητα ή μη και η εκτέλεση ή μη του από 13-4-2018 Ε.Ε.Σ. που εξέδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας του Εφετείου της Ρεν Γαλλίας και όχι η εγκυρότητα ή μη του Εθνικού Γαλλικού Εντάλματος Συλλήψεως που εξέδωσε η Ανακρίτρια του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεν Γαλλίας, του οποίου την εγκυρότητα ή μη δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγξει το παρόν Συμβούλιο, αλλά μόνον οι αρμόδιες Γαλλικές δικαστικές αρχές.
Επομένως, ενόψει τούτων, προκύπτει και αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - εκζητούμενος έλαβε με προφορική μετάφραση την απαιτούμενη από το νόμο και την Ε.Σ.Δ.Α. ενημέρωση και γνώση στη Ρωσική γλώσσα που κατανοεί όλων των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας αυτής, που αφορά στην εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ. που εκδόθηκε εναντίον του από τις Γαλλικές Δικαστικές Αρχές, η προφορική δε αυτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας κρίνεται επαρκής και ανταποκρινόμενη στην φύση και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επείγουσας διαδικασίας εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ., για την διεξαγωγή και ολοκλήρωση της οποίας τάσσονται οι προαναφερθείσες εξαιρετικά βραχείες προθεσμίες από τη σύλληψη του εκζητούμενου, που προβλέπονται στα άρθρα 15 παρ. 3 και 21 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3251/2004 και, κατά συνέπεια, το αίτημα που υπέβαλε για έγγραφη μετάφραση των ως άνω εγγράφων της δικογραφίας, κρίνεται ότι προβάλλεται προς παρέλκυση της δίκης, η διεξαγωγή της οποίας, λόγω υποβολής αλλεπαλλήλων αιτημάτων από μέρους του εκζητουμένου, που δεν συντελούν στην ταχεία και ασφαλή διάγνωση του αντικειμένου της δίκης, που είναι η εγκυρότητα και η εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ.
και όχι το αν τέλεσε ή όχι τις πράξεις για τις οποίες εκζητείται ο εκζητούμενος, έχει ήδη καθυστερήσει υπέρμετρα, κατά πολύ πέραν των συνήθων χρονικών ορίων διεξαγωγής παρομοίων δικών και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως παρελκυστικό και καταχρηστικά ασκούμενο.
Στο άρθρο 142Α
του Κ.Ποιν.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 3346/2005, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της πρώτης παραγράφου του με την παρ. 1 του άρθρου 33 του Ν.4055/2012, ορίζεται ότι: "1. Ενώπιον των δικαστηρίων, με εξαίρεση το πταισματοδικείο, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία. 2.
Η φωνοληπτική τήρηση των πρακτικών γίνεται από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου και υπό τις οδηγίες του Δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση με μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση ή άλλες τεχνικές φωνοληψίας που διενεργούνται με τη χρήση κατάλληλων μηχανικών μέσων και, εφόσον παρίσταται αναγκαίο, με τη συνδρομή βοηθητικού προσωπικού. 3.
Οι υλικοί φορείς του ήχου όπως ψηφιακοί δίσκοι και κασέτες παράγονται, με την ενσωμάτωση του ήχου, σε ένα πρωτότυπο το οποίο φυλάσσεται στο αρχείο του δικαστηρίου για τη διασφάλιση της δυνατότητας επαλήθευσης προς το απομαγνητοφωνημένο ή με άλλες τεχνικές εκτυπωμένο κείμενο και σε ένα κυρωμένο αντίτυπο, το οποίο χρησιμοποιείται για την εργασία της απομαγνητοφώνησης και εκτύπωσης. 4.
Η μηχανική εγγραφή (φωνοληψία) κατά τη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου αποτελεί για τις ανάγκες του άρθρου 142 παρ. 1 τα πρόχειρα πρακτικά. 5. Το απομαγνητοφωνημένο ή με άλλες τεχνικές εκτυπωμένο κείμενο υπογράφεται από το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση και από τον γραμματέα, τίθεται στη δικογραφία και συνιστά το κατά την έννοια του άρθρου 142 παρ. 2 κείμενο των πρακτικών".
Από την γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι η τήρηση πρακτικών με φωνοληψία, σε όλες τις υποθέσεις πλημμεληματικού και κακουργηματικού χαρακτήρα, είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η δε παραβίαση της διατάξεως αυτής ουδεμία δικονομική κύρωση συνεπάγεται, το δε Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε σχετικό αίτημα.
Εξάλλου, ναι μεν από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μαγνητοφώνηση των πρακτικών τέθηκε για τη διασφάλιση της ακριβούς αποδόσεως αυτών που συμβαίνουν στο ακροατήριο μιας ποινικής για πλημμέλημα ή κακούργημα δίκης, ώστε να ελέγχεται καλύτερα η απόφαση από τα ανώτερα Δικαστήρια, πλην όμως καθίσταται σαφές από την ως άνω διάταξη, ότι για την εφαρμογή της πρέπει να υπάρχει η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή και ο κατάλληλος εξοπλισμός (κατάλληλα μηχανικά μέσα) στο Δικαστήριο, όπου θα διενεργηθεί με φωνοληψία η τήρηση των πρακτικών, ώστε να μπορεί να αποτυπώνεται και να ενσωματώνεται ευκρινώς ο ήχος, ακόμη και όταν μιλούν ταυτόχρονα παράγοντες της δίκης, σε πρωτότυπο φορέα ήχου που φυλάσσεται σε αρχείο φορέων ήχου που τηρείται στο Δικαστήριο, αλλά και ο γραμματέας του Δικαστήριου θα πρέπει να έχει γνώσεις τήρησης των πρακτικών με φωνοληψία και να συνεπικουρείται προς τούτο και από βοηθητικό προσωπικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την διάρκεια της δημόσιας συνεδριάσεως του Συμβουλίου τούτου στις 25-10-2018, ο εκζητούμενος, διά των συνηγόρων του, υπέβαλε αίτημα τηρήσεως των πρακτικών της συνεδριάσεως με φωνοληψία. Το αίτημα αυτό, ανεξάρτητα από το ότι δεν υποβλήθηκε κατά την έναρξη της αρχικής δημόσιας συνεδριάσεως του Συμβουλίου τούτου που έγινε στις 17 Οκτωβρίου 2018, σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί.
Και τούτο, διότι στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δεν υπάρχει η αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή και τα κατάλληλα μηχανικά μέσα για την τήρηση των πρακτικών συνεδριάσεως με φωνοληψία σε πρωτότυπο φορέα ήχου που να φυλάσσεται σε αρχείο στον Άρειο Πάγο, αλλά ούτε και η Γραμματέας του Συμβουλίου τούτου έχει γνώσεις τήρησης των πρακτικών συνεδριάσεως με φωνοληψία, αφού μέχρι σήμερα τηρεί χειρόγραφα τα πρακτικά συνεδριάσεως και, ως εκ τούτου, καθίσταται αντικειμενικά αδύνατη η τήρηση των πρακτικών της συνεδριάσεως του Συμβουλίου τούτου με φωνοληψία.
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων αυτής, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτοδίκου αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, εναντίον της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών περί εκτελέσεως Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που έχει εκδοθεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε βάρος του εκζητουμένου που ασκεί το άνω ένδικο μέσο.
Συνεπώς, οι κρινόμενες εφέσεις, που συμπληρώνουν η μία την άλλη, εξετάζονται μόνον ως προς τη βασιμότητα των λόγων εφέσεως που προβάλλονται με αυτές.
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του Ν. 3251/2004 προκύπτει, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εκδόσεως του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοσή του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τελέσεώς του, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της.
Προϋπόθεση της εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του ως άνω νόμου, είναι οι πράξεις, για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη, να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και, αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Το ένταλμα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του αυτού νόμου, εκτελείται, υπό την επιφύλαξη περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του νόμου τούτου, εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών.
Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τις αξιόποινες πράξεις, που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, ειδικότερα δε, μεταξύ άλλων, και για τις κακουργηματικές πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και των οργανωμένων κλοπών (στοιχεία α', θ', και ιη' της παρ. 2 του άρθρου 10 Ν. 3251/2004).
Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται οι περιπτώσεις, που απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και στο άρθρο 12 αυτού οι περιπτώσεις, που η δικαστική αρχή, η οποία αποφασίζει για την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή του. Έτσι, το αρμόδιο ελληνικό Δικαστήριο σε Συμβούλιο, ως δικαστική αρχή εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αφού αρχικά ελέγξει τη νομιμότητα του εντάλματος, δηλαδή την εξωτερικά νομότυπη έκδοση (π.χ.
έκδοση του εντάλματος από δικαστική αρχή) και την εσωτερική νομιμότητα αυτού (π.χ. έκδοση για αξιόποινες πράξεις και ποινές, που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητουμένου), οφείλει, στη συνέχεια, να ερευνήσει, αν συντρέχει κάποιος από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 11 του Ν. 3251/2004 λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος και, σε καταφατική περίπτωση, να εκδώσει απορριπτική απόφαση και να αρνηθεί την παράδοση του εκζητουμένου ή, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους δυνητικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η συνδρομή του οποίου παρέχει στο δικαστή τη διακριτική εξουσία, ασκούμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες στο ελληνικό ποινικό σύστημα αρχές, να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος.
Ανάμεσα στους λόγους υποχρεωτικής αρνήσεως εκτελέσεως του εντάλματος περιλαμβάνεται και η περίπτωση υπό στοιχείο ζ εδ. ι του άρθρου 11 του ως άνω νόμου, κατά την οποία η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση αυτού, αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας, αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή, εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών και μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς.
Κατά συνέπεια, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος αυτής κάθε ύποπτος ή υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και όσα προσκομίσθηκαν από τον εκκαλούντα και τους συνηγόρους του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα πρακτικά με απόφαση του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά της υπ' αριθ, 1555/2018 αναβλητικής αποφάσεως του Συμβουλίου τούτου, τα οποία έγγραφα αναγνώστηκαν από το Συμβούλιο αυτό, και από τα οποία τα κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου πλέον ουσιώδη έχουν μεταφρασθεί κατ' επανάληψη με προφορική μετάφραση στην Ρωσική γλώσσα από διερμηνέα στον εκζητούμενο, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ι.
Λ., δικηγόρου, που εξετάστηκε ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, σε συνδυασμό με τα όσα εξέθεσαν ενώπιον του Συμβουλίου, οι συνήγοροι του εκζητουμένου, αλλά και ο ίδιος, προφορικώς και εγγράφως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 473/2018 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του με στοιχείο αναφοράς φακέλου αρ.
Εισαγγελίας 16/329/029 από 13/04/2018 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (Ε.Ε.Σ), που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Εφετείου της PEN Γαλλίας, βάσει του με αρ. ανακριτικού φακέλου JIRS: …/01 και αρ. Εισαγγελίας 16/…/029 εντάλματος σύλληψης της Ανακρίτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της PEN Γαλλίας, με το οποίο ζητείται από τις Αρχές της Ελλάδος η έκδοση του εκκαλούντος (επ.) S. (ον.) L.
του P. και Α. , γεννηθέντος στις 25-7-1961 στο ..., κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατούμενου, προκειμένου ο εκζητούμενος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της Γαλλικής Δικαστικής Αρχής που εξέδωσε το Ε.Ε.Σ., για να δικασθεί για: α) κλοπές από οργανωμένη συμμορία, β) απόκρυψη κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία προερχόμενων από οργανωμένες κλοπές, γ) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την προετοιμασία εγκλημάτων ή αδικημάτων τα οποία τιμωρούνται με 10ετή φυλάκιση και δ) διακεκριμένη νομιμοποίηση προϊόντων από παράνομη δραστηριότητα (συμμετοχή σε οργανωμένη συμμορία για την τοποθέτηση, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος αδικήματος), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων:
α) 311-9 παρ.1, 311-1, 132-71, 450-1 παρ.1,2, 311-14, 311-15, 450-3, 450-5, β) 132-71, 311-1, 311-9, 311- 13, 311-14, 311-15, γ) 450-1, 450-3, 450-5 και, δ) 324-1-1, 324-1, 324-2, 324-3 έως 324-8 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα, αντίστοιχα. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο ως άνω Ε.Ε.Σ. και στην από 20-4-2018 Γενική έκθεση της Αντιπροέδρου Ανακρίτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της ΡΕΝ A.
P. που το συνοδεύει, οι Γαλλικές δικαστικές αρχές διενεργούν ανακριτικές πράξεις σχετικά με κλοπές και διαρρήξεις κατοικιών και καταστημάτων που παρατηρήθηκαν από το καλοκαίρι του 2016 στην περιοχή της Νορμανδίας. Πραγματοποιήθηκαν αρκετές συλλήψεις και από τα στοιχεία που συνέλεξαν οι Γαλλικές ανακριτικές αρχές, φάνηκε ότι πρόκειται για άτομα, τα οποία ανήκουν στην αρμενική και γεωργιανή κοινότητα.
Κατά την προκαταρκτική έρευνα επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη μαφιόζικου κυκλώματος τύπου "έννομοι κλέφτες (…..)" το οποίο εκτείνετο από τη Βρετάνη έως την Άνω Νορμανδία. Ως υπεύθυνος του κυκλώματος είχε αναγνωρισθεί ο επονομαζόμενος P. A., γεννηθείς στις 03-01-1979, γεωργιανός υπήκοος, ο οποίος είχε το ρόλο του "smotriach" και ήταν διαχειριστής του "obshak" στην περιοχή της πόλης ....
Πολλά ήταν τα μέλη της γεωργιανής και της αρμένικης κοινότητας, τα οποία τον βοηθούσαν στην εκτέλεση των παράνομων ενεργειών του. Από τις διεξαχθείσες έρευνες αποδεικνύεται η εμπλοκή του L. S., γεννηθέντος στις 25-7-1961 στη Γεωργία, κατοίκου ... Ελλάδας. Από έρευνες τις οποίες διεξήγαγαν οι Ελληνικές αρχές αποδεικνύεται ότι ο L.
S. είχε ζητήσει από τον N. S., έννομο κλέφτη, να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να αποκτήσει τον έλεγχο της πόλης προς όφελος της ομάδας L. S. και μάλιστα το έτος 2015 ο L. S. εμπιστεύθηκε στον N. S. τη διαχείριση του "obshak" (κοινού ταμείου). Στα πλαίσια μιας Ενιαίας Ερευνητικής Ομάδας εγκαταστάθηκαν "κοριοί" σε ορισμένα οχήματα για την παρακολούθηση των συζητήσεων.
Η επεξεργασία των συζητήσεων μεταξύ του L. S. και του N. S. επιβεβαίωσε ότι ο L. S. κατέχει θέση αρχηγού στην ομάδα της περιοχής του ...)/ ...), που αποτελεί ένα από τα δύο τμήματα της ρωσόφωνης μαφίας. Από την έρευνα που έχει διεξαχθεί, οι Γαλλικές αρχές μιλούν για εγκληματική οργάνωση, η οποία δρα, τόσο στη Γαλλική Επικράτεια, αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη, στη Ρωσία και στη Γεωργία και το άτομο, το οποίο είναι ο γενικός υπεύθυνος της μαφιόζικης δομής και στο οποίο ανήκει το κύκλωμα στη Γαλλία, είναι ο L.
S., που είναι αρχηγός του κυκλώματος (ομάδας) .... Αναφορικά, με τις αποδιδόμενες στον εκζητούμενο L. S. και περιγραφόμενες στο ως άνω Ε.Ε.Σ. εγκληματικές πράξεις, οι Γαλλικές αρχές εξέδωσαν και απέστειλαν στην Ελλάδα διευκρινιστικό "παράρτημα", στο οποίο διευκρινίζουν, επί λέξει, ότι: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ορισμένα από τα αδικήματα έχουν σαφώς διαπραχθεί στην ελληνική επικράτεια και ειδικότερα η νομιμοποίηση κεφαλαίων από παράνομη δραστηριότητα καθώς και η σύσταση συμμορίας κακοποιών.
Πάρα ταύτα, τα αρχικά αδικήματα που οδήγησαν στα ανωτέρω αναφερόμενα στην ελληνική επικράτεια και δη οι κλοπές από οργανωμένη σπείρα και η απόκρυψη κλοπιμαίων προερχομένων από οργανωμένες κλοπές έχουν διαπραχθεί αποκλειστικά στο γαλλικό έδαφος. Επιπλέον, οι Γαλλικές Αρχές δεν προτίθενται να διερευνήσουν τις πολυάριθμες κλοπές από οργανωμένη συμμορία οι οποίες διεπράχθησαν στην ελληνική επικράτεια, δεδομένου ότι ο κύριος S. διώκεται μόνο για τις κλοπές από οργανωμένη συμμορία που έχουν διαπραχθεί στη Γαλλία...".
Τέλος, με την υπ' αριθ. 1555/2018 απόφαση του Συμβουλίου τούτου ζητήθηκαν από τις Γαλλικές αρχές συμπληρωματικές πληροφορίες αναφορικά με τη μορφή συμμετοχής του εκκαλούντος εκζητουμένου στις πράξεις των κλοπών από οργανωμένη συμμορία, για τις οποίες εκζητείται και οι Γαλλικές αρχές απέστειλαν την από 4-10-2018 συμπληρωματική έκθεση της Αντιπροέδρου Ανακρίτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της ΡΕΝ A.
P., στην οποία αναφέρεται, επί λέξει, ότι: "Οι Γάλλοι ανακριτές διεξάγουν έρευνες μόνον για τις πράξεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί στη Γαλλία και θεωρούν τον L. S. ως τον άμεσο ηθικό αυτουργό δεδομένου ότι με δικές του διαταγές και οδηγίες έχει διαπραχθεί ένας μεγάλος αριθμός αξιοποίνων πράξεων στη Γαλλία, ενώ τα απορρέοντα κεφάλαια έχουν νομιμοποιηθεί σε άλλες χώρες".
Το ως άνω Ε.Ε.Σ. διαβιβάστηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος, με την από 18-4-2018 εντολή σύλληψης, διέταξε τη σύλληψη του εκζητουμένου και με την υπ' αριθμό 24/18-4-2018 Διάταξή του διέταξε την προσωρινή του κράτηση, με σκοπό την εκτέλεση του εντάλματος και την παράδοση του συλληφθέντος εκζητουμένου στις Γαλλικές αρχές.
Με βάση την ανωτέρω εντολή του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και ενόψει της από 16-4-2018 και στις 16:20 ώρα αναγγελίας στο σύστημα SIRENE, ο εκζητούμενος συνελήφθη την 17-4-2018 κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 της Σύμβασης της Συμφωνίας Σέγκεν του έτους 1985 (βλ. άρθρο 15 παρ. 3 Ν. 3251/2004). Όταν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 του Ν. 3251/2004, εμφανίστηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο εκζητούμενος δήλωσε ότι δεν συγκατατίθεται για την προσαγωγή του στο Κράτος έκδοσης του προαναφερόμενου Ε.Ε.Σ. (Γαλλία), ενώ δεν αμφισβήτησε ότι αυτός είναι το εκζητούμενο με το Ε.Ε.Σ.
πρόσωπο. Από την περιγραφή των εγκλημάτων, για τα οποία εκζητείται ο εκκαλών εκζητούμενος στο ένδικο ΕΕΣ, σε συνδυασμό με τις περιεχόμενες στο προαναφερθέν παράρτημα αυτού διευκρινίσεις των Γαλλικών Αρχών και τις συμπληρωματικές πληροφορίες, που απέστειλαν οι Γαλλικές αρχές αναφορικά με τη μορφή συμμετοχής του εκκαλούντος εκζητουμένου ως ηθικού αυτουργού στις πράξεις των κλοπών από οργανωμένη συμμορία προκύπτει, αναμφίβολα, ότι από τα εγκλήματα για τα οποία εκζητείται, εκείνα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από υπαίτιο που έδρασε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης (άρθρ. 450-1, 450-3, 450-5 του Γαλλικού Π.Κ. - άρθρα 45 παρ. 1, α, γ, του ελληνικού Ν. 3691/2008) και της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης (άρθρα 324- 1-1, 324-1, 324-2, 324-3 έως 324-8 του Γαλλικού Π.Κ. - άρθρα 187 παρ. 1, 3 του ελληνικού Π.Κ.), φέρονται και από τις Γαλλικές αρχές ότι τελέστηκαν από τον εκκαλούντα εκζητούμενο αποκλειστικά στην Ελληνική Επικράτεια.
Επομένως, ανεξάρτητα από το ότι δεν προέκυψε, αν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος εκζητούμενου για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από υπαίτιο που έδρασε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης και της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, στην Ελλάδα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 περ.
ζ εδ. ι του Ν. 3251/2004, απαγορεύεται η εκτέλεση του ενδίκου εντάλματος γι' αυτές τις πράξεις. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 α' του Ν. 3251/2004, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση δίωξης, πρέπει η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική τής ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση μη ελέγχου του διττού αξιοποίνου.
Όμως, το έγκλημα της απόκρυψης κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία, προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, όπως αυτό περιγράφεται στο ως άνω Ε.Ε.Σ., το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 132-71, 311-1, 311-9, 311-13, 311-14, 311-15, 450-1, 450-3, 450-5 του Γαλλικού Π.Κ. και για το οποίο εκζητείται ο εκκαλών εκζητούμενος, δεν εμπίπτει σε κάποια από τις προβλεπόμενες στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 3251/2004 περιπτώσεις που δεν χρειάζεται για την εκτέλεση του εντάλματος να συντρέχει ως προϋπόθεση το διττό αξιόποινο και, επομένως, ως προς το έγκλημα αυτό απαιτείται να συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου και, προκειμένου να εκτελεστεί και για το έγκλημα αυτό το Ε.Ε.Σ., θα πρέπει αυτό να αποτελεί έγκλημα και στην Ελλάδα και να τιμωρείται, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, αφού το έγκλημα αυτό, δηλαδή η απόκρυψη κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, από τους δράστες της πράξης των κλοπών από οργανωμένη συμμορία, συνιστά, κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία, ουσιαστική αποπεράτωση της πράξης της κλοπής από οργανωμένη συμμορία και όχι ίδιο αυτοτελές και ιδιαιτέρως τιμωρούμενο έγκλημα.
Συνεπώς, ως προς το έγκλημα αυτό, ελλείπει το αναγκαίως προαπαιτούμενο στοιχείο του διττού αξιοποίνου για την εκτέλεση του ως άνω Ε.Ε.Σ..
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση εκτελέσεως του Ε.Ε.Σ. και για τα εγκλήματα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από υπαίτιο που έδρασε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης και της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, τα οποία από τις ίδιες τις αρμόδιες Γαλλικές δικαστικές αρχές φέρονται ως τελεσθέντα από τον εκκαλούντα εκζητούμενο στην Ελλάδα, αλλά και για το έγκλημα της απόκρυψης κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία προερχομένων από οργανωμένες κλοπές και αποφάσισε και γι' αυτά την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.
και τη σύλληψη και παράδοση του εκκαλούντος εκζητουμένου στην αρμόδια δικαστική αρχή της Γαλλίας, ώστε ν' ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη και να διωχθεί και για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, έσφαλε, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών εκζητούμενος με τους συναφείς λόγους της έφεσής του, οι οποίοι πρέπει να γίνουν, κατά τούτο, δεκτοί, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αποφάνθηκε υπέρ της εκτελέσεως του ενδίκου Ε.Ε.Σ.
για τα ανωτέρω τρία εγκλήματα και να αποφανθεί το παρόν Συμβούλιο, ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να εκτελεστεί το ένταλμα για τις ως άνω πράξεις και να παραδοθεί και γι' αυτές ο εκζητούμενος στην αρμόδια Γαλλική αρχή, που ζητεί την παράδοσή του. Περαιτέρω, αφού για τις αξιόποινες και στην Ελλάδα πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, από υπαίτιο που έδρασε στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης και της συγκρότησης, ένταξης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, δεν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη, πρέπει να διαβιβαστούν αντίγραφα της δικογραφίας στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για την ενδεχόμενη άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, που τελέστηκαν στην Ελλάδα, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Αντίθετα, οι αξιόποινες πράξεις των κλοπών από οργανωμένη συμμορία (άρθρα 311-9, παρ. 1, 311-1, 132-71, 450-1 παρ. 1, παρ. 2, 311-14, 311-15, 450-3, 450-5 του Γαλλικού Π.Κ. - διακεκριμένων κλοπών, που τελέσθηκαν από περισσότερους, που διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια - άρθρα 45, 374 περ. δ, ε, 372 παρ. 1α του Ελληνικού Π.Κ.), ως προς τις οποίες δεν χρειάζεται για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.
να συντρέχει η προϋπόθεση του διττού αξιοποίνου ( βλ. άρθρ. 10 παρ. 1 περ. ιη Ν. 3251/2004) και ως προς τις οποίες οι Γαλλικές αρχές προσδιορίζουν με την από 4-10-2018 συμπληρωματική έκθεση της Αντιπροέδρου Ανακρίτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της ΡΕΝ A. P. τη συμμετοχική δράση του εκκαλούντος εκζητουμένου ως ηθικού αυτουργού σ' αυτές, δεδομένου ότι με δικές του διαταγές και οδηγίες έχουν διαπραχθεί, φέρονται κατά το ως άνω Ε.Ε.Σ.
ότι τελέστηκαν αποκλειστικά στην Γαλλία. Έτσι, αφού, κατά τα άρθρα 16 και 46 παρ. 1 περ. α του ελληνικού Π.Κ., με βάση τη θεωρία της ενότητας αλλά και τον παρακολουθητικό χαρακτήρα της συμμετοχικής πράξης ως έννοιας αναφοράς και εξαρτημένης από την άδικη κύρια αυτουργική πράξη, γίνεται δεκτό από το ελληνικό δίκαιο, ότι τόπος τέλεσης της συμμετοχής stricto sensu είναι ο τόπος α) στον οποίο πραγματώθηκε η αξιόποινη συμμετοχική συμπεριφορά, δηλαδή ο τόπος, στον οποίο ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον δράστη την απόφαση προς τέλεση του εγκλήματος, τέτοιος δε τόπος τελέσεως του εγκλήματος της συμμετοχής είναι ο τόπος, όπου επήλθε η επίδραση της συμμετοχικής δραστηριότητας στην αυτουργική πράξη (άμεσο αποτέλεσμα της συμμετοχής), δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε στο δράστη η απόφαση για την τέλεση του εγκλήματος και β) ο τόπος στον οποίο πραγματώθηκε η αυτουργική πράξη (βλ.
Αριστ. Χαραλαμπάκη Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ' άρθρο, Τόμος Πρώτος, άρθρο 16, αριθ. 24, σελ. 254, με τις εκεί παραπομπές σε Μυλωνόπουλο, Μπουρόπουλο, Χωραφά, Τζωρτζόπουλο, Γάφο και Μαγκάκη), η συμμετοχική δράση του εκκαλούντος εκζητουμένου ως ηθικού αυτουργού στις αυτουργικές πράξεις διακεκριμμένων κλοπών από οργανωμένη συμμορία που έγιναν στην Γαλλία, έχει τόπο τελέσεως την Γαλλία, δηλαδή τον τόπο, στον οποίο πραγματώθηκε η αξιόποινη συμμετοχική συμπεριφορά του, επήλθε η επίδραση της συμμετοχικής δραστηριότητάς του στην αυτουργική πράξη, προκάλεσε στον αυτουργό δράστη ή στους αυτουργούς δράστες την απόφαση προς τέλεση της διακεκριμένης κλοπής και όπου πραγματώθηκε η αυτουργική πράξη της διακεκριμένης κλοπής, έστω και αν αυτός διέμενε και κατοικούσε κατά τον χρόνο τελέσεως των αυτουργικών πράξεων των διακεκριμένων κλοπών στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το αν πράγματι τέλεσε ή δεν τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμμένες κλοπές που έγιναν στην Γαλλία, για τις οποίες εκζητείται, γεγονός που δεν έχει εξουσία και δεν μπορεί να ερευνήσει το παρόν Συμβούλιο, που αποφαίνεται μόνον για την εκτέλεση ή μη Ε.Ε.Σ..
Κατά συνέπεια, αφού τόπος τελέσεως της ηθικής αυτουργίας στις διακεκριμένες κλοπές που τελέστηκαν στην Γαλλία είναι κατά το ελληνικό δίκαιο η Γαλλία, δεν συντρέχει περίπτωση απαγορεύσεως κατά το άρθρο 11 περ. ζ, εδ. ι του Ν. 3251/2004 της εκτελέσεως του Ε.Ε.Σ. για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμένες κλοπές, για τις οποίες εκζητείται ο εκκαλών εκζητούμενος από τις Γαλλικές αρχές και οι περί του εναντίου σχετικοί λόγοι των εφέσεών του είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το ένδικο Ε.Ε.Σ. περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 στοιχεία, ήτοι την ταυτότητα του εκζητουμένου, το όνομα, την διεύθυνση και τα λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής που το εξέδωσε, το ένταλμα συλλήψεως της Ανακρίτριας στο οποίο στηρίζεται, την φύση και το νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων για την τέλεση των οποίων ζητείται η εκτέλεσή του, περιγραφή περιστάσεων τέλεσης των διακεκριμένων κλοπών από οργανωμένη συμμορία, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος τελέσεώς τους (καλοκαίρι του έτους 2016 έως την έκδοση του εντάλματος) και ο τόπος τελέσεώς τους (Βρετάνη και Άνω Νορμανδία της Γαλλικής Επικράτειας), καθώς και ότι ο εκκαλών εκζητούμενος συμμετείχε στις διακεκριμμένες κλοπές και μάλιστα, όπως διευκρινίστηκε με την από 4-10-2018 συμπληρωματική έκθεση της Αντιπροέδρου Ανακρίτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της ΡΕΝ, ενήργησε ως ηθικός αυτουργός και προκάλεσε με εντολές και οδηγίες του την απόφαση στους αυτουργούς να τις τελέσουν, την ποινή που απειλείται (15ετής κάθειρξη), τις νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις, συνοδεύεται δε από επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα και, συνεπώς, πληροί τους όρους της τυπικής του νομιμότητας, κατά το Ν.3251/2004.
Επομένως, οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από το Κράτος της Γαλλίας, οι οποίες περιέχονται στο παραπάνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, συμπληρωμένες από τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, είναι οι απαιτούμενες από το νόμο, όσον αφορά τις υπό στοιχ. α' αξιόποινες πράξεις των διακεκριμμένων κλοπών από οργανωμένη συμμορία που τελέστηκαν στη Γαλλία, ώστε να αποφασισθεί η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.
γι' αυτές και η παράδοση του εκκαλούντος εκζητουμένου στη Γαλλία, για να του απαγγελθούν κατηγορίες και να δικασθεί γι' αυτές, αφού αναφορικά με αυτές δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του Ν. 3251/2004.
Και τούτο, διότι οι εν λόγω πράξεις διακεκριμένων κλοπών και η συμμετοχική δράση του εκζητουμένου ως ηθικού αυτουργού σ' αυτές, ως αναφέρεται στο ένδικο Ε.Ε.Σ., αλλά και στο συνοδευτικό του παράρτημα, τελέσθηκαν αποκλειστικά στο έδαφος της Γαλλίας, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ή μη βασιμότητας αυτών. Άλλα στοιχεία, πλην των ανωτέρω αναφερομένων, δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται στο ένδικο Ε.Ε.Σ..
Εκτός του ότι ο εκκαλών εκζητούμενος, όπως ο ίδιος συνομολογεί, δεν έχει υπηκοότητα και είναι ανιθαγενής, η παράλειψη της αναγραφής του πατρωνύμου, του μητρωνύμου και της υπηκοότητας του εκζητουμένου στο, με μέριμνα της εκζητούσας αρχής, μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα κείμενο του Ε.Ε.Σ. δεν προκαλεί καμία ακυρότητά του, καθόσον η αναφορά των εν λόγω στοιχείων της ταυτότητας του εκζητουμένου αποσκοπεί στο να διασφαλισθεί, με πλήρη βεβαιότητα, ότι αυτός που συνελήφθη προς εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.
ταυτίζεται με τον εκζητούμενο και στην προκειμένη περίπτωση, από τα λοιπά στοιχεία της ταυτότητας του εκζητουμένου, που περιλαμβάνονται στο ένδικο Ε.Ε.Σ., δεν απομένει καμία αμφιβολία ως προς την ταυτοποίηση του εκζητουμένου προσώπου με τον ενώπιον του Συμβουλίου προσαχθέντα εκκαλούντα, ο οποίος άλλωστε, κατά την ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης προσαγωγή του, μετά τη σύλληψή του, προς εκτέλεση του ένδικου Ε.Ε.Σ., δεν αμφισβήτησε ότι ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο Ε.Ε.Σ.
πρόσωπο. Έτσι, όπως προαναφέρθηκε, στο ένδικο Ε.Ε.Σ., σε συνδυασμό με τα συνοδευτικά και συμπληρωματικά του έγγραφα, καθορίζονται με επάρκεια οι περιστάσεις τελέσεως των υπό στοιχ. α' αξιοποίνων πράξεων των διακεκριμένων κλοπών από οργανωμένη συμμορία, με αναφορά στον τόπο και στον χρόνο τελέσεώς τους, καθώς και η συμμετοχική δράση του εκκαλούντος εκζητουμένου σ' αυτές ως ηθικού αυτουργού, η δε λεπτομερειακή εξειδίκευσή τους, η οποία δεν είναι αναγκαία για την εγκυρότητα του Ε.Ε.Σ., εναπόκειται να γίνει από την αιτούσα Γαλλική δικαστική αρχή κατά την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, το Ε.Ε.Σ.
περιέχει με επάρκεια τα απαιτούμενα από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 στοιχεία ως προς τις πράξεις των διακεκριμένων κλοπών από οργανωμένη συμμορία και δεν είναι ασαφές, αόριστο και άκυρο ως προς αυτές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών εκζητούμενος με τους λόγους των εφέσεών του. Ενόψει τούτων, αφού, μετά τις διευκρινίσεις που έδωσαν οι Γαλλικές αρχές σχετικά με τη συμμετοχική δράση του εκζητουμένου στις διακεκριμένες κλοπές, καθορίζονται με επάρκεια οι περιστάσεις τελέσεως των υπό στοιχ.
α' αξιοποίνων πράξεων των διακεκριμένων κλοπών από οργανωμένη συμμορία, με αναφορά στον τόπο και στον χρόνο τελέσεώς τους, καθώς και η συμμετοχική δράση του εκκαλούντος εκζητουμένου σ' αυτές ως ηθικού αυτουργού , το αίτημα που υπέβαλε ο εκζητούμενος, διά των συνηγόρων του, να αναβληθεί ξανά εκδίκαση της υποθέσεως για να ζητηθούν περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες το εκζητούν οι Γαλλικές αρχές, πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του εκζητουμένου να ζητηθούν στοιχεία για κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκταμιεύτηκαν για την κατηγορία εναντίον του, ως άσχετο με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, που είναι η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εκτελέσεως του Ε.Ε.Σ.. Με λόγους των ενδίκων εφέσεών του, ο εκκαλών εκζητούμενος ισχυρίζεται, ότι εσφαλμένα απέρριψε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την εκκαλούμενη απόφασή του το αίτημά του για έγγραφη μετάφραση του Ε.Ε.Σ.
και των λοιπών ουσιωδών εγγράφων στην Ρωσική γλώσσα, την οποία αυτός κατανοεί και ότι έτσι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του από το άρθρο 6 παρ. 1 του Συντάγματος, από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και από το άρθρο 236 Α' του Κ.Ποιν.Δ.. Οι λόγοι αυτοί των εφέσεων πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη της αποφάσεως αυτής, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εκκαλούντος εκζητουμένου προς το παρόν δευτεροβάθμιο Συμβούλιο για έγγραφη μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας στη Ρωσική γλώσσα, στα νομικά επιχειρήματα της οποίας και πάλι αναφέρεται το παρόν Συμβούλιο, ως εκ του επείγοντος χαρακτήρα της δίκης που αφορά την εκτέλεση ή μη Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, συνέτρεχε επείγουσα περίπτωση όπως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 236Α παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., η έγγραφη μετάφραση αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων και, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθ. 473/2018 πρακτικά συνεδριάσεως με απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 236Α παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., μεταφράστηκαν προφορικά με διερμηνέα στον εκζητούμενο όλα τα κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου ουσιώδη έγγραφα της παρούσας δίκης, που του ήταν χρήσιμα για να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του και να αντικρούσει την εκτέλεση του κρινόμενου Ε.Ε.Σ.
και συγκεκριμένα του μεταφράστηκαν με διερμηνέα στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την έναρξή της, α) το κρινόμενο Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης (Ε.Ε.Σ.), β) το παράρτημα αυτού (annexe), που εστάλη από τις γαλλικές αρχές, γ) η από 20-4-2018 γενική έκθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεν και δ) τα υπ' αριθ. πρωτ. .../373-8-β' από 17-4-2018 και .../95-8-β' από 17-4-2018 δύο, όμοια, τηλεομοιοτυπικά σήματα του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας -Κλάδου Ασφαλείας- Δ/νση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας - Τμήματος SIRENE, μαζί με το από 16-4-2018 μεταφρασμένο απόσπασμα του Τμήματος SIRΕNE Γαλλίας και καθ' όλη τη διάρκειά της όλα όσα διαμείφθηκαν στη πρωτοβάθμια διαδικασία, περιλαμβανομένης και της απαγγελίας της εκκαλούμενης αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλλονίκης και, κατά συνέπεια, προκύπτει και αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών - εκζητούμενος, κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου, είχε λάβει με προφορική μετάφραση την απαιτούμενη από το νόμο και την Ε.Σ.Δ.Α.
ενημέρωση και γνώση στη Ρωσική γλώσσα που κατανοεί όλων των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας αυτής, που αφορά στην εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ. που εκδόθηκε εναντίον του από τις Γαλλικές Δικαστικές Αρχές, η προφορική δε αυτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας κρίνεται επαρκής και ανταποκρινόμενη στην φύση και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επείγουσας διαδικασίας εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ., για την διεξαγωγή και ολοκλήρωση της οποίας τάσσονται οι εξαιρετικά βραχείες προθεσμίες από τη σύλληψη του εκζητούμενου, που προβλέπονται στα άρθρα 15 παρ. 3 και 21 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3251/2004.
Επομένως, δεν παραβιάσθησαν οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 236 Α' του Κ.Ποιν.Δ. με την απόρριψη του αιτήματός του για έγγραφη μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων και την αντικατάσταση της έγγραφης μετάφρασής τους με προφορική μετάφρασή τους, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της δίκης για την εκτέλεση ή μη του Ε.Ε.Σ.
και ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο το αίτημα που υπέβαλε ο εκκαλών εκζητούμενος για έγγραφη μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 3251/2004, " Η αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης να αναβάλει την προσαγωγή του εκζητουμένου, ώστε να διωχθεί στο Ελληνικό Κράτος ή, αν έχει καταδικασθεί, να εκτίσει στο ελληνικό έδαφος καταγνωσθείσα ποινή για έγκλημα διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης".
Η εν λόγω διάταξη, ερμηνευόμενη σε σχέση και με τη διάταξη του άρθρου 24 της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, έχει τεθεί ως ύστατη προσπάθεια των κρατών - μελών να διατηρήσουν στοιχεία της αυτοτελούς κρατικής τους εξουσίας για την άσκηση ποινικής δίωξης και την ποινική καταστολή - τιμωρία των δραστών εγκληματικών ενεργειών που τελέστηκαν στην εδαφική τους περιφέρεια.
Βασικός σκοπός της είναι η διαφύλαξη της κυριαρχικής εξουσίας των κρατών - μελών ως προς τον βασικό πυρήνα της εξουσίας τους για την άσκηση ποινικής δίωξης. Η επιλογή αναβολής της παράδοσης δεν μπορεί, κατά το πνεύμα του συνόλου των διατάξεων του Ν.3251/2004 αλλά και της απόφασης πλαίσιο, να ακυρώσει την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ..
Βασικό μέτρο για την επιλογή της αναβολής παράδοσης ή όχι πρέπει να αποτελεί η ποινική απαξία των εγκλημάτων, για τα οποία επιφυλάσσεται το κράτος μέλος εκτέλεσης σε σχέση με την ποινική απαξία των εγκλημάτων που αποδίδονται στον εκζητούμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του Ε.Ε.Σ.. Πάντως, γίνεται δεκτό ότι, παρόλο που η σχετική διάταξη διαφυλάσσει ψήγματα της ίδιας κρατικής εξουσίας των κρατών - μελών, αυτή δεν μπορεί να υπερβεί την ανάγκη του πλήρους σεβασμού των δικαιωμάτων κατά το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εξάλλου, το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα της υπεράσπισης σε ποινική διαδικασία αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στο Χάρτη, όσον αφορά τον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης. Οποιοσδήποτε περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών θα πρέπει να συμμορφώνεται πλήρως με τις απαιτήσεις του άρθρου 52 του Χάρτη σε ό, τι αφορά την αναγκαιότητα, την αναλογικότητα και τους στόχους γενικού συμφέροντος που θα πρέπει να επιδιώκει, ιδίως την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων.
Στην παρούσα περίπτωση, ο εκζητούμενος ζήτησε από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, σε περίπτωση που διαταχθεί η παράδοσή του στις Γαλλικές αρχές, να αναβληθεί αυτή, επικαλούμενος την ύπαρξη εκκρεμών σε βάρος του ποινικών δικών στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, επικαλέσθηκε, ότι εκκρεμούν η έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 1876-1889/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης καθώς και άλλη έφεσή του κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση 19 μηνών για ψευδή ανώμοτη κατάθεση.
Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι με την με την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, ο εκζητούμενος έχει καταδικασθεί σε κάθειρξη 14 έτών για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, εξέτισε μέρος της ποινής που του επιβλήθηκε και, διά του υπ' αριθ. 761/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, διατάχθηκε, στις 15-7-2015, σε εφαρμογή του άρθρου 110Α του Π.Κ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 4322/2015, η απόλυσή του από τη φυλακή, χωρίς την επιβολή κανενός όρου.
Η ποινική απαξία του εγκλήματος, κακουργηματικού χαρακτήρα, για το οποίο ο εκζητούμενος καταδικάστηκε κι εξέτισε ποινή, είναι ίση με την απαξία των ως άνω κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεων ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμένες κλοπές, για τις οποίες εκζητείται, ενώ η άλλη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, είναι ήσσονος ποινικής απαξίας από αυτές.
Έτσι, κατά τα προαναφερθέντα, δεν συντρέχει κανένας λόγος αναβολής της παράδοσης του εκζητουμένου, η δε ικανοποίηση του θεμελιώδους δικαιώματος ακροάσεως, ώστε να παρίσταται αυτός, αυτοπροσώπως, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση των εκκρεμών ως άνω υποθέσεών του στην Ελλάδα, μπορεί να επιτευχθεί μέσω της επαναμεταγωγής του, μετά την άσκηση της δίωξής του από τις Γαλλικές αρχές για τις προαναφερθείσες πράξεις της ηθικής αυτουργίας του στις διακεκριμένες κλοπές, που αναφέρονται στο ένδικο Ε.Ε.Σ..
Ενόψει τούτων, ορθά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, δέχθηκε τα ίδια και, επομένως, ο σχετικός, περί του αντιθέτου, λόγος των έφέσεών του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως, επίσης, με την ίδια αιτιολογία, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο, το αυτό αίτημα του εκκαλούντος, που υποβλήθηκε, εκ νέου, ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 3251/2004: "η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση".
Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάσταση της υγείας του εκζητουμένου είναι βεβαρυμένη, αφού αυτός, όπως προκύπτει από τα ιατρικά πιστοποιητικά που υπάρχουν στη δικογραφία και αναγνώστηκαν και συγκεκριμένα από το από 18-7-2018 ιατρικό σημείωμα της νευρολόγου ιατρού και Διευθύντριας του Νευρολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου ....
Ε. Μ., την από 18-7-2018 έκθεση εξέτασης ασθενούς του ιατρού του Νοσοκομείου Κρατουμένων ... Δ. Π., από το από 24-10-2018 παραπεμπτικό του εκζητουμένου από το Νοσοκομείο Κρατουμένων ... στο Νοσοκομείο "...", από το με αριθμό πρωτ. …0/25-10-2018 έγγραφο του Νοσοκομείου Κρατουμένων ... προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από την επισυναπτόμενη σ' αυτό από 25-10-2018 βεβαίωση του ίδιου νοσοκομείου, πάσχει από υπολειμματική αριστερή ημιπάρεση λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου και από στεφανιαία νόσο.
Η νοσηρή αυτή κατάσταση της υγείας του, η οποία, με βάση τα ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά, είναι μόνιμη, δεν χρειάζεται να διαπιστωθεί και με πραγματογνωμοσύνη, αλλά προκύπτει και βεβαιώνεται επαρκώς με τα ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά, ούτε χρειάζεται ιατρική πραγματογνωμοσύνη για να γίνει αντιληπτό, ότι εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω κατάστασης της υγείας του η μετακίνησή του και προσαγωγή του στις δικαστικές αρχές της Γαλλίας, καθώς και η τυχόν προσωρινή του κράτηση μέχρι να εκδικασθούν οι εναντίον του κατηγορίες, πρέπει να γίνουν υπό συνεχή ιατρικό έλεγχο και νοσηλεία.
Όμως, όπως προκύπτει από το διευκρινιστικό "παράρτημα" που συνοδεύει το ένδικο Ε.Ε.Σ., οι Γαλλικές αρχές επισημαίνουν και διευκρινίζουν στις Ελληνικές αρχές, επί λέξει, τα εξής: "Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας του L. S., επισημαίνουμε στις ελληνικές αρχές ότι η μεταφορά του εν λόγω ατόμου δύναται να πραγματοποιηθεί αεροπορικώς με ιατρική υποστήριξη.
Περαιτέρω, βεβαιώνουμε τις ελληνικές αρχές ότι υπάρχουν στη Γαλλία ειδικά σωφρονιστικά καταστήματα στην περίπτωση κρατουμένου ο οποίος χρήζει ιδιαίτερης ιατρικής παρακολούθησης. Για παράδειγμα, οι φυλακές της πόλης Fresnes στην περιφέρεια του Παρισιού διαθέτουν όχι μόνο εγκαταστάσεις υψηλής ασφάλειας αλλά και ειδική νοσοκομειακή μονάδα προκειμένου για τη διαμονή, περίθαλψη και παρακολούθηση των κρατουμένων που χρήζουν τέτοιων υπηρεσιών (βλ.
επισυναπτόμενο επεξηγηματικό φυλλάδιο). Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του εκκαλούντος εκζητουμένου ή κίνδυνος για περαιτέρω βλάβη και επιδείνωση της υγείας του αν εκτελεσθεί το Ε.Ε.Σ. και παραδοθεί στις Γαλλικές αρχές για να διωχθεί για την ηθική αυτουργία στις διακεκριμένες κλοπές που διαπράχθηκαν το καλοκαίρι του 2016 στην περιοχή της Νορμανδίας, αφού η προσαγωγή του θα γίνει αεροπορικώς και με ιατρική παρακολούθηση και η τυχόν κράτησή του θα γίνει σε ειδικό κατάστημα φυλακής, όπου παρέχεται ικανοποιητική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται ότι η εκτέλεση του ενδίκου Ε.Ε.Σ. προσκρούει σε οποιαδήποτε διάταξη του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των Συνθηκών για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεδομένου ότι, όπως προέκυψε απ' όλο το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό, ο εκζητούμενος δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο να υποβληθεί στο εκζητούν Κράτος, που είναι ένα ισχυρό οικονομικά Ευρωπαϊκό Κράτος, σε οποιαδήποτε απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση, αλλ' ούτε και ότι θα κινδυνεύσει η ζωή του από στέρηση ιατρικής παρακολούθησης και φροντίδας και, ως εκ τούτου, ορθά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος και ο συναφής λόγος των κρινόμενων εφέσεών του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, για τους ίδιους ως άνω λόγους, και το αίτημα που υπέβαλε δια των συνηγόρων του στο παρόν δευτεροβάθμιο Συμβούλιο για διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, κρίνεται ότι υποβλήθηκε απλώς και μόνον προς παρέλκυση της δίκης, όπως άλλωστε για τον ίδιο σκοπό υποβλήθηκαν και άλλα αιτήματά του, αλλά και οι αιτήσεις εξαιρέσεως των δικαστών που δίκαζαν την υπόθεσή του (βλ.
τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Συμβουλίου) και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 11 περ. ε' του Ν.3251/2004,, απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, του γενετήσιου προσανατολισμού του ή της δράσης του υπέρ της ελευθερίας".
Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι το ένδικο Ε.Ε.Σ. εκδόθηκε για συγκεκριμένες και ρητά καθοριζόμενες σ' αυτό αξιόποινες πράξεις που φέρεται ως ύποπτος ότι τέλεσε ο εκζητούμενος στη Γαλλία, προκειμένου να παραδοθεί στις Γαλλικές αρχές και να διωχθεί γι' αυτές και όχι με σκοπό τη δίωξη και τιμωρία του λόγω της εθνοτικής καταγωγής του, ως καταγομένου από την …., ο δε περί του εναντίου σχετικός ισχυρισμός του εκζητουμένου δεν επιστηρίζεται από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο.
Ως εκ τούτου, ορθά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του εκκαλούντος και ο συναφής λόγος της από 5-7-2018 εφέσεώς του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση, εν μέρει, του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και γι' αυτό το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεσή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ορθά
εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, σε σχέση, όμως, μόνον με τις υπό στοιχ. α' πράξεις των διακεκριμένων κλοπών. Αντίθετα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ίδιες διατάξεις και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό αναφορικά με τις υπό στοιχ. β', γ' και δ' πράξεις.
Επομένως, ενόψει όλων των προαναφερθέντων, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει, ως και ουσιαστικά βάσιμες, οι ένδικες εφέσεις, κατά παραδοχή της βασιμότητας ταυ λόγου τους περί συνδρομής της από το άρθρο 11 περ. ζ' εδ. ι του Ν. 3251/2004 περιπτώσεως απαγορεύσεως της εκτέλεσης του ενδίκου Ε.Ε.Σ. ως προς τις πράξεις της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την προετοιμασία εγκλημάτων ή αδικημάτων και της διακεκριμένης νομιμοποίησης προϊόντων από παράνομη δραστηριότητα - συμμετοχής σε οργανωμένη συμμορία για την τοποθέτηση, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος αδικήματος, τα οποία φέρονται ότι τελέστηκαν από τον εκζητούμενο στην Ελλάδά (Θεσσαλονίκη), καθώς και του λόγου τους περί ελλείψεως της συνδρομής του διττού αξιοποίνου, ως προς την πράξη της, από τους δράστες της πρώτης πράξης (κλοπές από οργανωμένη συμμορία), απόκρυψης κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία, προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, η οποία, κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία, συνιστά, ως ήδη αναφέρθηκε, ουσιαστική αποπεράτωση της πρώτης πράξης της κλοπής και όχι ίδιο έγκλημα, αυτοτελώς τιμωρούμενο και να απορριφθούν αυτές κατά τα λοιπά ως αβάσιμες.
Ακόμη, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση μόνον κατά το ως άνω μέρος της, με το οποίο αποφάνθηκε την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. και για τις αξιόποινες πράξεις της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την προετοιμασία εγκλημάτων ή αδικημάτων, της διακεκριμένης νομιμοποίησης προϊόντων από παράνομη δραστηριότητα συμμετοχής σε οργανωμένη συμμορία για την τοποθέτηση, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος αδικήματος και της απόκρυψης κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία, προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, να αποφανθεί το Συμβούλιο τούτο ότι δεν πρέπει να εκτελεστεί το ένδικο Ε.Ε.Σ.
για τις ως άνω τρεις (3) πράξεις και να διατηρηθεί η ισχύς των λοιπών διατάξεων της εκκαλούμενης αποφάσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, δεν πρέπει να επιβληθούν δικαστικά έξοδα στον εκκαλούντα εκζητούμενο σχετικά με τις εφέσεις που άσκησε, ενόψει της μερικής παραδοχής τους (βλ. άρθρο 583 του Κ.Ποιν.Δ.), αλλά πρέπει να καταδικαστεί αυτός στην πληρωμή των αναφερόμενων στα πρακτικά της παρούσας εξόδων, λόγω της απόρριψης των αιτήσεων εξαίρεσης μελών του Δικαστηρίου τούτου, που υποβλήθηκαν εκ μέρους του (άρθρ.21 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 8/4-7-2018 έφεση της εδρεύουσας στην Θεσσαλονίκη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ" κατά της υπ' αριθ. 473/4-7-2018 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στην ως άνω εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Δέχεται τυπικά τις υπ' αριθμ. 10/4-7-2018 και 11/5-7-2018 εφέσεις του εκζητουμένου L. S. του P. και της Α. , γεννηθέντος στις 25-7-1961 στο ..., κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατούμενου, κατά της υπ' αριθ. 473/4-7-2018 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο στο σκεπτικό.
Επιβάλλει στον άνω εκκαλούντα τα αναφερόμενα στα πρακτικά έξοδα.
Δέχεται κατ' ουσίαν εν μέρει τις ως άνω εφέσεις.
Εξαφανίζει κατά ένα μέρος την εκκαλούμενη με αριθμό 473/4-7-2018 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα την εξαφανίζει κατά το μέρος που αποφάσισε και διέταξε την εκτέλεση του με στοιχεία αναφοράς φακέλλου αρ. Εισαγγελίας 16/329/029 από 13/04/2018 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (Ε.Ε.Σ.), που εκδόθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα του Εφετείου της PEN Γαλλίας, βάσει του με αρ. ανακριτικού φακέλου JIRS: …/01 και αρ. Εισαγγελίας 16/329/029 εντάλματος σύλληψης της Ανακρίτριας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της PEN Γαλλίας, για τις αναφερόμενες στο ως άνω ένταλμα πράξεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από τους νόμους της Γαλλίας ως α) απόκρυψη κλοπιμαίων από οργανωμένη συμμορία προερχομένων από οργανωμένες κλοπές, β) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την προετοιμασία εγκλημάτων ή αδικημάτων τα οποία τιμωρούνται με 10ετή φυλάκιση και γ) διακεκριμένη νομιμοποίηση προϊόντων από παράνομη δραστηριότητα - συμμετοχή σε οργανωμένη συμμορία για την τοποθέτηση, απόκρυψη ή μετατροπή προϊόντος αδικήματος.
Παραγγέλλει την διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας αυτής στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για την ενδεχόμενη απ' αυτόν άσκηση ποινικής διώξεως κατά του εκζητουμένου για τις ανωτέρω υπό στοιχ. β' και γ' αξιόποινες πράξεις.
Διατηρεί τις λοιπές διατάξεις της ως άνω εκκαλούμενης αποφάσεως, που αφορούν την εκτέλεση του προαναφερθέντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για τις πράξεις των κλοπών από οργανωμένη συμμορία, υπό τους όρους που διαγράφονται σ' αυτήν (απόφαση), ήτοι της επαναμεταγωγής του εκζητουμένου στην Ελλάδα, όταν τα αρμόδια όργανα της ελληνικής πολιτείας τον ζητήσουν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ